
Ότι η χορήγηση της παροχής αυτής με γενικότητα σε ευρύτατο κύκλο απασχολουμένων στο Δημόσιο και σε ΝΠΔΔ και ανεξάρτητα από την οργανική ή υπηρεσιακή τους κατάσταση αποτελεί στην πραγματικότητα μία γενική αύξηση που αποβλέπει στην βελτίωση της μισθολογικής κατάστασης των υπαλλήλων αυτών. Ότι εφόσον εξέλιπε τελικά ο αρχικός δικαιολογητικός λόγος χορήγησής της, δηλ. η ενίσχυση χαμηλόμισθων υπαλλήλων, και η καταβολή της μετατράπηκε σε γενικό κανόνα που προσαυξάνει τον καταβαλλόμενο μισθό, η κατ' εξαίρεση μη χορήγηση της μισθολογικής αυτής παροχής σε ορισμένες μόνο κατηγορίες δημοσίων υπαλλήλων, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις χορήγησης της (υπαγωγή τους στις διατάξεις του ν. 2470/1997 και του επακολουθήσαντος ν. 3205/2003) συνιστά αδικαιολόγητη άνιση μεταχείριση αυτών έναντι των υπαλλήλων των λοιπών κατηγοριών στους οποίους χορηγείται και οδηγεί σε ευθεία παραβίαση της κατ' αρθ. 4 § 1 του Συντάγματος αρχής της ισότητας, προς αποκατάσταση της οποίας η εν λόγω παροχή πρέπει να καταβληθεί και στους αναπληρωτές καθηγητές της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.
Ακόμα, ότι το καταβαλλόμενο στην συγκεκριμένη κατηγορία προσώπων επίδομα εξωδιδακτικής απασχόλησης, σύμφωνα με το αρθ. 8 ν. 2470/1997 και ήδη το αρθ. 8 ν. 3205/2003, είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με το είδος και τις συνθήκες της παρεχομένης από τους εκπαιδευτικούς εργασίας (διδασκαλία και προετοιμασία αυτής), ενώ η επίδικη παροχή των 176 Ευρώ αποτελεί γενική προσαύξηση μισθού όλων των υπαλλήλων, χαμηλόμισθων ή μη, και ότι κατά συνέπεια οι παροχές αυτές (ως άνω επίδομα και ειδική μηνιαία παροχή) είναι ανεπίδεκτες αλληλοκάλυψης και συμψηφισμού κατά την ειδική έννοια του αρθ. 14 ν. 3016/2002.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου