Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΜΗΤΡΟΤΗΤΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΜΗΤΡΟΤΗΤΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 23 Μαΐου 2014

ΔΕΕ: Δεν δικαιούται άδεια μητρότητας εργαζόμενη που απέκτησε τέκνο κατόπιν συμφωνίας παρένθετης μητρότητας με άλλη γυναίκα

Σύμφωνα με την απόφαση της 18ης Μαρτίου 2014 (υπόθεση C-167/12), το ΔΕΕ έκρινε ότι σκοπός της άδειας μητρότητας, την οποία δικαιούται η εργαζόμενη μητέρα βάσει του άρθρου 8 της Οδηγίας 92/85 σχετικά με την εφαρμογή μέτρων που αποβλέπουν στη βελτίωση της υγείας και της ασφάλειας κατά την εργασία των εγκύων, λεχώνων και γαλουχουσών εργαζομένων, είναι να διασφαλιστεί αφενός η προστασία της βιολογικής καταστάσεως της γυναίκας κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και ύστερα από αυτήν και αφετέρου η προστασία των ειδικών σχέσεων μεταξύ της γυναίκας και του τέκνου της κατά το χρόνο μετά την εγκυμοσύνη και τον τοκετό, ώστε οι σχέσεις αυτές να μη διαταραχθούν από τη σώρευση των βαρών που προκύπτουν από την ταυτόχρονη άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας. 
Από τον ανωτέρω σκοπό της Οδηγίας το ΔΕΕ συνάγει το συμπέρασμα ότι η χορήγηση άδειας μητρότητας προϋποθέτει ότι η εργαζόμενη που λαμβάνει την άδεια αυτή κυοφόρησε και γέννησε η ίδια το τέκνο. Άρα, εργαζόμενη η οποία απέκτησε τέκνο κατόπιν συμφωνίας παρένθετης μητρότητας με άλλη γυναίκα δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας και δεν δικαιούται την εν λόγω άδεια, ακόμα και στην περίπτωση που μπορεί να θηλάσει το τέκνο μετά τη γέννηση του ή θηλάζει όντως το τέκνο αυτό. 
Νομίζω ότι πρόκειται για μία άκρως ατυχή ερμηνεία η οποία δεν λαμβάνει υπόψη της ούτε την παρένθετη - κυοφόρο μητέρα και την μετέπειτα προστασία της ούτε τις σχέσεις "θετής" μητέρας και τέκνου κατά τους πρώτους πολύ κρίσιμους και ιδιαίτερα ευαίσθητους μήνες ζωής του παιδιού. Αντί, λοιπόν, το ΔΕΕ να επεκτείνει την προστασία τόσο στη βιολογική όσο και στη θετή μητέρα, για διαφορετικούς αλλά προφανείς λόγους για την καθεμιά, στερεί ουσιαστικά και από τις δύο το δικαίωμα λήψης άδειας μητρότητας, αντιμετωπίζοντας τόσο τις γυναίκες όσο και το τέκνο που θα γεννηθεί με μεταφορά γονιμοποιημένων ωαρίων κατά τρόπο διακριτικό και άνισο σε σχέση με τις μητέρες που κυοφορούν οι ίδιες τα τέκνα τους. Το ΔΕΕ τιμωρεί ουσιαστικά τόσο τη βιολογική ανικανότητα των γυναικών που αδυνατούν να κυοφορήσουν όσο και τη γενναιοδωρία των παρένθετων μητέρων να κυοφορήσουν χωρίς αντάλλαγμα ένα τέκνο, το οποίο δεν θα είναι δικό τους.       
  

Πέμπτη 2 Αυγούστου 2012

Ειδική Έκθεση του ΣτΠ για Καταχρηστική Επιβολή εκ Περιτροπής Απασχόλησης σε Εργαζόμενες, Μετά από Άδεια Μητρότητας

Η Ανεξάρτητη Αρχή έκρινε ότι μεγάλος αριθμός επιχειρήσεεων υιοθετεί καταχρηστικές πρακτικές που οδηγούν σε στρέβλωση της έννοιας της εκ περιτροπής απασχόλησης. Κατ' αυτόν τον τρόπο ακυρώνεται στην πράξη ο σκοπός του νομοθέτη, ο οποίος κατέστησε ελκυστική μία ευέλικτη μορφή απασχόλησης (εκ περιτροπής εργασία) που προϋπήρχε και δεν εφαρμοζόταν, προκειμένου να διευκολύνει τις επιχειρήσεις να αντεπεξέλθουν σε σοβαρά οικονομικά προβλήματα, διατηρώντας τις θέσεις εργασίας. Ωστόσο, σύμφωνα με την έκθεση του ΣτΠ, η ευελιξία αυτή φαίνεται ότι στη πράξη καταλήγει να χρησιμοποιείται για να καταστρατηγήσει διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας που προστατεύουν την μητρότητα και προωθούν την ίση μεταχείριση ανδρών και γυναικών στην εργασία.
Δείτε εδώ το περιεχόμενο της έκθεσης.

Παρασκευή 9 Δεκεμβρίου 2011

ΣτΠ: Πρόστιμο 6.000 Ευρώ σε Εργοδότη που Απέλυσε Έγκυο με την Πρόφαση ότι η Σύμβασή της ήταν Ορισμένου Χρόνου

Εργαζόμενη επί τέσσερα έτη ως πωλήτρια ζήτησε αναρρωτική άδεια εξ αιτίας προβλημάτων που αντιμετώπιζε στην εγκυμοσύνη της. Ο εργοδότης της ισχυρίστηκε ότι η σύμβαση εργασίας της ήταν ορισμένου χρόνου και ότι είχε λήξει. Η εργαζόμενη, η οποία πίστευε ότι εργαζόταν με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, προσέφυγε στην Επιθεώρηση Εργασίας, η οποία ενημέρωσε το Συνήγορο του Πολίτη για το θέμα. Ο ΣτΠ ερεύνησε την υπόθεση και κατέληξε ότι δεν δικαιολογείτο ο περιορισμός της διάρκειας της σύμβασης της εργαζομένης σε τέσσερα έτη. Επομένως, καταχρηστικά η σύμβαση χαρακτηρίστηκε ως τετραετούς διάρκειας. Με βάση τα ανωτέρω, ο ΣτΠ εισηγήθηκε στην Επιθεώρηση Εργασίας την επιβολή προστίμου σε βάρος του εργοδότη. Η εισήγηση έγινε δεκτή και επιβλήθηκε στον εργοδότη πρόστιμο 6.000€

Παρασκευή 20 Μαΐου 2011

Άκυρη η Απόλυση Εγκύου Ανεξαρτήτως της Γνώσης του Εργοδότη - Η απόφαση

Σε προηγούμενη ανάρτηση είχα αναφερθεί στην πολύ πρόσφατη απόφαση του Αρείου Πάγου, που αναγνώρισε ως άκυρη την απόλυση κυοφορούσας, παρότι ο εργοδότης της δεν γνώριζε το γεγονός της εγκυμοσύνης κατά τον χρόνο καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της. Πρόκειται για την υπ' αριθμ. 1682/2010 απόφαση του ΑΠ, τα σημαντικότερα σημεία της οποίας παραθέτω: 


Αριθμός 1682/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2 Πολιτικό Τμήμα 
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
...Επειδή, κατά το άρθρ. 15 του Ν. 1483/1984 "1. Απαγορεύεται και είναι απόλυτα άκυρη η καταγγελία της σχέσεως εργασίας της εργαζομένης από τον εργοδότη της, τόσο κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης όσο και για το χρονικό διάστημα ενός έτους μετά τον τοκετό ή κατά την απουσία της για μεγαλύτερο χρόνο, λόγω ασθενείας που οφείλεται στην κύηση ή τον τοκετό, εκτός αν υπάρχει σπουδαίος λόγος για καταγγελία. Ως σπουδαίος λόγος δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να θεωρηθεί ενδεχόμενη μείωση της απόδοσης της εργασίας της εγκύου που οφείλεται στην εγκυμοσύνη...". Εξάλλου, κατά το άρθρ. 10 του ΠΔ 176/15/15-7-1997 "Μέτρα για τη βελτίωση της ασφάλειας και της υγείας κατά την εργασία των εγκύων, λεχώνων και γαλουχουσών σε συμμόρφωση με την Οδηγία 95/85 ΕΟΚ". "1. Απαγορεύεται η καταγγελία της σχέσης εργασίας των εργαζομένων γυναικών, κατά την έννοια του άρθρου 2, σύμφωνα με το άρθρο 15 του Ν. 1483/1984. 2. Σε περίπτωση καταγγελίας της σχέσης εργασίας, εφόσον υπάρχει σπουδαίος λόγος σύμφωνα με το άρθρο 15 του Ν. 1483/1984, ο εργοδότης οφείλει να αιτιολογήσει δεόντως την καταγγελία γραπτώς και να προβεί σε σχετική κοινοποίηση και προς τις αρμόδιες υπηρεσίες επιθεώρησης εργασίας των Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων". 
Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών (που εφαρμόζονται και σε περίπτωση απασχόλησης της εγκύου εργαζομένης με βάση απλή σχέση εργασίας ή έμμισθης εντολής λόγω ακυρότητας των αντίστοιχων συμβάσεων που καταρτίσθηκαν μεταξύ αυτής και του εργοδότη της), η προστασία από αυτές παρέχεται στην εργαζόμενη έγκυο γυναίκα ανεξάρτητα από την εκ μέρους του εργοδότη γνώση της εγκυμοσύνης της, όπως αυτό συνάγεται από το γεγονός ότι η διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 1082/1980, που απαιτούσε τη γνώση αυτή, δεν επαναλήφθηκε στις ισχύουσες νέες διατάξεις των παραπάνω άρθρων. ... H κατά τα άνω παρεχόμενη προστασία του νόμου στην έγκυο εργαζομένη ισχύει και επί απλής σχέσης εργασίας και ανεξάρτητα από τη γνώση ή μη του εργοδότη.

Κυριακή 15 Μαΐου 2011

Άρειος Πάγος: Άκυρη η απόλυση κυοφορούσας ανεξαρτήτως της γνώσης του εργοδότη


Στη θεματική ενότητα "Προστασία Εγκυμοσύνης και Μητρότητας" λέω - μεταξύ άλλων - ότι σύμφωνα με το άρθρ. 15 του Ν. 1483/1984 απαγορεύεται και είναι απολύτως άκυρη η καταγγελία της σύμβασης εργασίας τόσο κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης όσο και για χρονικό διάστημα ενός έτους μετά τον τοκετό, εκτός αν συντρέξει σπουδαίος λόγος και ότι τυχόν καταγγελία της σύμβασης εργασίας είναι άκυρη ακόμα κι αν ο εργοδότης ή η ίδια η κυοφορούσα αγνοούσαν κατά τη στιγμή της καταγγελίας την εγκυμοσύνη.
Ο Άρειος Πάγος έρχεται να επιβεβαιώσει αυτή την ερμηνευτική άποψη με μία σπουδαία απόφασή του. Δεν έχω δει ακόμα το πλήρες κείμενο της απόφασης, αλλά όπως πληροφορούμαι από το lawnet.gr, σύμφωνα με την εν λόγω απόφαση, η απόλυση εγκύου είναι άκυρη ακόμη και αν ο εργοδότης της δεν γνώριζε το γεγονός της εγκυμοσύνης. Σημειώνεται ότι η σχετική ρύθμιση προβλέπεται στο Προεδρικό Διάταγμα 176/1997, με το οποίο η χώρα μας συμμορφώθηκε προς την ευρωπαϊκή οδηγία 95/85/ΕΟΚ. Με αυτή την απόφαση του Αρείου Πάγου δικαιώθηκε εργαζόμενη από την Κόρινθο, η οποία απολύθηκε ενώ ήταν δύο μηνών έγκυος. Παράλληλα, ο εργοδότης της είχε δηλώσει αρχική άγνοια καθώς, όπως δήλωσε, πληροφορήθηκε για την εγκυμοσύνη της για πρώτη φορά 12 ημέρες μετά την απόλυσή της, όταν δηλ. προσήλθε στο τοπικό γραφείο της Επιθεώρησης Εργασίας προκειμένου να εξεταστεί το ενδεχόμενο συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς.
Να υπενθυμίσω ακόμα ότι η απόκρυψη του γεγονότος της εγκυμοσύνης κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων για την κατάρτιση σύμβασης εργασίας, δεν μπορεί επ' ουδενί να αποτελέσει σπουδαίο λόγο για τη μεταγενέστερη καταγγελία της σύμβασης εργασίας. Επομένως, σε περίπτωση απόλυσης ακόμα και για το λόγο αυτό (της αποσιώπησης και όχι της εγκυμοσύνης καθ' εαυτήν), η καταγγελία της σύμβασης εργασίας είναι και σε αυτήν την περίπτωση άκυρη.

Τετάρτη 20 Απριλίου 2011

Συνήγορος του Πολίτη: Χορήγηση επιδόματος μητρότητας στις περιπτώσεις πρόωρου τοκέτου και θανάτου του νεογνού


Ασφαλισμένες του ΙΚΑ διαμαρτυρήθηκαν στον Συνήγορο του Πολίτη διότι απορρίφθηκε αίτημά τους για χορήγηση επιδομάτων μητρότητας είτε λόγω πρόωρου τοκετού είτε λόγω θανάτου του νεογνού.  Η νομοθεσία (α.ν 1486/51,  ν. 2874/2000  και Κανονισμός Ασθενείας του ΙΚΑ)  προβλέπει ότι οι άμεσα ασφαλισμένες του ΙΚΑ δικαιούνται να λάβουν από το Ίδρυμα επιδόματα μητρότητας, δηλαδή κυοφορίας και λοχείας, με την προϋπόθεση ότι έχουν πραγματοποιήσει 200  ημέρες τουλάχιστον εργασίας μέσα στα δύο τελευταία έτη πριν από την πιθανή ημερομηνία του τοκετού.  Απαιτείται, επίσης, η ασφαλισμένη να απέχει από την εργασία της,  χωρίς να ερευνάται ο χρόνος και η αιτία της διακοπής αυτής,  για τις οριζόμενες από το νόμο περίοδο (56  ημέρες πριν και 63  ημέρες μετά τον τοκετό),  κατά την οποία καταβάλλονται τα επιδόματα μητρότητας (Δείτε τι ισχύει κατά την περίοδο της εγκυμοσύνης και μετά τον τοκετό εδώ).  
Ο Συνήγορος του Πολίτη διαπίστωσε ότι μέχρι και το έτος 2005  το ΙΚΑ,  υιοθετώντας μία εσφαλμένη ερμηνεία των σχετικών κοινωνικοασφαλιστικών διατάξεων, δεν χορηγούσε το επίδομα λοχείας στις περιπτώσεις πρόωρου τοκετού και θανάτου του νεογνού. Μετά την παρέμβαση του Συνηγόρου, το ΙΚΑ εξέδωσε εγκύκλιο,  με την οποία διευκρινίζει ότι η καταβολή των επιδομάτων κυοφορίας-λοχείας πρέπει να στηρίζεται αποκλειστικά και μόνο στην ύπαρξη του πραγματικού γεγονότος του τοκετού και να μην εξαρτάται από τη χρονική διάρκεια της εγκυμοσύνης,  ούτε και από τη γέννηση ζωντανού ή μη εμβρύου ή την επιβίωση του νεογνού μετά τη γέννησή του (Δείτε τη σύνοψη της διαμεσολάβησης εδώ). 
Η απόφαση αυτή κινείται στην ίδια (ορθή) κατέυθυνση με την υπ' αριθμ. 1362/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία κρίθηκε άκυρη η απόλυση εργαζόμενης που γέννησε νεκρό έμβρυο, με την αιτιολογία ότι "και στην περίπτωση αυτή υπάρχουν οι ειδικές εκείνες περιστάσεις, εξαιτίας των οποίων επιβάλλεται η εργαζόμενη να τύχει ειδικής προστασίας για την αποκατάσταση του οργανισμού της που κλονίστηκε λόγω του τοκετού".   

Δευτέρα 8 Μαρτίου 2010

Συνήγορος του Πολίτη -ΒΡΕΦΟΝΗΠΙΑΚΟΣ ΣΤΑΘΜΟΣ ΕΠΑΝΑΠΡΟΣΕΛΑΒΕ ΕΓΚΥΟ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΤΟΥ ΣτΠ




Εργαζόμενη ως βοηθός βρεφονηπιοκόμου, σε βρεφονηπιακό σταθμό ανώνυμης εταιρείας του ευρύτερου δημοσίου τομέα, κατήγγειλε στον Συνήγορο του Πολίτη ότι δεν επαναπροσλήφθηκε για την τρέχουσα σχολική χρονιά, επειδή ήταν έγκυος. Μέχρι τότε, η εργαζόμενη σύναπτε επαναλαμβανόμενες συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου με ιδιωτική εταιρεία που έχει την ευθύνη της λειτουργίας και στελέχωσης με προσωπικό των βρεφονηπιακών σταθμών, ιδιοκτησίας της ανώνυμης εταιρείας του ευρύτερου δημοσίου τομέα. Η εργαζόμενη ανέφερε ότι ο εργοδότης της συνέδεσε την άρνησή του να την επαναπροσλάβει με τη νέα γρίπη και με το ότι η εταιρεία φορέας του δημοσίου θεωρούσε τις εγκύους ως ομάδα υψηλού κινδύνου. Δείτε εδώ τη σύνοψη της διαμεσολάβησης. 

Παρασκευή 12 Φεβρουαρίου 2010

Συνήγορος του Πολίτη - Μη Τοποθέτηση Πολύτεκνης Μητέρας Σε Θέση Προσωπικού Καθ' Υπέρβαση Του Ορίου Ηλικίας

ΣΥΝΟΨΗ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗΣ
Θέμα: Άρνηση του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων να δεχθεί τοποθέτηση πολύτεκνης μητέρας σε θέση προσωπικού φύλαξης σε κατάστημα κράτησης που έγινε κατ’ εφαρμογή του Ν. 2643/1998, επικαλούμενο υπέρβαση του προβλεπόμενου ορίου ηλικίας πρόσληψης.
Πολύτεκνη μητέρα, η οποία είχε τοποθετηθεί από αρμόδια Επιτροπή του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης (κατ’ εφαρμογή του Ν. 2643/1998) σε θέση προσωπικού φύλαξης σε κατάστημα κράτησης, προσέφυγε τον Απρίλιο 2007 στον Συνήγορο του Πολίτη (ΣτΠ), διαμαρτυρόμενη για την άρνηση του Υπουργείου Δικαιοσύνης να δεχτεί την τοποθέτησή της εξαιτίας υπέρβασης του προβλεπόμενου ορίου ηλικίας πρόσληψης. Η συγκεκριμένη τοποθέτηση επικυρώθηκε σε δεύτερο βαθμό τον Νοέμβριο του 2007, έπειτα από διαμεσολάβηση του Συνηγόρου του Πολίτη.
Ωστόσο, το Μάρτιο του 2008 το Τμήμα Διοίκησης Προσωπικού του Υπουργείου Δικαιοσύνης υπέβαλε προς το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους (Ν.Σ.Κ.) ερώτημα για το εάν μπορούσε να αρνηθεί την τοποθέτηση, παρά την επικύρωση αυτής σε δεύτερο βαθμό. Η Ολομέλεια του Ν.Σ.Κ., με την υπ’ αριθμ. 23/2009 γνωμοδότησή της, απάντησε καταφατικά, δεχόμενη ότι το Υπουργείο Δικαιοσύνης, ως φορέας διορισμού, διατηρεί την αρμοδιότητα ελέγχου της συνδρομής των προσόντων διορισμού των προσώπων που διατίθενται για πρόσληψη ή διορισμό από τις Επιτροπές του Ν. 2643/1998. Περαιτέρω, το Ν.Σ.Κ. δέχθηκε ότι το προβλεπόμενο όριο ηλικίας για την πρόσληψη προσωπικού φύλαξης σε κατάστημα κράτησης είναι νόμιμο και, συνεπώς, είναι νόμιμη και η άρνηση του Υπουργείου Δικαιοσύνης να δεχθεί τοποθέτηση σε τέτοια θέση προσώπου που έχει υπερβεί το όριο ηλικίας.
Ακολούθησε τον Απρίλιο του 2009 παρέμβαση του ΣτΠ προς τον Υπουργό Δικαιοσύνης, με την οποία διατυπωνόταν η αντίθετη άποψη, ότι δηλαδή η διαδικασία τοποθετήσεων ατόμων ειδικών κατηγοριών (όπως πολύτεκνοι και άτομα με αναπηρία) που προβλέπεται από τον Ν. 2643/1998 είναι ειδική σε σχέση με την υπόλοιπη νομοθεσία για τις προσλήψεις και, επομένως, οι αποφάσεις των Επιτροπών του νόμου αυτού δεσμεύουν και τους φορείς του Δημοσίου στους οποίους διατίθενται προστατευόμενοι για τοποθέτηση ή πρόσληψη. Ως προς το προβλεπόμενο όριο ηλικίας για την πρόσληψη προσωπικού φύλαξης σε κατάστημα κράτησης, ο ΣτΠ υποστήριξε ότι παραβιάζεται εν προκειμένω η απαγόρευση των διακρίσεων λόγω ηλικίας που ισχύει με βάση την κοινοτική νομοθεσία (Οδηγία 2000/78 που ενσωματώθηκε στην Ελληνική έννομη τάξη με τον Ν. 3304/2005). Ειδικότερα, επεσήμανε ότι δεν τηρείται η αρχή της αναλογικότητας που θέλει την οποιαδήποτε διάκριση λόγω ηλικίας να περιορίζεται στο βαθμό που είναι πρόσφορη και αναγκαία για την εξυπηρέτηση ενός θεμιτού σκοπού, όπως είναι η διαφύλαξη της επιχειρησιακής ικανότητας του προσωπικού φύλαξης στα καταστήματα κράτησης. Εν όψει τούτων, ο ΣτΠ κατέληγε στην πρόταση να υποβληθεί η αναφερόμενη στις ιατρικές εξετάσεις και αθλητικές δοκιμασίες που προβλέπονται και για τους λοιπούς υποψηφίους και, στην περίπτωση που τα αποτελέσματα είναι θετικά, να προσληφθεί.
Τελικώς, το Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων δεν αποδέχθηκε τις θέσεις του ΣτΠ και γνωστοποίησε τον Νοέμβριο του 2009 την αποδοχή της υπ’ αριθμ. 23/2009 γνωμοδότησης της Ολομέλειας του Ν.Σ.Κ.

Τρίτη 24 Νοεμβρίου 2009

ΑΠ 1366/2009 - Άδεια φροντίδας παιδιού. Αίτηση εργαζόμενης μητέρας για χορήγηση συνεχόμενης άδειας με αποδοχές, αντί μειωμένου ωραρίου. Η νομική φύση της συγκατάθεσης του εργοδότη. Παραπομπή σε Ολομέλεια

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα 
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 9 της 24-5-2004 ΕΓΣΣΕ (Πράξη καταθέσεως Υπ. Εργασίας 16/28-5-2004) το μειωμένο ωράριο (άδεια) θηλασμού και φροντίδας παιδιών του άρθρου 9 της ΕΓΣΣΕ του έτους 1993, όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει, δικαιούται ο/η εργαζόμενος με αίτησή του/της να το ζητήσει εναλλακτικά ως συνεχόμενη ισόχρονη άδεια με αποδοχές, εντός της χρονικής περιόδου κατά την οποία δικαιούται μειωμένου ωραρίου για την φροντίδα του παιδιού. Η εναλλακτική χορήγηση της άδειας προϋποθέτει συμφωνία του εργοδότη και χορηγείται εφάπαξ ή τμηματικά. Περαιτέρω, με το άρθρο 12 της από 30-6-2004 ΣΣΕ "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των Τραπεζών-ΟΤΟΕ για τα έτη 2004-2005", ορίζεται ότι η άδεια φροντίδας παιδιών μπορεί να χορηγείται και συνεχόμενα, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις του νόμου, των κλαδικών ΣΣΕ Τραπεζών-ΟΤΟΕ και με τα οριζόμενα στην Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με την από 21-2-2005 ένδικη αγωγή της, ισχυρίσθηκε ότι την 6-11-2000 προσλήφθηκε από την αναιρεσίβλητη Τράπεζα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, απασχολούμενη ήδη με τον βαθμό του λογιστή, ως ταμίας, στο κατάστημα του ..., επί πέντε ημέρες την εβδομάδα και αντί μηνιαίου μισθού 1346,08 ευρώ. Ότι από τον μήνα Δεκέμβριο 2004 και έπειτα, με επανειλημμένες προς την αναιρεσίβλητη έγγραφες και προφορικές αιτήσεις της, ζήτησε να της χορηγηθεί σωρευτικά (εναλλακτικά, αντί μειωμένου ωραρίου) η άδεια φροντίδας του νηπίου τέκνου της, που προβλέπεται από την οικεία κλαδική ΣΣΕ μεταξύ Τραπεζών-ΟΤΟΕ για τα έτη 2004-2005 (άρθρο 12 αυτής), σε συνδυασμό με την επίσης ισχύουσα από 24-5-2004 ΕΓΣΣΕ (άρθρο 9 αυτής), για προσωπικούς και οικογενειακούς της λόγους, τους οποίους λεπτομερώς ανέφερε στην αγωγή. Ότι η άσκηση του παραπάνω δικαιώματος της για την λήψη της παραπάνω μορφής άδειας, προϋπέθετε την συμφωνία (συγκατάθεση) της αναιρεσίβλητης εργοδότριας της. Ότι η τελευταία αυτή, αν και μπορούσε ευχερώς και χωρίς κίνδυνο δημιουργίας οποιασδήποτε δυσλειτουργίας στο ανωτέρω κατάστημα της, αφού σ'αυτό υπηρετούσαν και άλλοι, 30 συνολικά, υπάλληλοι, εκ των οποίων οι 8 ήταν ταμίες, που ήταν σε θέση να αναπληρώσουν τις υπηρεσίες της, αρνήθηκε αυθαίρετα και χωρίς κανένα λόγο να ικανοποιήσει την παραπάνω αίτησή της, η οποία στηριζόταν στο προαναφερόμενο δικαίωμα της. Ότι η συγκεκριμένη ενέργεια της αναιρεσίβλητης, τυγχάνει καταχρηστική, διότι αυτή, χωρίς να επικαλείται κάποιον αποχρώντα λόγο, σιωπηρά απέρριψε το παραπάνω αίτημα της. Και ότι η ίδια (αναιρεσείουσα), από την προεκτιθέμενη παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης, έχει υποστεί ηθική βλάβη ως εκ της αδυναμίας της να ανταποκριθεί στα μητρικά και γονεϊκά της καθήκοντα και να διαμορφώσει ελευθέρως και χωρίς την ανάγκη προσφυγής στις υπηρεσίες άλλων τις συνθήκες της οικογένειας της. Με βάση δε τα περιστατικά αυτά ζήτησε αφενός να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της αναιρεσίβλητης να της χορηγήσει σωρευτικά (εναλλακτικά, αντί μειωμένου ωραρίου) την άδεια για τη φροντίδα του νηπίου τέκνου της εφάπαξ, με αφετηρία την δημοσίευση της εκδοθησόμενης αποφάσεως, και αφετέρου να αναγνωρισθεί ότι της οφείλεται ποσό 6.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης της. Η αγωγή αυτή, με την πρωτόδικη απόφαση κρίθηκε νόμιμη και έγινε δεκτή στην ουσία της. Ωστόσο το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεχθέν την έφεση της αναιρεσίβλητης, έκρινε μη νόμιμη την αγωγή και την απέρριψε, με την αιτιολογία ότι η εκ μέρους της αναιρεσίβλητης Τράπεζας άρνηση να ικανοποιήσει το εργασιακό αίτημα της αναιρεσείουσας για χορήγηση σωρευτικής άδειας για τη φροντίδα του τέκνου της, δεν συνιστά άσκηση ουσιαστικού δικαιώματος, ώστε να τίθεται ζήτημα καταχρηστικής ασκήσεώς του. Η κρίση αυτή του Εφετείου πλήττεται με τον μοναδικό από το άρθρο 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ., λόγο αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 9 της από 24-5-2004 ΕΓΣΣΕ και του άρθρου 12 της από 30-6-2004 ΣΣΕ, προβάλλοντας ειδικότερα ότι η άρνηση της αναιρεσίβλητης να χορηγήσει σ' αυτή (αναιρεσείουσα) συνεχόμενη άδεια για τη φροντίδα του τέκνου της, αντί μειωμένου ωραρίου, αποτελεί άσκηση δικαιώματος κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ και κατά συνέπεια είναι επιτρεπτός ο δικαστικός έλεγχος της ασκήσεώς της με τα κριτήρια του εν λόγω άρθρου (ΑΚ 281). Με βάση τα δεδομένα αυτά, ανακύπτει ζήτημα αν η από το άρθρο 9 της από 24-5-2004 ΕΓΣΣΕ προβλεπόμενη "συμφωνία", δηλαδή η συγκατάθεση της εργοδότριας Τράπεζας για την εναλλακτική χορήγηση συνεχόμενης ισόχρονης άδειας για τη φροντίδα του παιδιού εργαζόμενης, αντί μειωμένου ωραρίου, αποτελεί άσκηση φυσικής ευχέρειας του προσώπου να συνάπτει συμβάσεις με τρίτους ή να αποκρούει την κατάρτισή τους και γενικότερα να προβαίνει σε πράξεις ή παραλείψεις, ως έκφανσή του κατά το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος ατομικού δικαιώματος για ανάπτυξη της προσωπικότητας και ελεύθερη επαγγελματική και οικονομική δράση, η οποία είναι από τη φύση της ανέλεγκτη, ή αν αποτελεί και αυτή άσκηση συγκεκριμένου "δικαιώματος", με την έννοια που ο όρος αυτός έχει στο άρθρο 281 ΑΚ, αφού μάλιστα η εξουσία αυτή είναι ενταγμένη στο περιεχόμενο υφιστάμενης ήδη συγκεκριμένης έννομης σχέσεως, ήτοι της ατομικής συμβάσεως εργασίας, και επομένως υπόκειται στους περιορισμούς του άνω άρθρου 281 ΑΚ. Συνακόλουθα, και ενόψει του ότι το ανωτέρω νομικό ζήτημα, που δημιουργείται με τον μοναδικό ως άνω λόγο αναιρέσεως, κατά την κρίση του Δικαστηρίου είναι γενικωτέρου ενδιαφέροντος, πρέπει, κατ' άρθρο 563 παρ. 2 περ. β Κ.Πολ.Δ., να παραπεμφθεί το ζήτημα αυτό και ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως, όπως αυτός διατυπώνεται στο αναιρετήριο, στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Παραπέμπει για κρίση στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τον αναφερόμενο στο σκεπτικό και στην από 10-10-2007 αίτηση της ....μοναδικό, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ., λόγο για αναίρεση της 1623/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.



Σάββατο 21 Νοεμβρίου 2009

ΑΠ 1362/2009 - Άκυρη η απόλυση εγκύου εργαζόμενης, ακόμα κι αν το έμβρυο γεννηθεί τελικά νεκρό




Κείμενο Απόφασης
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο (επειδή κωλύονται οι Αρεοπαγίτες Αθανάσιος Θεμέλης και Ειρήνη Αθανασίου), Παναγιώτη Κομνηνάκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαΐου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη...
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Επειδή, κατά την παρ. 1 του άρθρου 15, το οποίο αφορά την "προστασία της μητρότητας", του ν. 1483/1984. "απαγορεύεται και είναι απόλυτα άκυρη η καραγγελία της σχέσης εργασίας εργαζόμενης από τον εργοδότη της τόσο κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της, όσο και για το χρονικό διάστημα ενός έτους μετά τον τοκετό ή κατά την απουσία της για μεγαλύτερο χρόνο, λόγω ασθενείας που οφείλεται στην κύηση ή τον τοκετό, εκτός εάν υπάρχει σπουδαίος λόγος για καταγγελία. Ως σπουδαίος λόγος δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να θεωρηθεί ενδεχόμενη μείωση της απόδοσης της εργασίας της εγκύου που οφείλονται στην εγκυμοσύνη". Ακολούθως εκδόθηκε το π.δ 176 της 2/15-7-1997 για "μέτρα για βελτίωση της ασφάλειας και της υγείας κατά την εργασία των εγκύων, λεχώνων και γαλουχουσών εργαζομένων σε συμμόρφωση με την οδηγία 92/85/ΕΟΚ". Στο άρθρο 2 του προεδρικού αυτού διατάγματος ορίζεται ότι για την εφαρμογή του "νοείται ως: α. Έγκυος εργαζόμενη γυναίκα που βρίσκεται σε κατάσταση εγκυμοσύνης. β. Λεχώνα εργαζόμενη. Κάθε εργαζόμενη γυναίκα που διανύει το στάδιο μετά τον τοκετό και για χρονικό διάστημα μέχρι δύο μηνών. γ. Γαλουχούσα εργαζόμενη. Κάθε εργαζόμενη γυναίκα που γαλουχεί, εφόσον έχει πληροφορήσει σχετικά τον εργοδότη της και για χρονικό διάστημα μέχρι ένα έτος από τον τοκετό". Ενώ στο άρθρο 10 του ίδιου π.δ/τος ορίζεται ότι "προκειμένου να εξασφαλιστεί στις εργαζόμενες γυναίκες, κατά την έννοια του άρθρου 2, η άσκηση των δικαιωμάτων προστασίας της ασφάλειας και της υγείας τους, τα οποία αναγνωρίζονται στο παρόν άρθρο, προβλέπεται ότι: 1) Απαγορεύεται η καταγγελία της σχέσης εργασίας των εργαζομένων γυναικών. Κατά την έννοια του άρθρου 2, σύμφωνα με το άρθρο 15 του ν. 1483/84. 2. Σε περίπτωση καταγγελίας της σχέσης εργασίας εφόσον υπάρχει σπουδαίος λόγος σύμφωνα με το άρθρο 15 του ν. 1483/84, ο εργοδότης οφείλει να αιτιολογήσει δεόντως την καταγγελία γραπτώς και να προβεί σε σχετική κοινοποίηση και προς τις αρμόδιες υπηρεσίες επιθεώρησης εργασίας των Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων". Από τη σαφή και αδιάστικτη διατύπωση της ως άνω διατάξεως της παρ. 1 του 15 του ν. 1483/1984 σαφώς προκύπτει ότι για την εφαρμογή της, δηλαδή για την ακυρότητα της καταγγελίας της σχέσεως εργασίας εργαζομένης από τον εργοδότη της, τόσο κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της όσο και για το, κατ' αρχήν, βασικό χρονικό διάστημα του ενός έτους μετά τον τοκετό ή για το μεγαλύτερο χρονικό διάστημα λόγω ασθένειας που οφείλεται στην κύηση ή στον τοκετό, με εξαίρεση την περίπτωση υπάρξεως σπουδαίου λόγου για καταγγελία, χωρίς όμως να μπορεί να θεωρηθεί σε οποιαδήποτε περίπτωση ότι αποτελεί τέτοιο σπουδαίο λόγο η ενδεχό-μενη μείωση της αποδόσεως της εργασίας της εγκύου που οφείλεται στην εγκυμοσύνη, αρκεί να υπήρξε εγκυμοσύνη και τοκετός, ανεξάρτητα από το αν ο εργοδότης γνώριζε ή όχι την εγκυμοσύνη αυτήν. Όπως δε από την ίδια διάταξη επίσης σαφώς προκύπτει, ως απαγορευμένη και επομένως απολύτως άκυρη θεωρείται μια τέτοια καταγγελία, εκτός αν υπάρχει σπουδαίος λόγος, και στην περίπτωση κατά την οποία το έμβρυο γεννήθηκε νεκρό, δεδομένου ότι όχι μόνο δεν γίνεται οποιαδήποτε σχετική διάκριση στην εν λόγω διάταξη, αλλά και στην περίπτωση αυτήν υπάρχουν οι ειδικές εκείνες περιστάσεις, εξαιτίας των οποίων επιβάλλεται η εργαζόμενη να τύχει ειδικής προστασίας για την αποκατάσταση του οργανισμού της που κλονίστηκε λόγω του τοκετού. Αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή θα παραγνώριζε το σκοπό του ως άνω νόμου, ο οποίος συνίσταται στην προστασία της μητρότητας εν γένει και στην ενθάρρυνση των μισθωτών γυναικών να αποκτούν τέκνα, πράγμα που επιτυγχάνεται με την εξασφάλιση της αποκαταστάσεως και της προσαρμογής του οργανισμού τους στην πριν από την εγκυμοσύνη τους φυσιολογική κατάσταση, ώστε πριν από την πάροδο του προς τούτο απαιτούμενου χρόνου και τουλάχιστον πριν από την πάροδο ενός έτους μετά τον τοκετό να μην είναι επιτρεπτή κατά το νόμο (το άρθρο 15 παρ. 1 ν. 1483/1984) των εργασιακών τους συμβάσεων. Η τελευταία δε αυτή διάταξη δεν τροποποιήθηκε ως προς το χρονικό διάστημα (ένα έτος) μετά τον τοκετό κατά το οποίο απαγορεύεται η καταγγελία της σχέσεως εργασίας εργαζομένης από τον εργοδότη της, με εξαίρεση την περίπτωση της υπάρξεως σπουδαίου λόγου, με το ως άνω π.δ, δεδομένου ότι και με το άρθρο 10 του προεδρικού αυτού διατάγματος, που, κατά το άρθρο του 1 παρ. 1, εκδόθηκε για την προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις της οδηγίας 92/85/ΕΟΚ της 19-10-1992 "σχετικά με την εφαρμογή μέτρων που αποβλέπουν στη βελτίωση της υγείας και της ασφάλειας κατά την εργασία των εγκύων, λεχώνων και γαλουχουσών", απαγορεύεται η καταγγελία της σχέσης εργασίας των εργαζομένων γυναικών, κατά την έννοια του ως άνω άρθρου 2 (του εν λόγω π.δ/τος), σύμφωνα με το άρθρο 15 του ν. 1483/1984. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε εκτός άλλων, και τα ακόλουθα, που ενδιαφέρουν εδώ. Η αναιρεσείουσα εταιρεία είναι θυγατρική της φαρμακευτικής εταιρείας με την επωνυμία "PIERRE FABPE" με έδρα την Γαλλία και δραστηριοποιείται στην εισαγωγή και εμπορία στην Ελλάδα καλλυντικών προϊόντων των εταιρειών ..., ..., .., ..., ..., ...και ..., τα οποία διαθέτει ακολούθως κυρίως σε φαρμακεία. Δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, που καταρτίστηκε στην Αθήνα την ... μεταξύ των νομίμων εκπροσώπων της αναιρεσείουσας και της αναιρεσίβλητης, που είναι τεχνικός φαρμάκων, καλλυντικών και παρεμφερών προϊόντων, η τελευταία προσλήφθηκε από την πρώτη ως ιατρική επισκέπτρια, με αντικείμενο εργασίας της την επίσκεψη της σε νοσοκομεία και ιδιωτικά ιατρεία σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας, προκειμένου να ενημερώνει τους ιατρούς για τα προϊόντα της εταιρείας ..., αντί μηνιαίου μισθού ανερχομένου στο ποσό των 838,30 Ευρώ. Λόγω της άνω ιδιότητας της, της ιατρικής επισκέπτριας, που καθιστούσε αναγκαία τις συνεχείς μετακινήσεις της σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας, είτε για την επίσκεψη των ιατρών στα νοσοκομεία, στα οποία υπηρετούσαν, είτε στα ιδιωτικά τους ιατρεία, η αναιρεσείουσα παραχώρησε στην αναιρεσίβλητη, για την ευχερή άσκηση των καθηκόντων της, την χρήση του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου καθώς επίσης και κινητής τηλεφωνικής συνδέσεως, προκειμένου να επικοινωνεί για περιορισμένο χρόνο με συναδέλφους της ή με τη διοίκηση της εταιρείας για θέματα που ανάγονται στην άσκηση των υπηρεσιακών της καθηκόντων. Με την ανωτέρω ειδικότητα της η αναιρεσίβλητη παρείχε έκτοτε τις υπηρεσίες της στην αναιρεσείουσα ανελλιπώς μέχρι τα μέσα Ιανουαρίου 2004, οπότε γνωστοποίησε στην τελευταία ότι τελεί σε κατάσταση κυήσεως και ότι ο ιατρός της συνέστησε να αποφεύγει τις συχνές μετακινήσεις τόσο εντός της πόλεως των Αθηνών όσο και εκτός Αττικής, για την προστασία δε τόσο της ίδιας της αναιρεσίβλητης όσο και του εμβρύου η αναιρεσείουσα αποδέχθηκε το αίτημα της όπως, μέχρι την έναρξη της άδειας κυήσεως, εργαστεί ως αισθητικός στο φαρμακείο "...", που βρίσκεται στη ..., ενώ παράλληλα της επιτράπηκε να συνεχίσει να κάνει χρήση του ανωτέρω Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου καθώς και της τηλεφωνικής συνδέσεως για την ευχερέστερη άσκηση των καθηκόντων της. Ακολούθως, κατόπιν και πάλιν σχετικού αιτήματος της και προκειμένου να έχει καλύτερη πρόσβαση στην εργασία της, συμφωνήθηκε όπως κατά το χρονικό διάστημα από 19.4.2004 μέχρι και 23.6.2004 απασχοληθεί ως αισθητικός - σύμβουλος ομορφιάς στο Φαρμακείο "...", που βρίσκεται στην περιοχή της ... . Κατά την τελευταία αυτήν ημέρα, (23.6.2004) μετά προηγηθείσα ιατρική εξέταση της αναιρεσίβλητης διαπιστώθηκε ότι το από αυτήν κυοφορούμενο έμβρυο ήταν ήδη νεκρό και κατόπιν τούτου κατέστη αναγκαία η άμεση εισαγωγή της σε ιδιωτικό μαιευτήριο, στο οποίο, μετά πρόκληση φυσιολογικού τοκετού, έτεκε το από αυτής κυοφορούμενο τέκνο, το οποίο, όπως αναφέρθηκε, ήταν ήδη νεκρό. Μετά ταύτα η αναιρεσίβλητη ζήτησε και της χορηγήθηκε από το ΙΚΑ άδεια ασθένειας διάρκειας 34 ημερών, μετά τη λήξη της οποίας, κατόπιν αιτήσεως της, ζήτησε και έλαβε από την αναιρεσείουσα κανονική άδεια, διάρκειας 17 ημερών, που άρχιζε στις 28.7.2004 και έληγε στις 20.8.2004. Κατά την τελευταία αυτήν ημέρα της επανόδου της στην εργασία της και ενώ είχαν παρέλθει μόνον οκτώ και ήμισυ εβδομάδες από τον τοκετό και συνεπώς η αναιρεσίβλητη τελούσε σε κατάσταση λοχείας, γεγονός το οποίο γνώριζε η αναιρεσείουσα, η τελευταία με το επιδοθέν στην πρώτη ταυτόχρονο έγγραφο της κατήγγειλε την με αυτήν υφιστάμενη σύμβαση εργασίας και προέβη από τις 23.8.2004 στην απόλυση της, αφού της προσέφερε ως νόμιμη αποζημίωση της το ποσό των 2.836,07 Ευρώ. Στην εν λόγω έγγραφη καταγγελία δεν αναγραφόταν κάποιος σοβαρός λόγος, ο οποίος να τη δικαιολογεί, ούτε επιδόθηκε αυτή στην Επιθεώρηση Εργασίας της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως Αθηνών, όπως απαιτεί η διάταξη του άρθρου 10 παρ. 2 του Π.Δ/τος 176/1997. Περαιτέρω όμως, αποδείχτηκε ότι στην ως άνω καταγγελία της συμβάσεως εργασίας προέβη η αναιρεσείουσα αποκλειστικά και μόνο λόγω της ως άνω εγκυμοσύνης της ανσιρεσίβλητης και της στη συνέχεια απουσίας αυτής λόγω της χορηγηθείσας σ' αυτήν άδειας τοκετού, δηλαδή κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 15 παρ. 1 και 2 του Ν. 1483/1984 και 10 παρ. 1 του Π.Δ/τος 176/1997. Για την ως άνω γενόμενη καταγγελία της συμβάσεώς της, παρότι η αναιρεσείουσα γνώριζε ότι διαρκούσε ακόμη η κατάσταση της λοχείας της, η αναιρεσίβλητη διαμαρτυρήθηκε στους νόμιμους εκπροσώπους της αναιρεσείουσας, στους οποίους και γνωστοποίησε την εμμονή της στη συνέχιση της συμβάσεως της και στην προσφορά σ' αυτήν των υπηρεσιών της, μετά όμως την άρνηση τους ν' αποδεχτούν αυτές με την αιτιολογία ότι δεν υπάρχει κενή θέση ιατρικού επισκέπτη, άσκησε κατ' αυτών την ένδικη αγωγή της. Με βάση τις παραδοχές αυτές, αλλά και την περαιτέρω παραδοχή του ότι η κατά τα πιο πάνω γενόμενη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της αναιρεσίβλητης έγινε χωρίς να υφίσταται σπουδαίος προς τούτο λόγος, κατά τα ειδικότερα στην προσβαλλόμενη απόφαση σχετικώς διαλαμβανόμενα, τα οποία δεν ενδιαφέρουν εδώ, το Εφετείο με την απόφασή του αυτή δέχτηκε ότι η ανωτέρω, χωρίς τη συνδρομή σπουδαίου λόγου, γενόμενη από την αναιρεσείουσα καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της αναιρεσίβλητης, ενώ αυτή βρισκόταν σε κατάσταση λοχείας, αντιβαίνουσα στις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 15 του ν. 1483/1984 και 10 του π. δ/τος 176/1997, ήταν άκυρη και επομένως η αναιρεσείουσα, αρνούμενη τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες της αναιρεσίβλητης κατέστη υπερήμερη και υποχρεούται να καταβάλει σ' αυτήν τους μισθούς υπερημερίας του από 24-8-2004 έως 2-6-2005 χρονικού διαστήματος, κατά τα ειδικότερα στην απόφασή του αυτή σχετικώς διαλαμβανόμενα. Κρίνοντας το Εφετείο και δη με σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό πόρισμα ότι η ως άνω εκ μέρους της αναιρεσείουσας καταγγελία της με την αναιρεσίβλητη υφιστάμενης συμβάσεως εργασίας ήταν άκυρη, ως γενόμενη χωρίς σπουδαίο λόγο, δεν παραβίασε (με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τους) τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 15 του ν. 1483/1984 και του άρθρου 10 του π.δ. 176/1997. και αυτό γιατί, με βάση τις παραπάνω παραδοχές του, πράγματι η προαναφερόμενη εκ μέρους της αναιρεσείουσας καταγγελία της με την αναιρεσίβλητη υφιστάμενης συμβάσεως εργασίας ήταν, σύμφωνα με τα παραπάνω, απολύτως άκυρη, ακριβώς διότι έγινε πριν από την πάροδο ενός έτους μετά τον τοκετό, χωρίς να υπάρχει σπουδαίος προς τούτο λόγος, έστω και να το έμβρυο γεννήθηκε νεκρό, κατά τα προαναφερόμενα. Ακόμη δεν παραβίασε ούτε την παρ. 2 του άρθρου 15 του ν. 1483/1984, κατά την οποία "ο νόμος 1302/1982..., ο νόμος 1414/1984...., όπως και κάθε διάταξη που αναφέρεται στην προστασία της μητρότητας εφαρμόζεται και στους εργαζόμενους με σχέση έμμισθης εντολής", δεδομένου ότι ούτε ασχολήθηκε περαιτέρω, αλλ' ούτε και έπρεπε να ασχοληθεί με την ερμηνεία ή την εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση της εν λόγω διατάξεως, αφού, κυρίως, αυτή αφορά εργαζόμενες "με σχέση έμμισθης εντολής", ενώ στην εδώ ενδιαφέρουσα περίπτωση πρόκειται για εργαζόμενη με βάση σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, κατά τα προαναφερόμενα. Επομένως ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραβιάσεως του άρθρου 15 παρ. 1 και 2 του ν. 1483/1984 και του άρθρου 10 του π.δ 176/1997, όπως εκτιμάται, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος στο σύνολό του.
ΙΙ. Επειδή ως "πράγματα" που προτάθηκαν από τους διαδίκους, η μη λήψη υπόψη των οποίων από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β' του Κ.Πολ.Δ λόγο αναιρέσεως της αποφάσεώς του, νοούνται, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση ή αντένσταση (Ολ.ΑΠ 469/1984), ενώ "πράγματα", κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως, αποτελούν και οι λόγοι εφέσεως, αν είναι ορισμένοι. Πάντως δεν αποτελούν "πράγματα", κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως, η επίκληση των αποδεικτικών μέσων και του περιεχομένου των αποδείξεων. Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο (και τελευταίο) λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 8 περ. β'του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, γιατί δεν έλαβε υπόψη με την προσβαλλόμενη απόφασή του α) την υπ' αριθ. 128/1989 εγκύκλιο του Ι.Κ.Α που αφορά τη μη ύπαρξη δυνατότητας κατ5αβολήγς των επιδομάτων μητρότητας στις περιπτώσεις κατά τις οποίες το παιδί γεννιέται νεκρό ή πεθαίνει λίγες ώρες μετά τον τοκετό, β) την υπ' αριθ. 045/2004/23597 απόφαση του ΙΚΑ, με την οποία χορηγήθηκε στην αναιρεσίβλητη επίδομα ανικανότητας για εργασία, γ) την υπ' αριθ. 23971/4-8-2004 αίτηση της αναιρεσίβλητης προς το ΙΚΑ με την οποία ζητούσε να της χορηγηθεί επίδομα ασθενείας, δ) την έγγραφη βεβαίωση που αφορά την εργαζόμενη ... και ε) την υπ' αριθ. ... απόφαση του ΙΚΑ με την οποία χορηγήθηκε στην αμέσως πιο πάνω υπό το στοιχ. δ' εργαζόμενη επίδομα μητρότητας για κυοφορία - λοχεία, τα οποία έγγραφα προσκόμισε με επίκληση με τις κατ' έφεση υποβληθείσες προτάσεις της η αναιρεσείουσα. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει, σύμφωνα με τα παραπάνω, να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι η επίκληση όλων των αμέσως παραπάνω εγγράφων και του περιεχομένου τους δε αποτελούσε "πράγμα", κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β Κ.Πολ.Δ, με αποτέλεσμα, και στην περίπτωση κατά την οποία τα παραπάνω έγγραφα δεν λήφθηκαν υπόψη, να μην ιδρύεται ο από την εν λόγω διάταξη προβλεπόμενος αναιρετικός λόγος. Εξάλλου, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, στην επί της ουσίας της υποθέσεως κρίση του κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, εκτός των μνημονευόμενων ενόρκων μαρτυρικών καταθέσεων και ενόρκων βεβαιώσεων, και όλων των εγγράφων, τα οποία με επίκληση προσκομίστηκαν από τους διαδίκους. Από τη βεβαίωση αυτήν και την όλη περαιτέρω σχετική αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του καθίσταται χωρίς οποιαδήποτε αμφιβολία βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και εκτίμησε και όλα τα αμέσως πιο πάνω στο δεύτερο λόγο αναιρέσεως αναφερόμενα έγγραφα υπό τα στοιχεία α' έως και ε', τα οποία είχε επικαλεστεί και προσκομίσει η αναιρεσείουσα (εφόσον δε γίνεται μνεία για το αντίθετο στην εν λόγω απόφαση), έστω και αν δεν τα μνημονεύει στην απόφασή του ειδικώς και δεν τα αξιολογεί χωριστά και παρά το ότι, αντιθέτως, στην απόφασή του αυτήν κάνει ειδική μνεία και αξιολόγηση άλλων αποδεικτικών στοιχείων, επειδή τους αποδίδει ιδιαίτερη αποδεικτική βαρύτητα ως προς ορισμένο από τα αποδεικτέα πραγματικά περιστατικά. Επομένως σε κάθε περίπτωση ο αμέσως πιο πάνω δεύτερος (και τελευταίος) λόγος αναιρέσεως, ως τέτοιος από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' Κ.Πολ.Δ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση της μη λήψεως υπόψη των παραπάνω εγγράφων, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος στο σύνολό του.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-2-2008 αίτηση της Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΠΙΕΡ ΦΑΜΠΡ ΕΛΛΑΣ Ανώνυμος Εταιρία Καλλυντικών και Φαρμακευτικών Προϊόντων", για αναίρεση της υπ' αριθ. 3.618/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών