Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 6 Δεκεμβρίου 2012

ΜονΠρωτΘεσ 26534/2012 Αντισυνταγματική η Μείωση Μισθών με την υπ’ αριθμ. 6 ΠΥΣ/28-2-2012

Με τη γνωστή πλέον απόφαση υπ' αριθμ. 26534/2012 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης κρίθηκε ότι για να πραγματοποιηθούν οι πολιτικές που εξαγγέλλονται από το πρώτο Μνημόνιο πρέπει να εκδοθούν σχετικές πράξεις από τα αρμόδια, κατά το Σύνταγμα, όργανα του Ελληνικού Κράτους. Επίσης κρίθηκε ότι οι διατάξεις της ΠΥΣ 6/28.02.2012, με τις οποίες εισάγονται για πρώτη φορά στην ελληνική έννομη τάξη πρωτογενείς κανόνες δικαίου, εκδόθηκαν από τη διοίκηση κατά παράβαση των άρθρων 26 και 43 παρ. 2 του Συντάγματος και για το λόγο αυτό είναι μη εφαρμοστέες. Εξάλλου, οι διατάξεις της ΠΥΣ 6/2012 εισάγουν αδικαιολόγητα δυσμενή μεταχείριση σε βάρος των νεοπροσληφθέντων εργατοτεχνιτών έναντι των εργατοτεχνιτών που προσλήφθηκαν σε προγενέστερο χρονικό διάστημα από αυτούς και παραβιάζουν κατάφωρα την αρχή της ισότητας στις εργασιακές σχέσεις. Κρίθηκε επίσης ότι η απεργία των εργαζομένων στο Μετρό Θεσσαλονίκης δεν είναι καταχρηστική. Δεν αποδείχθηκε ότι έχει χαρακτήρα διαρκείας σε δυσανάλογο βαθμό με το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, ούτε βέβαια μπορεί να συνιστά τέτοιου είδους κατάχρηση η απεργιακή κινητοποίηση κάποιων ημερών, ενόψει του μείζονος θέματος των αμοιβών που συνιστούν πλέον εκμετάλλευση του εργαζομένου και θέτει σε κίνδυνο την επιβίωση του και με άμεσο συλλογικό ενδιαφέρον και αλληλεγγύης.

Ακολουθεί ολόκληρο το κείμενο της απόφασης:

ΑΠΟΦΑΣΗ: 26534/2012
Αριθμός κατάθεσης αγωγής: 32594/2012
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
ΕΙΔΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

[....]

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ


Με το αρθρ. 1 §2 ν.4046/2012 (ΦΕΚ 28/14.02.2012), ο οποίος (ν. 4046/2012) ψηφίσθηκε από την Ολομέλεια της Βουλής με τη διαδικασία του κατεπείγοντος, ενεκρίθη το Μνημόνιο Συνεννόησης (Memorandum ofUnderstanding) μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Τράπεζας της Ελλάδας, το οποίο αποτελείται από τα εξής επιμέρους Μνημόνια : α) Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής, β) Συνεννόησης στις Συγκεκριμένες Προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής και γ) Τεχνικό Μνημόνιο Συνεννόησης. Τα παραπάνω μνημόνια επισυνάφθηκαν στο ν. 4046/2012 ως παραρτήματα του και δημοσιεύθηκαν στο ίδιο ΦΕΚ υπ' αριθμ. 28/14.02.2012, στην αγγλική (ως επίσημη γλώσσα) και σε ελληνική μετάφραση (βλ. ΛΕΒΕΝΤΗ, Γ., Οι πρόσφατες αλλαγές που επέφερε ο ν.4046/2012 στο εργατικό δίκαιο, ΔΕΝ 2012.226). Με το άρθρ. 1 §6 ν. 4046/2012 ορίζεται ότι «οι ρυθμίσεις που περιλαμβάνονται στο Κεφάλαιο Ε ... παρ. 28 και 29 του Μνημονίου Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής και στο  Κεφάλαιο 4 ... παρ. 4.1 του Μνημονίου Συνεννόησης στις Συγκεκριμένες Προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής, τα σχέδια των οποίων εγκρίνονται κατά την παρ. 2 και προσαρτώνται ως παράρτημα V στον παρόντα νόμο, συνιστούν πλήρεις κανόνες δικαίου άμεσης εφαρμογής. Με αποφάσεις του Υπουργικού Συμβουλίου ρυθμίζεται κάθε αναγκαίο ζήτημα για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου». Ακολούθως, με βάση την πιο πάνω εξουσιοδότηση του άρθρ. 1 § 6 ν. 4046/2012, εκδόθηκε η Πράξη Υπουργικού Συμβουλίου (Π.Υ.Σ.) 6/28.02.2012 (με τον τίτλο «Ρύθμιση θεμάτων για την εφαρμογή της παραγράφου 6 του άρθρου 1 του ν. 4046/2012», ΦΕΚ Α' 38/28.02.2012) στο αρθρ. 5 της οποίας ορίζονται τα εξής: «1. Από 14.02.2012 συμβάσεις εργασίας εργαζομένων που προβλέπεται να λήγουν με τη συμπλήρωση ορίου ηλικίας ή με τη συμπλήρωση των προϋποθέσεων συνταξιοδότησης, νοούνται ως συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου και σε περίπτωση λύσης αυτών εφαρμόζονται οι διατάξεις του ν. 2112/1920, όπως ισχύει. Οι διατάξεις που προβλέπονται στο προηγούμενο εδάφιο εφαρμόζονται και σε επιχειρήσεις, εταιρείες ή οργανισμούς που υπάγονται ή είχαν υπαχθεί οποτεδήποτε κατά το παρελθόν στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός είχε οριοθετηθεί κάθε φορά με τις διατάξεις της παραγράφου 6 του άρθρου 1 του ν. 1256/1982 (Α’ 65) ή με τις διατάξεις του άρθρου 51 του ν. 1892/1990 (Α’101).


2. Από την 14.02.2012 διατάξεις νόμων ή κανονιστικών αποφάσεων, καθώς και όροι Συλλογικών Συμβάσεων και Διαιτητικών Αποφάσεων, Κανονισμών Εργασίας, Οργανισμών Προσωπικού και αποφάσεων Διοίκησης επιχειρήσεων, που θεσπίζουν όρους που υποκρύπτουν μονιμότητα ή ρήτρες μονιμότητας παρεκκλίνοντας από τους γενικούς κανόνες της εργατικής νομοθεσίας ή/και προβλέπουν την εφαρμογή, αναλογική ή ευθεία, διατάξεων του Κώδικα περί Δημοσίων Υπαλλήλων, καταργούνται. Οι διατάξεις που προβλέπονται στο προηγούμενο εδάφιο εφαρμόζονται και σε επιχειρήσεις εταιρείες ή οργανισμούς που υπάγονται ή είχαν υπαχθεί οποτεδήποτε κατά το παρελθόν στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός είχε οριοθετηθεί κάθε φορά με τις διατάξεις της παραγράφου 6 του άρθρου 1 του ν.1256/1982 (Α' 65) ή με τις διατάξεις του άρθρου 51 του ν.1892/1990 (Α 101)». Με τις διατάξεις του αρθρ. 43 §§2 και 4 του Συντάγματος παρέχεται στον κοινό νομοθέτη η εξουσία να μεταβιβάζει την αρμοδιότητα του προς θέσπιση κανόνων δικαίου στην εκτελεστική εξουσία, υπό την επιφύλαξη ότι το αντικείμενο της ρύθμισης δεν έχει με άλλη συνταγματική διάταξη εξαιρεθεί της νομοθετικής εξουσιοδότησης. Τίθεται δε ο κανόνας ότι η σχετική νομοθετική εξουσιοδότηση παρέχεται προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, ως αρχηγό της εκτελεστικής εξουσίας, που ασκεί την μεταβιβαζόμενη αρμοδιότητα με την έκδοση προεδρικών διαταγμάτων. Μ' αυτά ρυθμίζονται είτε θέματα καθοριζόμενα σε γενικό πλαίσιο, υπό ορισμένους όρους, με νόμους που ψηφίζονται από την Ολομέλεια της Βουλής (νόμους πλαίσιο) (§4), είτε ειδικά θέματα που προσδιορίζονται συγκεκριμένα από την εξουσιοδοτική διάταξη (§2 εδ.α').


Περαιτέρω, με τη διάταξη της §2 εδ.β1 αρθρ. του ίδιου αρθρ. 43 του Συντάγματος, προβλέπεται ότι φορέας της εξουσιοδότησης μπορεί να είναι και άλλα, εκτός του Προέδρου της Δημοκρατίας, όργανα της Διοίκησης, εφόσον πρόκειται περί «ειδικότερων», «τοπικού ενδιαφέροντος», «λεπτομερειακών» ή «τεχνικών» θεμάτων. Ως ειδικότερα θέματα νοούνται εκείνα τα οποία αποτελούν, κατά το περιεχόμενο τους και σε σχέση με την ουσιαστική ρύθμιση που περιέχεται στο νομοθετικό κείμενο, μερικότερη περίπτωση ορισμένου θέματος, που αποτελεί το αντικείμενο της νομοθετικής ρύθμισης. Αυτόδηλο  περιορισμό ωστόσο στην κανονιστική δράση της διοίκησης συνιστούν τα ίδια τα όρια της εξουσιοδότησης. Κανονιστικές πράξεις της διοίκησης που στερούνται εξουσιοδοτικής κάλυψης είναι νομικά ανίσχυρες. Απαιτείται επομένως, στην περίπτωση αυτή, να περιέχει ο εξουσιοδοτικός νόμος όχι απλώς τον καθ' ύλην προσδιορισμό του αντικειμένου της εξουσιοδότησης, αλλά επιπλέον και την ουσιαστική  ρύθμιση του, έστω σε γενικό, ορισμένο όμως πλαίσιο, σύμφωνα με το οποίο θα ενεργήσει η Διοίκηση, προκειμένου να ρυθμίσει τα μερικότερα θέματα (ΟλΣτΕ 1210/2010 ΝΟΜΟΣ, ΟλΣτΕ 1892/2010 ΝΟΜΟΣ, ΟλΣτΕ 3220/2010 ΝΟΜΟΣ, ΟλΣτΕ 3973/2009 ΝΟΜΟΣ, ΟλΣτΕ 125/2009 ΝΟΜΟΣ, ΟλΣτΕ 2815/2004 ΝΟΜΟΣ, ΣτΕ2536/2011 ΝΟΜΟΣ, ΣτΕ 3285/2011 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 648/2011 ΝΟΜΟΣ). Στην προκείμενη περίπτωση, κατά την οποία αποδέκτης της εξουσιοδότησης θα έπρεπε, σύμφωνα με όσα  προαναφέρθηκαν, να είναι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας και όχι το Υπουργικό Συμβούλιο, ο ν. 4046/2012 όχι μόνο δεν θέτει το πλαίσιο και τις γενικές κατευθύνσεις υπό τις οποίες καλείται να ενεργήσει η διοίκηση με την έκδοση κανονιστικής πράξης (βλ. ΠΙΚΟΥΛΑ, Ι., Οι μεταβολές τις οποίες ο πρόσφατος «μνημονιακός» ν. 4046/2012 επέφερε στην εργατική νομοθεσία, ΕΕργΔ 2012.232 και ιδίως 233), αλλά δεν περιέχει κανέναν κανόνα δικαίου. Ο νόμος απλώς παραπέμπει σε κεφάλαια των «Μνημονίων», τα οποία προσαρτήθηκαν ως παράρτημα V σ' αυτόν, με την πρόβλεψη ότι «συνιστούν πλήρεις κανόνες δικαίου άμεσης εφαρμογής». Τα δύο δε «Μνημόνια» δεν περιέχουν κανόνες δικαίου, αλλά απλές προγραμματικές διακηρύξεις, που από τη φύση τους δεν μπορούν να αποτελέσουν βάση κανονιστικής δέσμευσης, παρά την παραπομπή σ' αυτά του νόμου (βλ. ΚΑΤΡΟΥΓΚΑΛΟ, Γ. Το τέλος του εργατικού δικαίου. Συνταγματική αποτίμηση της «αντιμεταρρύθμισης» του Μνημονίου ΙΙ, ΕΕργΔ 2012.637 και ιδίως 638-639). Ειδικά ως προς το πρώτο από αυτά, έχει ήδη κριθεί εξάλλου, ότι δεν αναγνωρίζει αρμοδιότητες σε όργανα διεθνών οργανισμών, ούτε θεσπίζει άλλους κανόνες δικαίου και δεν έχει άμεση εφαρμογή, αλλά για να πραγματοποιηθούν οι εξαγγελλόμενες μ' αυτό πολιτικές, πρέπει να εκδοθούν σχετικές πράξεις από τα αρμόδια, κατά το Σύνταγμα, όργανα του Ελληνικού Κράτους (νόμοι ή κανονιστικές διοικητικές πράξεις κατ' εξουσιοδότηση νόμου) (ΟλΣτΕ 668/2012 ΕΕργΔ 2012.393). Συνεπώς οι διατάξεις της Π.Υ.Σ. 6/28.02.2012, με τις οποίες εισάγονται για πρώτη φορά στην ελληνική έννομη τάξη πρωτογενείς κανόνες δικαίου, εκδόθηκαν από τη διοίκηση κατά παράβαση των αρθρ. 26 και 43 §2 του Συντάγματος και για το λόγο αυτόν είναι μη εφαρμοστέες. Ως δικαίωμα δε των εργαζομένων η απεργία μπορεί να ασκηθεί και ως εκδήλωση συναδελφικής αλληλεγγύης για τους προαναφερθέντες σκοπούς. Συνεπώς, η απεργία αλληλεγγύης, ιδίως στις περιπτώσεις εκείνες που με αυτή διώκεται η μη απόλυση ή ηεπαναπρόσληψη μισθωτών της ίδιας επιχείρησης είναι νόμιμη, υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι αυτή αποσκοπεί στην προστασία του συλλογικού συμφέροντος των μισθωτών. (Α.Π. 1579/1990 ΕΕΝ 1991, 693, Εφ.θεσσ. 1976/2004 ΕΕργΔ 2004, 1092, Εφ.Θρ. 71/1991 ΕΕργΔ 1991, 282, Εφ.Θεσσ. 598/1983 Αρμ 1984, 298). Η άσκηση, ωστόσο, του δικαιώματος αυτού δεν είναι ανέλεγκτη αλλά υπόκειται στους περιορισμούς τόσο του άρθρου 25 παρ. 3 του Συντάγματος όσο και του άρθρου 281 Α.Κ. Έτσι, το δικαστήριο, εκτός από τη συνδρομή των προϋποθέσεων που ορίζει ο νόμος ότι πρέπει να τηρηθούν για τη νομότυπη άσκηση του δικαιώματος αυτού, ελέγχει και αν το ως άνω δικαίωμα έχει ασκηθεί κατά τρόπο που υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος (Ολ.Α.Π. 27/2004 ΝοΒ 2005, 84, Εφ.Αθ. 5799/2001 ΔΕΕ 2001, 1032). Κρίσιμα στοιχεία για τη διαπίστωση της υπέρβασης των ορίων αυτών, η οποία καθιστά την απεργία καταχρηστική, είναι μεταξύ άλλων η στάθμιση των αντιτιθέμενων συμφερόντων των απεργών και του εργοδότη, του μεγέθους των ζημιογόνων συνεπειών, τις οποίες προκαλεί στον εργοδότη και το κοινωνικό σύνολο σε συνδυασμό με τη μορφή και τη διάρκεια της, την έκταση της προσβολής των ατομικών δικαιωμάτων τρίτων και η προφανής ή μη δυσαναλογία μεταξύ της ζημίας της επιχείρησης και της αναμενόμενης ωφέλειας των απεργών (Εφ.Αθ. 5799/2001, ό.π., Εφ.Θεσσ. 608/2000, ό.π., Εφ.Αθ.  7807/1991 ΕλλΔνη 1993, 110). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 23§§1 και 2 εδ. α', β' του ισχύοντος Συντάγματος, προκύπτει ότι, το κράτος λαμβάνει τα προσήκοντα μέτρα προς διασφάλιση της συνδικαλιστικής ελευθερίας και την ακώλυτη άσκηση των συναφών προς αυτήν δικαιωμάτων, κατά κάθε προσβολής αυτών, μέσα στα όρια του νόμου, ότι η απεργία αποτελεί δικαίωμα και ασκείται από τις νόμιμα συστημένες συνδικαλιστικές οργανώσεις για τη διαφύλαξη και την προαγωγή των οικονομικών και εργασιακών γενικά συμφερόντων των εργαζομένων και ότι, το δικαίωμα προσφυγής σε απεργία τελεί υπό τους συγκεκριμένους περιορισμούς του νόμου που το ρυθμίζει, προκειμένου περί των δημοσίων υπαλλήλων κ.λ.π., ως και του προσωπικού των κάθε μορφής επιχειρήσεων δημοσίου χαρακτήρα ή κοινής ωφελείας, η λειτουργία των οποίων έχει ζωτική σημασία για την εξυπηρέτηση βασικών αναγκών του κοινωνικού συνόλου.


Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 23 παρ. 2 του ισχύοντος Συντάγματος και των άρθρων 1 επ. και 19 παρ. 1 ν. 1264/1982 προκύπτει ότι η απεργία, δηλαδή η συμφωνημένη συλλογική διακοπή της εργασίας των μισθωτών είτε ορισμένου επαγγελματικού κλάδου είτε ορισμένης επιχείρησης ή τμήματος αυτής, αποτελεί δικαίωμα και ασκείται από τις νόμιμα συνεστημένες συνδικαλιστικές οργανώσεις για τη διαφύλαξη και προαγωγή των οικονομικών, εργασιακών, συνδικαλιστικών και ασφαλιστικών συμφερόντων των εργαζομένων (Εφθεσ 1608/2000 Αρμ. 2000.1116). Επίσης και ως εκδήλωση αλληλεγγύης για τους ίδιους ως άνω σκοπούς. Η άσκηση, ωστόσο, του δικαιώματος αυτού δεν είναι ανέλεγκτη αλλά υπόκειται στους περιορισμούς τόσο του αριθμού 25 παρ. 3 του Συντάγματος όσο και του άρθρου 281 ΑΚ. Ετσι, το δικαστήριο, εκτός από τη συνδρομή των προϋποθέσεων που ορίζει ο νόμος ότι πρέπει να τηρηθούν για τη νομότυπη άσκηση του δικαιώματος αυτού, ελέγχει και αν το ως άνω δικαίωμα έχει ασκηθεί κατά τρόπο που υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος (ΟλΑΠ 27/2004 ΝοΒ 2005.84, ΕφΑΘ 5799/2001 (ΔΕΕ 2001.1032). Κρίσιμα στοιχεία για τη διαπίστωση της υπέρβασης των ορίων αυτών, η οποία καθιστά την απεργία καταχρηστική, είναι μεταξύ άλλων η στάθμιση των αντιτιθέμενων συμφερόντων των απεργών και του εργοδότη, καθώς και η εν γένει μεθόδευση των απεργιακών κινητοποιήσεων στη συγκεκριμένη περίπτωση (Εφθεσ 1608/2000, ό.π., ΕφΑΘ 7807/1991 ΕλλΔνη 1993.130 Λεβέντης, Η καταχρηστική απεργία κατά το Σύνταγμα και το κοινό δίκαιο, ΝοΒ 1984.249). Εξάλλου, ο εργοδότης κατά του οποίου στρέφεται η απεργία έχει, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 70 του ΚΠολΔ και 22 επ. του ν. 1264/1982, έννομο συμφέρον να ζητήσει να αναγνωριστεί δικαστικώς ότι η απεργία είναι καταχρηστική ή ότι δεν έχουν τηρηθεί οι νόμιμοι όροι για τη διενέργεια αυτής. Τέλος, κατά την άποψη του παρόντος δικαστηρίου, όταν ανακύπτει νομική διαφορά μεταξύ εργοδότη και εργαζομένων, η οποία όμως άπτεται του συλλογικού συμφέροντος αναλόγως των περιστάσεων δικαιολογείται η άσκηση του δικαιώματος απεργίας. Το ότι μια δημιουργηθείσα διαφορά ως συλλογική διαφορά συμφερόντων, έχει συγχρόνως και χαρακτήρα νομικής διαφοράς, διαφοράς δηλαδή που μπορεί να επιλυθεί και από τα αρμόδια δικαστήρια, δεν αναιρεί τη νομιμότητα του απεργιακού αιτήματος και το σχετικό ζήτημα πρέπει να κρίνεται κατά περίπτωση. Μια τέτοια απεργία δεν συνιστά επέμβαση στα έργα της δικαστικής λειτουργίας γιατί δεν έχει σκοπό να επιλύσει, ούτε και επιλύει τη νομική διαφορά σε περίπτωση επιτυχούς έκβασης της. Επιδιώκει απλώς την επίλυση της συλλογικής διαφοράς συμφερόντων αυτοδυνάμως στην ανάγκη και με θέσπιση νέου δικαίου (σ.σ.ε.). Στην προκείμενη περίπτωση, με την κρινόμενη αγωγή η ενάγουσα ανάδοχος κοινοπραξία που ανέλαβε την κατασκευή του έργου «Μετρό Θεσσαλονίκης» δυνάμει συμβάσεως με την κυρία του έργου «ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ ΑΕ» (προσθέτως παρεμβαίνουσα στην παρούσα δίκη, έχουσα προς τούτο έννομο συμφέρον) εκθέτει ότι το εναγόμενο σωματείο, ανακοίνωσε την 30/10/2012 ότι με απόφαση της έκτακτης γενικής Συνέλευσης που πραγματοποιήθηκε 30 Οκτωβρίου 2012 κήρυξαν 24ωρες επαναλαμβανόμενες απεργίες από την Πέμπτη 1 Νοεμβρίου 2012 διαμαρτυρόμενοι για τη μη τήρηση των συμφωνηθέντων από τις διαβουλεύσεις του καλοκαιριού, κατά τις οποίες υπήρχε δέσμευση για επαναπρόσληψη των απολυμένων όταν θα υπάρξει ανάγκη, με τους ίδιους όρους που ίσχυαν όταν απολύθηκαν και ισχύουν για όλους τους άλλους, την σύμβαση εργασίας που υποχρεώθηκαν να υπογράψουν οι επαναπροσληφθέντες παραβιάζοντας βασικές αρχές του Συντάγματος και την μη εφαρμογή των Νόμων όσον αφορά την αναβάθμιση των ειδικοτήτων των εργαζομένων, βάση των προϋποθέσεων που θέτει η σύμβαση που έχουν υπογράψει. Ότι, εν συνεχεία το εναγόμενο σωματείο συνέχισε τις απεργιακές του κινητοποιήσεις καθώς με την από 2-11-2012 ανακοίνωση του γνωστοποίησε τη συνέχιση των 24ωρων επαναλαμβανόμενων απεργιών για τη Δευτέρα 5 Νοεμβρίου, την Τρίτη 6 και την Τετάρτη 7 Νοεμβρίου 2012 αναφέροντας στην ανακοίνωση το αίτημα της υπογραφής οικοδομικής σύμβασης εργασίας με τους 30επαναπροσληφθέντες εργατοτεχνίτες, με γνώμονα την τήρηση του Συντάγματος περί ισονομίας των εργαζομένων. Ότι, ακολούθως τους γνωστοποίησε το εναγόμενο με την από 6-11-2012 ανακοίνωση του τη συνέχιση των 24 ωρών απεργιών για τις 8 και 9 Νοεμβρίου 2012, ομοίως την από 9-11-2012 ανακοίνωση του για τη συνέχιση των 24ωρων απεργιών την 12η, 13η και 14η Νοεμβρίου, ομοίως την από 13-11-2012 ανακοίνωση του για τη συνέχιση των 24ωρων απεργιών την 15η και 16η Νοεμβρίου και τέλος την από 16-11-2012 ανακοίνωση του για τη συνέχιση των 24ωρων απεργιών την 19η, 20η, 21η και 22 Νοεμβρίου. Με βάση το ιστορικό αυτό και επικαλούμενη ότι η άνω προκηρυχθείσα απεργιακή κινητοποίηση είναι παράνομη και καταχρηστική για τους λόγους που διεξοδικά αναφέρει στο δικόγραφο της ζητεί: α) να αναγνωριστεί ότι είναι παράνομες και καταχρηστικές οι ως άνω προκηρυχθείσες και διεξαχθείσες απεργίες, β) να υποχρεωθεί το εναγόμενο σωματείο να παραλείψει την έναρξη της απεργίας, ή να διακόψει εφόσον αρχίσει για 19-11-2012, 20-11-2012, 21-11-2012 και 22-11-2012 και να επιβληθεί χρηματική ποινή 3.000 ευρώ για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσης του εναγόμενου με την απόφαση που θα εκδοθεί καθώς και να επιτραπεί η επίδοση της εκδοθησόμενης απόφασης και μετά την 7η ώρα μ.μ., καθώς και σε ημέρα Κυριακή ή άλλη ημέρα αργίας, δ) να κηρυχθεί η απόφαση που θα εκδοθεί προσωρινά εκτελεστή ως προς το καταψηφιστικό της αίτημα και να καταδικαστεί το εναγόμενο στα δικαστικά της έξοδα.


Η αγωγή αρμοδίως εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά την προκείμενη ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρο 22 παρ. 4 εδ α'Ν. 1264/1982, όπως ισχύει σήμερα σε συνδυασμό με τα άρθρα 663 έως 676 ΚΠολΔ) και είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 23 παρ 1, 2 του Συντάγματος, 19, 20 παρ. 1, 2 και 21 του Ν. 1264/1982, 281 ΑΚ, 68, 70, 125 παρ. 1 εδ α', αρθ. 907, 908 παρ 1 εδ. α', 946, 947 ΚΠολΔ και 176 του ΚΠολΔ. Πρέπει, επομένως, να εξεταστεί ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.


Κατά την προκείμενη διαδικασία των εργατικών διαφορών η πρόσθετη παρέμβαση επιτρέπεται σύμφωνα προς τα άρθρα 666 παρ. 1 και 231 ΚΠολΔ να ασκηθεί και δια των προτάσεων. Στην προκείμενη περίπτωση, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, το Εργατικό Κέντρο Θεσσαλονίκης με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του, η οποία καταχωρίστηκε στα ταυτάριθμα πρακτικά με την παρούσα, άσκησε πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του εναγόμενου σωματίου, το οποίο είναι μέλος του, ζητώντας την απόρριψη της αγωγής. Με το περιεχόμενο αυτό και αίτημα η κρινόμενη πρόσθετη παρέμβαση ασκείται παραδεκτά και είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 80 και 669 παρ. 2 ΚπολΔ. Επίσης, η κυρία του έργου Αττικό Μετρό ΑΕ άσκησε πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της ενάγουσας η οποία ασκήθηκε νομότυπα με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της και καταθέσεως προτάσεων κατά την ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου συζήτηση, η οποία είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 68 και 80 ΚΠολΔ. Πρέπει, επομένως, να εξεταστούν περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική τους βασιμότητα, συνεκδικαζόμενες με την υπό κρίση αγωγή λόγω της προφανούς συνάφειας τους με αυτήν (άρθρα 31 παρ 1, 246 και 285 ΚΠολΔ).


Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως, που διεξήχθησαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, οι οποίες περιλαμβάνονται στα ταυτάριθμα πρακτικά με την παρούσα, εκτιμώμενες σε συνδυασμό με όλα ανεξαιρέτως τα επικαλούμενα και νομότυπα από τους διαδίκους έγγραφα, αποδείχθηκαν, τα ακόλουθα πραγματικά γεγονότα: Η ενάγουσα η οποία είναι Ανάδοχος Κοινοπραξία κατασκευής του Μετρό Θεσσαλονίκης, μετά από σχετική εντολή της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας και αντίστοιχης έγκρισης της από τον κύριο του έργου εταιρία ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ ΑΕ, τις εντολές του οποίου συνήθως είναι υποχρεωμένη να ακολουθεί και να εφαρμόζει. Η προσθέτως παρεμβαίνουσα εταιρία ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ ΑΕ ιδρύθηκε με το άρθρο 1 παρ 1 του Ν. 1955/1991, ως Νομικό πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου και με κύριο και αποκλειστικό μέτοχο το Ελληνικό Δημόσιο. Στα πλαίσια της επιτάχυνσης των εργασιών αποπεράτωσης των αρχαιολογικών εργασιών μέχρι το τέλος Δεκεμβρίου 2012 και τις ανάγκες κατασκευής του Σταθμού «ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ» του μετρό Θεσσαλονίκης, εκδόθηκε από την ΙΣΤ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασσικών Αρχαιοτήτων η υπ' αριθμ. 107/5-10-2012 Αρχαιολογική Εντολή της παραπάνω Εφορείας, με την οποία εδόθη εντολή να προβούν στην «πρόσληψη εκατόν εβδομήντα (170) εργατών, με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου (20 ημέρες), με δυνατότητα παράτασης μέχρι την ολοκλήρωση της ανασκαφής στο «Σταθμό Δημοκρατίας». Η εντολή αυτή εγκρίθηκε από τον κύριο του έργου εταιρία ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ ΑΕ στις 11-10-2012 για την πρόσληψη των παραπάνω 170 εργατών με ημερομίσθιο. Αμέσως με τη λήψη της εντολής η ενάγουσα απέστειλε προς την εταιρεία ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ ΑΕ το υπ' αριθμ. πρωτ. COΝ-06/004-ΑΙΑSΑ-06772/11-10-2012 έγγραφο, με το οποίο υπέβαλλε σχέδιο σύμβασης ορισμένου χρόνου των εργατών που θα προσλαμβάνονταν για την υλοποίηση της αρχαιολογικής εντολής, ενώ ζητήθηκαν και διευκρινίσεις σχετικά με τηνκαταβληθησόμενη αμοιβή. Σε απάντηση του εγγράφου αυτού ο κύριος του έργου εταιρεία ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ ΑΕ απέστειλε το υπ’ αριθμ. πρωτ. CΟΝ-06/004-ΑΜ- 04672/18-10-2012 έγγραφο της με την οποία γνώρισε μεταξύ άλλων ότι οι συμβάσεις (ορισμένου χρόνου) που θα υπογραφούν με τους εργαζόμενους, θα πρέπει να αναφέρουν ρητά ότι αυτές συνάπτονται μόνο για 20 ημέρες και για τις εργασίες στο Σταθμό Δημοκρατίας και ότι η αμοιβή θα είναι σύμφωνη με την ΠΥΣ 6/28.02.2012 και την Εγκύκλιο 4601/304/12.03.2012 του ΥΠ. Εργασίας για τα κατώτατα όρια αποδοχών του 2012  όπως προβλέπεται για ημερομίσθια απασχόληση. Η Κοινοπραξία συμμορφώθηκε με τις παραπάνω υποδείξεις του κυρίου του έργου και την Παρασκευή 19 Οκτωβρίου 2012 άρχισε τη διαδικασία για να προβεί σε προσλήψεις τριάντα (30) ατόμων εργατοτεχνικού προσωπικού, από αυτούς που είχε γίνει διακοπή της εργασιακής τους σχέσης τους προηγούμενους θερινούς μήνες επειδή αποτελούσαν πλεονάζον προσωπικό που δεν μπορούσε να απασχοληθεί σε κάποιο εργοτάξιο κατασκευής των Σταθμών του μετρό Θεσσαλονίκης.


Περαιτέρω αποδείχθηκε όπως κατατέθηκε από όλους τους εξεταζόμενους μάρτυρες ότι το προσωπικό αυτό δεν ήταν αναγκαίο για την αποπεράτωση του σταθμού και ότι αρκούσαν οι ήδη υπάρχοντες. Στα πλαίσια των διαβουλεύσεων σύμφωνα με τις διατάξεις του ΠΔ 240/2006, υπήρχε πάγιο αίτημα του εναγομένου Σωματείου ώστε σε περίπτωση που προκύψουν νέες θέσεις εργασίας στις αρχαιολογικές εργασίες, να προτιμηθούν εργαζόμενοι που είχαν ήδη απολυθεί για οικονομοτεχνικούς λόγους. Κατά την πρόσληψη των εργαζομένων τους γνωστοποιήθηκε ότι η πρόσληψη τους θα ήταν ορισμένου χρόνου και όχι αορίστου όπως παλαιότερα απασχολούνταν στην Κοινοπραξία και ότι η απασχόληση θα ήταν μόνο για 20 ημέρες και ότι οι αποδοχές του θα ήταν αυτές του  ημερομισθίου της Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας, όπως προβλέπεται από την ΠΥΣ 6/28.02.2012 και την Εγκύκλιο 4601/304/12.03.2012 του ΥΠ. Εργασίας για τα κατώτατα όρια αποδοχών του 2012 για ημερομίσθια απασχόληση. Από τους προσκληθέντες εργαζομένους άλλοι απάντησαν αρνητικά μη ενδιαφερόμενοι για εκ νέου απασχόληση με τις παραπάνω προϋποθέσεις, ενώ άλλοι απάντησαν θετικά, αποδεχόμενοι τους παραπάνω όρους, μη αντιλαμβανόμενοι όμως πλήρως, σύμφωνα με την κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης το μέγεθος των μειώσεων στις αποδοχές τους. Μετά από αυτά η ενάγουσα Κοινοπραξία προέβη την 22 και 23/10/2012 σε προσλήψεις 30 ατόμων εργατοτεχνικού προσωπικού και ειδικότερα δεκατεσσάρων ατόμων στις 22/11/2012 και δεκαέξι ατόμων στις 23/11/2012, που υπέγραψαν αντίστοιχες συμβάσεις ορισμένου χρόνου για 20 ημέρες. Την 19/10/2012 το εναγόμενο σωματείο υπέβαλε την από 19/10/2012 ανακοίνωση του, με την οποία ανακοίνωσε στην ενάγουσα την κήρυξη 4ωρης στάσης εργασίας τη Δευτέρα 22 Οκτωβρίου 2012, από τις 12:00 έως τις 16:00 και την πραγματοποίηση Έκτακτης γενικής Συνέλευσης για τον προγραμματισμό περαιτέρω κινητοποιήσεων, διαμαρτυρόμενοι με αυτόν τον τρόπο για τη μεθοδολογία με την οποία πραγματοποιούνται οι επαναπροσλήψεις 30 συναδέλφων τους, αναφέροντας στην ανακοίνωση τους: «Ένα τεράστιο έργο όπως είναι το Μετρό της Θεσσαλονίκης είναι ανεκδιήγητο να μην εφαρμόζει βασικές παραγράφους του Συντάγματος της Χώρας μας και να επιτρέπει την επιλεκτική συμπεριφορά μεταξύ των εργατών και το διαχωρισμό ενώ παράγουν το ίδιο να αμείβονται διαφορετικά. Απαιτούμε την ίση μεταχείριση των εργαζομένων και να σταματήσει άμεσα τη δημιουργία κλίματος εργατών δύο ταχυτήτων». Στη συνέχεια την 22.10.2012, ημέρα Δευτέρα και περί ώρα 15:30, το εναγόμενο σωματείο υπέβαλε την από 22/10/2012 ανακοίνωση του, με την οποία μας ανακοίνωσε «την κήρυξη 24ωρων επαναλαμβανόμενων Απεργιών αρχής γενομένης την Τρίτη 23 Οκτωβρίου 2012, διαμαρτυρόμενοι με αυτόν τον τρόπο για τη μεθοδολογία με την οποία πραγματοποιούνται οι επαναπροσλήψεις 30 συναδέλφων» και με αίτημα αυτολεξεί τα εξής: «Απαιτούμε την ίση μεταχείριση των εργαζομένων, καταργώντας τις αστείες συμβάσεις που χρησιμοποιείτε και προσλαμβάνοντας τους νέους εργατοτεχνίτες με την οικοδομική σύμβαση, η οποία ισχύει και για όλους τους άλλους.» Για τις παραπάνω απεργιακές κινητοποιήσεις του εναγομένου σωματείου, η ενάγουσα άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης την υπ' αριθμ. καταθ. 31277/24-10-2012 αγωγή, αιτούμενοι την αναγνώριση των παραπάνω απεργιακών κινητοποιήσεων από την 23/10/2012 και κάθε επόμενη ημέρα ως παρανόμων και καταχρηστικών, την παράλειψη της απεργίας την 24/10/2012 και 25/10/2012 και κάθε επόμενη ημέρα, με την απειλή επιβολής χρηματικής ποινής 3.000 Ευρώ σε περίπτωση παράβασης της απόφασης, την κήρυξη της εκδοθησόμενης απόφασης όσο αφορά το καταψηφιστικό της αίτημα ως προσωρινώς εκτελεστής και την επίδοση της απόφασης και μετά την 7:00 μμ, ακόμη και σε ημέρες αργίας ή Κυριακή. Επί της παραπάνω αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 25014/24-10-2012 απόφαση, η οποία δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και αναγνώρισε ότι οι αναφερόμενες απεργίες της 24/10/2012 και 25/10/2012 είναι παράνομες, διότι δεν είχε τηρηθεί η 24ωρη προβλεπόμενη από το νόμο προθεσμία γνωστοποιήσεως της απεργίας στον εργοδότη. Μετά την έκδοση και την επίδοση της παραπάνω απόφασης στο εναγόμενο, αυτό διέκοψε τις απεργιακές κινητοποιήσεις και τα μέλη του προσήλθαν για εργασία. Στη συνέχεια την 3011012012, ημέρα Τρίτη, το εναγόμενο σωματείο υπέβαλε την από 30/10/2012 ανακοίνωση του και γνωστοποίησε ότι πραγματοποιεί επαναλαμβανόμενες απεργίες διαμαρτυρόμενοι για την μη τήρηση των συμφωνηθέντων στις διαβουλεύσεις του καλοκαιριού, κατά τις οποίες υπήρχε δέσμευση για επαναπρόσληψη των απολυμένων όταν θα υπάρξει ανάγκη, με τους ίδιους όρους που ίσχυαν όταν απολύθηκαν και ισχύουν για όλους τους άλλους την σύμβαση εργασίας που υποχρεώθηκαν να υπογράψουν οι επαναπροσληφθέντες παραβιάζοντας βασικές αρχές του Συντάγματος και την μη εφαρμογή των Νόμων όσον αφορά την αναβάθμιση των ειδικοτήτων των εργαζομένων, βάση των προϋποθέσεων που θέτει η σύμβαση που έχουν υπογράψει. "Αλλωστε, όπως προκύπτει από την κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης υπήρξε ρητή δέσμευση της ενάγουσας κατά τις διαβουλεύσεις ότι η επαναπρόσληψη θα γινόταν με τους ίδιους όρους, παρόλα αυτά στα πρακτικά δεν αναγράφεται η ανωτέρω δέσμευση. Για τις παραπάνω απεργιακές κινητοποιήσεις (1/11/2012, 2/11/2012 και των επομένων ημερών), η ενάγουσα άσκησε την υπ1 αριθμ. καταθ. 31.974/31-10-2012 αγωγή, της οποίας δικάσιμος προς συζήτηση ορίσθηκε η 01-11-2012, ημέρα Πέμπτη, πλην όμως η συζήτηση της αγωγής αναβλήθηκε λόγω της διήμερης αποχής των δικηγόρων από τα καθήκοντα τους για τη δικάσιμο της 5ης Νοεμβρίου 2012, οπότε και αναβλήθηκε εκ νέου λόγω της συνεχιζόμενης αποχής των δικηγόρων από το λειτούργημα τους, για τη δικάσιμο της 12-11-2012, οπότε και πάλι αναβλήθηκε εκ νέου λόγω της συνεχιζόμενης αποχής των δικηγόρων για τη δικάσιμο της 20-11-2012,  από την οποία αγωγή η ενάγουσα παραιτήθηκε. Το εναγόμενο δε σωματείο συνέχισε τις απεργιακές τους κινητοποιήσεις και συγκεκριμένα: Με την από 02/11/2012 ανακοίνωση του γνωστοποίησε τη συνέχιση των 24ωρων επαναλαμβανόμενων απεργιών για την Δευτέρα 5 Νοεμβρίου, την Τρίτη 6 Νοεμβρίου και την Τετάρτη 7 Νοεμβρίου 2012, σύμφωνα με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης του Σωματείου της Τρίτης 30 Οκτωβρίου 2012 και με αιτήματα: «Την υπογραφή οικοδομικής  σύμβασης εργασίας με τους 30 επαναπροσληφθεντες εργατοτεχνίτες, με γνώμονα την τήρηση του Συντάγματος περί ισονομίας των εργαζομένων. Την τήρηση των συμφωνηθέντων από τις διαβουλεύσεις του καλοκαιριού, που αφορά τις  επαναπροσλήψεις απολυμένων όταν δημιουργηθεί ανάγκη για επιπλέον προσωπικό και αυτό να γίνει με τους ίδιους όρους αμοιβής που επικρατούσαν όταν απολύθηκαν. Την εφαρμογή του άρθρου 3 της ΣΣΕ του 1990 των Οικοδόμων που αφορά την αναβάθμιση των ειδικοτήτων των εργαζομένων». Ακολούθως το εναγόμενο Σωματείο με την από 06/11/2012 ανακοίνωση του γνωστοποίησε τη συνέχιση των 24ωρων επαναλαμβανόμενων απεργιών για την Πέμπτη 8 Νοεμβρίου και την Παρασκευή 9 Νοεμβρίου 2012, σύμφωνα με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης του Σωματείου της Τρίτης 30 Οκτωβρίου 2012, και με αιτήματα: «Την υπογραφή οικοδομικής σύμβασης εργασίας με τους 30 επαναπροσληφθέντες εργατοτεχνίτες, με γνώμονα την τήρηση του Συντάγματος περί ισονομίας των εργαζομένων. Την τήρηση των συμφωνηθέντων από τις διαβουλεύσεις του καλοκαιριού, που αφορά τις επαναπροσλήψεις απολυμένων όταν δημιουργηθεί ανάγκη για επιπλέον προσωπικό και αυτό να γίνει με τους ίδιους όρους αμοιβής που επικρατούσαν όταν απολύθηκαν. Την εφαρμογή του άρθρου 3 της ΣΣΕ του 1990 των Οικοδόμων, όσον αφορά την αναβάθμιση των ειδικοτήτων των εργαζομένων». Ομοίως το εναγόμενο Σωματείο με την από 09/11/2012 ανακοίνωση του, γνωστοποίησε τη συνέχιση των 24ωρων επαναλαμβανόμενων απεργιών για την Δευτέρα 12 Νοεμβρίου, την Τρίτη 13 Νοεμβρίου, Τετάρτη 14 Νοεμβρίου 2012, σύμφωνα με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης του Σωματείου της Παρασκευής 09 Νοεμβρίου 2012, και με αιτήματα όπως αυτά αναφέρονται στην παραπάνω ανακοίνωση, τα οποία είναι όμοια ακριβώς με αυτά της προηγουμένης ανακοίνωσης της 06/11/2012. Ομοίως το εναγόμενο Σωματείο με την από 13/11/2012 ανακοίνωση του, γνωστοποίησε τη συνέχιση των 24ωρων επαναλαμβανόμενων απεργιών για την Πέμπτη 15 Νοεμβρίου και την Παρασκευή 16 Νοεμβρίου 2012 και με όμοια αιτήματα. Ομοίως το εναγόμενο Σωματείο με την από 16/11/2012 ανακοίνωση γνωστοποίησε τη συνέχιση των 24ωρων επαναλαμβανόμενων απεργιών για την Δευτέρα 19 Νοεμβρίου, την Τρίτη 20 Νοεμβρίου, Τετάρτη 21 Νοεμβρίου και Πέμπτη 22 Νοεμβρίου 2012, σύμφωνα με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης του Σωματείου της Τρίτης 13 Νοεμβρίου 2012, και με όμοια αιτήματα. Περαιτέρω το Δικαστήριο κρίνει ότι η εν λόγω απεργία δεν είναι παράνομη, επειδή, όπως επικαλείται η ενάγουσα, αποβλέπει στην επίλυση νομικής διαφοράς, ούτε ότι με τον τρόπο αυτό υπάρχει παραγκωνισμός των δικαστηρίων, διότι τα ανωτέρω αναφερθέντα πραγματικά περιστατικά, που εντάσσονται στο πλαίσιο μιας γενικότερης αλλαγής των αμοιβών μετά την ισχύ της υπ' αριθμ. 6 ΠΥΣ/28-2-2012, με την οποία μειώνεται ο κατώτατος μισθός και καταργείται η μετενέργεια των συλλογικών συμβάσεων, την οποία και το Δικαστήριο κρίνει ως αντισυνταγματική, κατά παράβαση των άρθρων 26 και 43 παρ.2 του Συντάγματος και συνεπώς δεν μπορεί να εφαρμοστεί από το δικαστήριο, σύμφωνα και με τα οριζόμενα στην μείζονα της παρούσας. ʼλλωστε οι διατάξεις της ΠΥΣ 6/2012 εισάγουν αδικαιολόγητα δυσμενή μεταχείριση σε βάρος των νεοπροσληφθέντων εργατοτεχνιτών έναντι των εργατοτεχνιτών που προσλήφθηκαν σε προγενέστερο χρονικό διάστημα από αυτούς και παραβιάζουν κατάφωρα την αρχή της ισότητας στις εργασιακές σχέσεις. Εξάλλου το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο, στους νεοπροσληφθέντες εργατοτεχνίτες, σύμφωνα και με τις μαρτυρικές καταθέσεις, ανέρχεται στο μισό περίπου από αυτό των εργατοτεχνιτών που προσλήφθηκαν σε προγενέστερο χρονικό διάστημα και που απασχολούνται ακριβώς υπό τις ίδιες συνθήκες και με τα ίδια προσόντα με τους νεοπροσληφθέντες. Η μείωση αυτή, η οποία είναι συνιστά καταφανώς δυσμενή μεταχείριση, καθώς δεν συνιστά μείωση της τάξεως του 20% που θα δικαιολογούσε μια μεταχείριση διαφορετική λόγω των δυσμενών συνθηκών που διανύει η χώρα, δικαιολογεί την υπό κρίση απεργία καθώς επηρεάζει άμεσα και γενικά τις εργασιακές σχέσεις και επομένως υφίσταται εν προκειμένω συλλογικό συμφέρον, για τη διαφύλαξη του οποίου νομίμως προκηρύχθηκε η εν λόγω απεργία, η οποία σημειωτέον δεν στοχεύει στο να επιλύσει το νομικό ζήτημα, αλλά να θέσει νέες βάσεις διαλόγου και διαβουλεύσεων ώστε να βρεθεί μία βιώσιμη λύση, που δεν θα στερεί από τους εργαζόμενους το δικαίωμα στην εργασία στην ανάλογη αμοιβή με αυτήν και στην επιβίωση τους. Το δε γεγονός ότι υπάρχει το δικαίωμα στους νεοπροσληφθέντες να ασκήσουν αγωγές αξιώνοντας τις μισθολογικές διαφορές, δεν αναιρεί το δικαίωμα της απεργίας καθώς αυτό αποτελεί μέσο πίεσης για το κοινό συμφέρον του συνόλου των εργαζομένων και ανεξάρτητο δικαίωμα. Περαιτέρω η ίδια αυτή καθ1 εαυτή η απεργία έχει ως κύριο στόχο την επίτευξη των συμφερόντων των εργαζομένων μέσω της άσκησης οικονομικής πίεσης σε κάθε επιχείρηση και δεν αποδείχθηκε από κανένα αποδεικτικό μέσο ότι υπάρχει αφόρητη (τόσο πολύ μεγάλη που να προκαλεί το περί δικαίου αίσθημα), προφανής δυσαναλογία μεταξύ της ζημίας της επιχείρησης της ενάγουσας και της προσθέτως παρεμβαίνουσας από την απεργία και την ικανοποίηση του αιτήματος της και της ωφέλειας των απεργών, λαμβανομένης υπόψη και της τυχόν καθυστέρησης στην αποπεράτωση του έργου, το οποίο βρίσκεται στο 30%, ενώ ήδη θα έπρεπε να έχει αποπερατωθεί και παραδοθεί, η οποία καθυστέρηση σύμφωνα με τον μάρτυρα αποδείξεως οφείλεται σε λόγους διάφορους της απεργίας η οποία άλλωστε απεργία δεν διήρκησε 4 έτη, καθώς πιθανολογείται ότι το έργο θα καθυστερήσει κατά τέσσερα έτη, («ελπίζουμε ότι θα παραδοθεί το 2017», όπως κατέθεσε ο μάρτυρας της προσθέτως υπέρ της ενάγουσας παρεμβαίνουσας), σε συνδυασμό με το ότι στο εννοιολογικό περιεχόμενο του ατομικού και κοινωνικού δικαιώματος της απεργίας λόγω της διεκδικητικής αγωνιστικής φύσεως του, εμπεριέχεται ο εξαναγκασμός του εργοδότη στην ικανοποίηση του αιτήματος της με την πρόκληση κυρίως περιουσιακής φύσεως ζημίας του, που προκαλείται από την κήρυξη και την πραγμάτωση της απεργίας. Τέλος, δεν αποδείχθηκε ότι κατά την διαβούλευση, παρόλο που στα πρακτικά δεν αναγράφεται ουδέν, δεν υπήρξε συζήτηση και υπόσχεση για προσπάθεια στην περίπτωση που προσληφθούν οι ήδη απολυμένοι, να είναι με τους ίδιους όρους, καθώς ο μάρτυρας της εναγομένης κατέθεσε κατηγορηματικά ότι η ενάγουσα τους δήλωσε ότι «εννοείται με τους ίδιους όρους», που άλλωστε, σύμφωνα και με την κατάθεση του μάρτυρα αποδείξεως, συνέφερε οικονομικά και την ενάγουσα να είναι με τους ίδιους όρους αμοιβών. Επομένως, η εξαγγελθείσα ως άνω απεργία εκ μέρους του εναγομένου είναι νόμιμη, περαιτέρω δε δεν είναι καταχρηστική για τους προαναφερθέντες λόγους στα πλαίσια της ήδη ανωτέρω αναφερόμενης στάθμισης εννόμων αγαθών. Επίσης, η εν λόγω απεργία δεν είναι καταχρηστική διότι δεν αποδεικνύεται ότι έχει προς το παρόν χαρακτήρα διαρκείας σε δυσανάλογο βαθμό με το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, ούτε βέβαια μπορεί να συνιστά τέτοιου είδους κατάχρηση η απεργιακή κινητοποίηση κάποιων ημερών, ενόψει του μείζονος θέματος των αμοιβών που συνιστούν πλέον εκμετάλλευση του εργαζομένου και θέτει σε κίνδυνο την επιβίωση του και με άμεσο συλλογικό ενδιαφέρον και αλληλεγγύης. Κατόπιν αυτών, πρέπει η κρινόμενη αγωγή να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη. Η ενάγουσα πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του εναγομένου, κατά τα οριζόμενα αναλυτικά στο διατακτικό της παρούσας. Δικαστική δαπάνη δεν θα επιβληθεί σε βάρος της προσθέτως παρεμβαίνουσας εταιρίας ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ ΑΕ και υπέρ του προσθέτως παρεμβαίνοντος εργατικού κέντρου, εφόσον δεν προκλήθηκε πρόσθετη δαπάνη έκτης πρόσθετης παρέμβασης.

Παρασκευή 9 Σεπτεμβρίου 2011

ΟλΑΠ 9/2011: Καταρχήν Νόμιμη η Άρνηση του Εργοδότη να Επαναπασχολήσει Ακύρως Απολυθέντα Μισθωτό!

Με μία άκρως αντεργατική και - κατά τη γνώμη μου - νομικά ανερμάτιστη απόφασή της (9/2011), η πλειοψηφία της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου έκρινε ότι στην περίπτωση κατά την οποία αναγνωριστεί ως άκυρη η καταγγελία σύμβασης εργαζομένου από την πλευρά του εργοδότη, η υποχρέωση του τελευταίου για αποδοχή των υπηρεσιών του μισθωτού δεν ανακύπτει ως αυτόματη συνέπεια της αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας. Αντιθέτως, η άρνηση του εργοδότη να αποδεχθεί την εργασία του μισθωτού σε περίπτωση άκυρης απόλυσης, καθίσταται παράνομη όταν υπερβαίνει προφανώς τα κριτήρια που θέτει το άρθρο 281 ΑΚ και αποβαίνει έτσι καταχρηστική, όπως όταν θίγει υλικά ή ηθικά συμφέροντα του εργαζομένου ή επιφέρει χωρίς λόγο προσβολή της προσωπικότητας του κατά τα άρθρα 59, 914 και 932 ΑΚ, οπότε παρέχεται σ' αυτόν αξίωση για την άρση της προσβολής και την παράλειψη της στο μέλλον, καθώς και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, περιστατικά, τα οποία πρέπει να κρίνονται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. 
Με άλλα λόγια, η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας δεν συνιστά κατά τη γνώμη της Ολομέλειας επαρκή λόγο για τη θεμελίωση υποχρέωσης του εργοδότη να επαναπασχολήσει το μισθωτό, αλλά ο τελευταίος πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει επιπλέον πραγματικά περιστατικά που καθιστούν την άρνηση του εργοδότη καταχρηστική (!). Θεωρείται δηλαδή - παρά την ακύρωση της απόλυσης - καταρχήν νόμιμη η μη αποδοχή των υπηρεσιών του μισθωτού, εκτός να συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι, τους οποίους πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο ίδιος ο μισθωτός.  
Σαφώς ορθότερη η άποψη της μειοψηφίας (μόλις δύο μελών του Δικαστηρίου), σύμφωνα με την οποία, όταν, η άρνηση του εργοδότη να απασχολεί το μισθωτό εκδηλώνεται ως αποτέλεσμα καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, σε περίπτωση που η καταγγελία προσβάλλεται ως άκυρη, η άρνηση για πραγματική απασχόληση υπονοείται αυτόχρημα παράνομη. Οπότε ο μισθωτός, επιδιώκοντας την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας και την εκ νέου πραγματική απασχόληση αυτού εκ μέρους του εργοδότη, αρκεί να επικαλεσθεί και αποδείξει τα περιστατικά επί των οποίων ερείδεται η ακυρότητα και δεν απαιτείται να προσθέσει περιστατικά τα οποία στοιχειοθετούν καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος ή παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του ή αδικοπραξία σε βάρος του ή παράνομο αποκλεισμό από την οικονομική ζωή. Διότι όλα αυτά, λόγω της διαταραχής της ομαλής λειτουργίας της συμβάσεως εργασίας που εκδηλώθηκε με τη άκυρη καταγγελία, ενυπάρχουν στον περί ακυρότητας ισχυρισμό και στους λόγους που τον θεμελιώνουν και που καθιστούν ταυτόχρονα παράνομη την, ήδη εκδηλωθείσα, άρνηση για πραγματική απασχόληση. Η κρίση αυτή επιβεβαιώνεται από τον ορισμό του άρθρου 23 παρ.2 του ν. 1264/1982, σύμφωνα με τον οποίο "ο εργοδότης και οι εκπρόσωποι του, που αρνούνται την πραγματική απασχόληση του εργαζόμενου, του οποίου η απόλυση έχει κριθεί άκυρη με δικαστική απόφαση, τιμωρούνται με φυλάκιση ή και με χρηματική ποινή για κάθε παράβαση ή άρνηση". Η απόδοση ποινικής απαξίας στην εν λόγω συμπεριφορά του εργοδότη, που είχε καταγγείλει ακύρως τη σύμβαση εργασίας, ιδρύει, μετά τη δικαστική αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας, ουσιαστικού δικαίου υποχρέωση αυτού να επαναπροσλάβει και να απασχολήσει πραγματικά τον ακύρως απολυθέντα μισθωτό και καθιστά άνευ ετέρου παράνομη την άρνηση του να συμμορφωθεί προς την υποχρέωση αυτή.

Διακοπές τέλος και για το blog. Καλό χειμώνα σε όλους!

Πέμπτη 30 Ιουνίου 2011

Ολομέλεια ΑΠ 7/2011: Η Απόφαση για τους Συμβασιούχους


... Ι. Με την απόφαση 33/2007 της Α' Τακτικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, παραπέμφθηκε στην Πλήρη Ολομέλεια ο μοναδικός λόγος κατά το άρθρο 560 αριθ.1 του Κ.Πολ.Δ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 5766/2002 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, γιατί κρίθηκε ότι τίθενται τα γενικοτέρου ενδιαφέροντος ζητήματα: "Εάν είναι επιτρεπτή στο πλαίσιο εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 8 παρ. 3 του Ν.2112/1920, σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 του Α.Κ. και 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος, κατά τον ορθό εκ μέρους του ουσιαστικού Δικαστηρίου χαρακτηρισμό της όλης έννομης σχέσης παροχής εργασίας εξαρτημένης, η αναγνώριση κυρίως ή παρεμπιπτόντως του πραγματικού χαρακτήρα της ίδιας έννομης σχέσης ως αορίστου χρόνου, όταν πρόκειται για συνεχείς - διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου που κάλυπταν καθόλο το ένδικο διάστημα πάγιες και διαρκείς όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες, και η συμφωνημένη κάθε φορά ορισμένη διάρκεια επιβαλλόταν από το νόμο ή από τον κανονισμό λειτουργίας του εργοδότη - αναιρεσιβλήτου που έχει ισχύ νόμου".


ΙΙ. Η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται ως λόγος αναίρεσης από τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο, πλην άλλων, την αιτίαση ότι η αγωγή, επί της οποίας έκρινε σε δεύτερο βαθμό το δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ θα έπρεπε να γίνει το αντίθετο, σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα δικαίου (ουσιαστικού), που κατά το αναιρετήριο παραβιάστηκε (Ολ.Α.Π. 28/1998). Η παράβαση δε του νόμου με την προαναφερθείσα έννοια κρίνεται κατ' αρχή σε σχέση με το δίκαιο που ίσχυε κατά το χρόνο που εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση, με την προϋπόθεση όμως ότι το δίκαιο αυτό στη συγκεκριμένη περίπτωση επιτρεπτά ρυθμίζει την επίδικη έννομη σχέση όταν ανάγεται στο παρελθόν. Εξάλλου η φύση της σύμβασης ή της δικαιοπραξίας, δεν εξαρτάται από το χαρακτηρισμό που δίνουν σ' αυτή οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, γιατί ο χαρακτηρισμός αυτός αποτελεί έργο του δικαστηρίου της ουσίας κατά την άσκηση της δικαιοδοτικής λειτουργίας του, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 3 και 87 παρ. 2 του ισχύοντος Συντάγματος, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στη συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό στη σύμβαση, κρίση που στη συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στο πλαίσιο εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 559 ή 560 αριθ. 1 του ΚΠολΔ. Η δυνατότητα του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου σύμβασης εργασίας, δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα (Ολ.ΑΠ 18/2006 και 19/2007, η δεύτερη καθόσον αφορά μόνο το μέχρι την 17.4.2001 χρονικό διάστημα και όχι το μεταγενέστερο που άρχισαν να ισχύουν οι προστεθείσες παράγραφοι 7 και 8 του Συντάγματος), αλλά ούτε και από εσωτερικό κανονισμό της υπηρεσίας του εργοδότη είτε ανήκει στον δημόσιο ή στον ιδιωτικό τομέα, ακόμα και εάν ο κανονισμός αυτός έχει αποκτήσει ισχύ νόμου. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 533 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., σύμφωνα με την οποία το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εφαρμόζει το νόμο που ίσχυε όταν δημοσιεύθηκε η πρωτόδικη απόφαση, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο προκειμένου να κρίνει την ορθότητα της εκκληθείσας πρωτόδικης απόφασης, εφαρμόζει το νόμο που ίσχυε κατά το χρόνο της δημοσίευσης της πρωτόδικης απόφασης, και όχι τον ισχύοντα κατά την κατ' έφεση δίκη νεώτερο νόμο, εκτός εάν με αυτόν ορίζεται διαφορετικά ως προς την αναδρομική έναρξη της ισχύος του (Ολ.Α.Π.30/1998). Από τις διατάξεις όμως των άρθρων 533 παρ. 2, 535 παρ. 1 και 536 παρ. 1 και 2 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κρίνοντας βάσιμο κάποιο λόγο έφεσης εξαφανίσει την πρωτόδικη οριστική απόφαση και προβεί στην εκδίκαση της υπόθεσης "κατ' ουσίαν", υποχρεούται να εφαρμόσει για τη διάγνωση της νομικής και ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο δημοσίευσης της απόφασής του είτε έχει αναδρομική δύναμη (Ολ.Α.Π.654/1984), είτε δεν έχει αναδρομική δύναμη, εφόσον όμως στην τελευταία περίπτωση καταλαμβάνει (χρονικά) την επίδικη έννομη σχέση. Αλλά και στην περίπτωση, που η αγωγή έγινε δεκτή από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ως νομικά και ουσιαστικά βάσιμη, και το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κατ' αποδοχή αντίστοιχου λόγου έφεσης του εναγομένου έκρινε ότι η αγωγή ήταν νομικά αβάσιμη, με βάση επίσης το νόμο που ίσχυε κατά το χρόνο δημοσίευσης της πρωτόδικης απόφασης (και δεν μεσολάβησε άλλος νεώτερος νόμος με αναδρομική εφαρμογή), όταν στη συνέχεια το Εφετείο προβεί στην κατ' άρθρ. 535 του Κ.Πολ.Δ. εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, το κατά το ίδιο άρθρο 535 Κ.Πολ.Δ. στάδιο της "κατ' ουσίαν" εκδίκασης της υπόθεσης, δεν εξικνείται περαιτέρω επεκτατικά, πέραν της απόρριψης της αγωγής ως νομικά αβάσιμης, με βάση το αμέσως προηγηθέν πόρισμά του της παραδοχής του λόγου της έφεσης και με βάση τις ίδιες διατάξεις που κρίθηκε το βάσιμο του ίδιου λόγου, και όχι με την παράλληλη εφαρμογή άλλων νεώτερων διατάξεων, που δεν έχουν αναδρομική ισχύ αλλά και δεν καταλαμβάνουν χρονικά την επίδικη έννομη σχέση. Περαιτέρω, ο αναιρεσίβλητος Οργανισμός Προγνωστικών Αγώνων Ποδοσφαίρου (ΟΠΑΠ), που ιδρύθηκε με το Β.Δ. από 20/29 -12-1958 (αρθρ. 1,3 και 5), εκδοθέν κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 6 παρ. 2 του Ν.Δ. 3865/1958, δυνάμει του Π.Δ. 228/1999 μετατράπηκε σε ανώνυμη εταιρία, η οποία, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 αυτού λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας διεπόμενη από τις διατάξεις του Ν.2414/1996 "Εκσυγχρονισμός των Δημοσίων Επιχειρήσεων και Οργανισμών και άλλες διατάξεις" και του Κ.Ν. 2190/1920 "περί ανωνύμων εταιριών", όπως έχουν τροποποιηθεί και ισχύουν, επί πλέον δε από το άρθρο 5 παρ. 1 του καταστατικού της προβλέπεται, ότι οι μετοχές της εταιρίας θα εκδοθούν στο όνομα του Ελληνικού Δημοσίου και συνεπώς ανήκει στον ευρύτερο δημόσιο Τομέα. Ο ΟΠΑΠ διέπεται από Εσωτερικό Κανονισμό Οργάνωσης, Διάρθρωσης και Λειτουργίας των Υπηρεσιών του, ο οποίος εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 3 παρ. 10 του Α.Ν.127/1967, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ΝΔ 391/1974, εγκρίθηκε με την 2084/ 1986 απόφαση Υπ. Πολιτισμού και δημοσιεύτηκε (ΦΕΚ Β 770/31-10-1986) και συνεπώς έχει ισχύ νόμου. Κατά τον Κανονισμό αυτό, το προσωπικό του ΟΠΑΠ συνδέεται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου και διακρίνεται σε τακτικό, έκτακτο και ευκαιριακά απασχολούμενο (το άρθρο 13). Τακτικό είναι το προσωπικό που προσλαμβάνεται για την πλήρωση των προβλεπομένων οργανικών θέσεων (άρθρο 14) και του οποίου η σύμβαση είναι ορισμένου χρόνου (άρθρο 48 παρ. Ια'). Έκτακτο είναι το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση ορισμένου χρόνου αναλόγως των εκάστοτε παρουσιαζομένων εποχιακών ή έκτακτων αναγκών. Ευκαιριακά απασχολούμενο είναι το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση μιας ημέρας για τις ανάγκες της καταμέτρησης και διαλογής του δελτίου ή σε παρεμφερείς εργασίες στις ημέρες που διεξάγονται οι διαγωνισμοί του ΠΡΟ-ΠΟ. Η πρόσληψη του έκτακτου προσωπικού γίνεται από τον Οργανισμό με επιλογή και αξιολόγηση των κατατεθέντων στοιχείων καθενός με απόφαση του Συντονιστή Διευθυντή και οριστικοποιείται με την υπογραφή της σχετικής σύμβασης εργασίας από το ενδιαφερόμενο μέρος (άρθρο 17 παρ. 2 και 3). Η πρόσληψη του ευκαιριακά απασχολούμενου προσωπικού για την κάλυψη των αναγκών του Οργανισμού κατά τις ημέρες διεξαγωγής των διαγωνισμών, γίνεται με πάγια απόφαση του Δ.Σ. και η τελική επιλογή του γίνεται από τον Συντονιστή Διευθυντή, χωρίς να χρειάζεται η υπογραφή σύμβασης εργασίας (άρθρο 17 παρ. 4). Εξάλλου, ανεξάρτητα από την επακολουθήσασα υπ' αριθ. 1999/70 Οδηγία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που δημοσιεύθηκε στις 10.7.1999 στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, και η ισχύς της άρχισε σύμφωνα με το άρθρο 2 αυτής στις 10.7.2001, ενσωματώθηκε δε στην Ελληνική έννομη τάξη στις 2.4.2003 με το Π.Δ. 81/2003, στην Ελληνική έννομη τάξη η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, δια της προσχηματικής επιλογής της συμβάσεως ορισμένου αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπιζόταν με το άρθρο 8 παρ. 3 ν. 2112/1920, σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 ΑΚ, 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος, που εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή "οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, εάν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται εκ της φύσεως της συμβάσεως αλλά ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγηση των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου".


Κατά την παγιωθείσα στη νομολογία και τη θεωρία ερμηνεία της εν λόγω διάταξης, ενώ αυτή αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από τη μη τήρηση, από τον εργοδότη, των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την απόλυση ο ν. 2112/1920, αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, με πληρέστερη μάλιστα προστασία έναντι εκείνης της μεταγενέστερης ως άνω κοινοτικής Οδηγίας, εφόσον πρόκειται για διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου που καλύπτουν πραγματικά ανάγκες της υπηρεσίας πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες. Τούτο δε, λαμβανομένου υπόψη ότι ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός ορισμένης σχέσης, που δεν αφορά μόνο το χαρακτηρισμό της ως εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας ή έργου αλλά και το χαρακτηρισμό της ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου, αποτελεί κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, ανεξάρτητα από τον εκ του νόμου ή τον έχοντα ισχύ νόμου κανονισμό χαρακτηρισμό της συμβατικής σχέσης ως ορισμένου χρόνου(ΑΕΔ3/2001, ΑΠ Ολ. 6/2001). Ενόψει όλων των ανωτέρω, αν η πρόσληψη του προσωπικού του ΟΠΑΠ με ορισμένου χρόνου διαδοχικές συμβάσεις μίας ημέρας σε εφαρμογή των προαναφερθεισών διατάξεων του εσωτερικού κανονισμού λειτουργίας των υπηρεσιών του έγινε προσχηματικά για την κάλυψη έκτακτων και απρόβλεπτων αναγκών, στην πραγματικότητα όμως για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών, η άσκηση του διευθυντικού αυτού δικαιώματος ως εργοδότη εκ μέρους των οργάνων του γίνεται προς καταστρατήγηση των από το άρθρο 8 παρ. 1 του Ν.2112/1920 δικαιωμάτων των εργαζομένων που απορρέουν από τις διατάξεις για την υποχρεωτική καταγγελία της υπαλληλικής σύμβασης (με την έννοιά τους που προαναφέρθηκαν), κατά προφανή υπέρβαση από μέρους του εργοδότη των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του διευθυντικού αυτού δικαιώματος, και ως εκ τούτου είναι καταχρηστική (άρθρο 281 ΑΚ). Στην προκειμένη υπόθεση, όπως προκύπτει από το παρατιθέμενο στο αναιρετήριο περιεχόμενο της αγωγής τους, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσείουσες εκθέτουν ότι με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου είχαν προσληφθεί ως καθαρίστριες από τον ΟΠΑΠ- ήδη ΟΠΑΠ Α.Ε., καθολική διάδοχο του - ότι από την πρόσληψή τους (10-3-1991 και 01.3.1990) και μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής τους (22-1-1998) παρείχαν τις υπηρεσίες τους κατά πλήρες ωράριο εργασίας, με πενθήμερη απασχόληση από 5.30 έως 13.30 (νόμιμο ωράριο εργασίας), καλύπτοντας μόνιμες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου. 'Οτι η σύμβαση εργασίας τους, δεν ήταν ορισμένου χρόνου και μάλιστα κάθε φορά μιας ημέρας όπως ισχυρίζεται ο εναγόμενος, για τους λόγους ότι όλο το χρονικό διάστημα της εργασιακής τους σχέσης καλύπτουν μόνιμες και διαρκείς ανάγκες, όπως άλλωστε αρμόζει στην ίδια τη φύση της εργασίας τους, και συνεχίζουν να εργάζονται στο εναγόμενο, όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα αλλά και μέχρι σήμερα, χωρίς ποτέ να αποχωρήσουν από την υπηρεσία τους. Ότι, οι επικαλούμενες από το εναγόμενο ως άνω συμβάσεις άλλως παρατάσεις ορισμένου χρόνου, τις οποίες αποκρούουν ως τέτοιες, έγιναν προς καταστρατήγηση του Ν. 2112/1920 και των νόμων που υποχρεώνουν την τήρηση των ΣΣΕ, την καταβολή αδειών, επιδομάτων αδείας κ.λ.π., κατά προφανή υπέρβαση των αρχών της καλής πίστης και του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού του δικαιώματος. Αρα, όλες οι ανωτέρω συμβάσεις, για κάθε μία ενάγουσα, συνιστούν μία σύμβαση αορίστου χρόνου. Απέκρουσαν δε, ως βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας τους, την οποία επιχείρησε ο ΟΠΑΠ και συνίστατο σε μείωση των ήμερων εργασίας αρχικά από 5 σε 4 και στη συνέχεια από 4 σε 3, που αυτές δεν αποδέχθηκαν. Ζήτησαν δε με την αγωγή να υποχρεωθεί ο εναγόμενος Ο.Π.Α.Π. που συνεχίζει να τις απασχολεί επί 3 ημέρες την εβδομάδα μέχρι την άσκηση της αγωγής, να καταβάλει σ'αυτές τις διαφορές αποδοχών του χρονικού διαστήματος από 1.10.1995 μέχρι 31.12.1997 που τις περιέκοψε, αφού παρεμπιπτόντως αναγνωρισθεί αναγκαίως ότι κατά το ίδιο ένδικο χρονικό διάστημα των ζητούμενων διαφορών η έννομη σχέση που τις συνδέει με τον εναγόμενο ήταν αορίστου χρόνου, δεδομένου ότι σε προγενέστερο χρόνο άσκησαν κατά του εναγομένου και την από 21.12.1995 αγωγή τους, με την οποία ζητούσαν να αναγνωρισθεί ότι η σύμβαση που τις συνδέει με τον αναιρεσίβλητο εργοδότη, όπως εξελίχθηκε και λειτουργούσε καθόλη τη διάρκειά της, είναι παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Η ένδικη αγωγή συζητήθηκε σε πρώτο βαθμό στο Ειρηνοδικείο Αθηνών και εκδόθηκε την 27.4.1998 η υπ' αριθ. 574/1998 απόφαση που την έκρινε ως νόμιμη και βάσιμη κατ' ουσία με βάση τις διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 3 του Ν.2112/1920, 281, 671 Α.Κ. Κατά της απόφασης εκείνης ασκήθηκε έφεση εκ μέρους του αναιρεσίβλητου και εκδόθηκε την 3.9.2002 η υπ'αριθ. 5766/2002 απόφαση του ως Εφετείου δικάσαντος Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτό δέχθηκε αντίστοιχο λόγο της έφεσης ως προς την νομιμότητα της ένδικης αγωγής, κρίνοντας ότι η αγωγή δεν ήταν νομικά βάσιμη στο πλαίσιο εφαρμογής αποκλειστικά των ίδιων ως άνω διατάξεων, γιατί "η σύναψη της ένδικης σύμβασης ως ορισμένου χρόνου επιβάλλεται από τον κανονισμό οργανώσεως και λειτουργίας του εναγομένου που έχει ισχύ νόμου και δεν μπορεί κατ' ακολουθία να θεωρηθεί ότι αποσκοπεί στην καταστρατήγηση των δικαιωμάτων των αναιρεσειουσών - εναγουσών έστω και αν χρησιμοποιήθηκαν αυτές για την εκτέλεση εργασίας που εξυπηρετούσε μόνιμες λειτουργικές ανάγκες του εργοδότη".


Στη συνέχεια δε, αφού δέχθηκε τον αντίστοιχο λόγο της έφεσης του αναιρεσίβλητου και εξαφάνισε την αντιθέτως κρίνασα πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε την ένδικη αγωγή ως νομικά αβάσιμη, χωρίς να προσφύγει, (αφού δεν είχε κατά τα προαναφερθέντα και αντίστοιχη δυνατότητα), στις εκ των υστέρων και μετά την κατά την 27.4.1998 έκδοση της πρωτόδικης απόφασης θεσπιθείσες διατάξεις της υπ' αριθ. 1999/70 Οδηγίας και των παρ. 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, αλλά και στις διατάξεις του Ν.2190/1994, όπως ισχύουν μετά το Ν. 2527/1997 και στην έκταση που με την θέσπιση της παρ. 7 του άρθρου 103 του Συντάγματος απέκτησαν από τις 18.4.2001 συνταγματικό κύρος, αφού δεν προκύπτει από αυτές η δυνατότητα ρύθμισης με αναδρομική ισχύ της ένδικης έννομης σχέσης εξικνούμενης χρονικά κατά το αντικείμενό της το αργότερο μέχρι την 31.12.1997. Η αγωγή αυτή, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω, σε συνδυασμό με τα χρονικά όρια που εκτείνονται οι ένδικες αγωγικές αξιώσεις (μέχρι της 31.12.1997), είναι νόμιμη, κατά τους ισχύοντες κατά το χρόνο δημοσίευσης (27-4-1998) της πρωτόδικης απόφασης κανόνες δικαίου, με βάση τους οποίους κρίνεται η ορθότητα ή μη αυτής, ήτοι του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920, σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 Α.Κ. και 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος. Διότι οι επίμαχες διαδοχικές σχέσεις (λόγω μη έγκυρης κατάρτισης συμβάσεως) εργασίας των εναγουσών, είχαν προσλάβει ήδη ενιαία κατά το χρόνο που εκτείνεται η ένδικη έννομη σχέση και το αντικείμενό της, το χαρακτήρα της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, εφόσον από τη φύση τους κάλυπταν μόνιμες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, ο δε καθορισμός της ημερήσιας διάρκειάς τους εξακολουθητικά δεν δικαιολογείται από τη φύση τους, αλλά τέθηκε προς καταστρατήγηση των δικαιωμάτων των εναγουσών μισθωτών από τη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος του εναγομένου να ρυθμίζει τη διάρκεια εργασίας τους με βάση τις σχετικές προβλέψεις και ρυθμίσεις του εσωτερικού κανονισμού του αναιρεσίβλητου, και ανεξάρτητα από τις ρυθμίσεις της 1999/70 Οδηγίας και των παραγρ. 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, οι οποίες δεν έχουν στην προκειμένη περίπτωση εφαρμογή, παρότι η σχέση εργασίας των αναιρεσειουσών, όπως δεν αμφισβητείται από τον αναιρεσίβλητο, συνεχιζόταν ακόμη και ήταν ενεργός κατά την προαναφερθείσα έναρξη ισχύος τους.


Συνεπώς το ουσιαστικό δικαστήριο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι η ένδικη αγωγή δεν είναι νόμιμη, παραβίασε με την εσφαλμένη μη εφαρμογή τους, τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 3 του Ν.2112/1920 και 281, 671 του Α.Κ. και 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος, που εφαρμόζονται στην προκειμένη περίπτωση. Επομένως, κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας, ο μοναδικός, κατ' εκτίμηση από το άρθρο 560 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., λόγος είναι βάσιμος και η κρινομένη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή, όπως και οι υπέρ αυτής ασκηθείσες πρόσθετες παρεμβάσεις, στο μέτρο, που στηρίζονται αποκλειστικά στην παραβίαση των ίδιων παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, των άρθρων 8 παρ. 3 του Ν.2112/1920 και 281, 671 του Α.Κ. και 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος, με τη μη εφαρμογή τους. Μειοψήφισαν είκοσι (20) μέλη του δικαστηρίου, ήτοι οι Αντιπρόεδροι, Ηλίας Γιαννακάκης και Θεοδώρα Γκοίνη και οι Αρεοπαγίτες, Βασίλειος Φούκας, Γρηγόριος Κουτσόπουλος, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Παναγιώτης Κομνηνάκης, Δημήτριος Μαζαράκης, Ανδρέας Δουλγεράκης-Εισηγητής, Κωνσταντίνος Φράγκος, Σαράντης Δρινέας, Δημήτριος Τίγγας, Ιωάννης Γιαννακόπουλος, ΧριστόφοροςΚοσμίδης, Ανδρέας Ξένος, Κυριακούλα Γεροστάθη, Βασίλειος Φράγγος, Νικόλαος Τρούσας, Δημήτριος Κόμης Ερωτόκριτος Καλούδης και Μιλτιάδης Σπυρόπουλος. Τα μέλη αυτά, εκτός του Δημητρίου Τίγγα, διατύπωσαν την παρακάτω γνώμη : Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 672 ΚΠολΔ και 1 του ν. 2112/1920, συνάγεται ότι σύμβαση ορισμένου χρόνου είναι εκείνη στην οποία, ρητά ή σιωπηρά, έχει συμφωνηθεί η λήξη της σε ορισμένο χρόνο, ή η λήξη της προκύπτει από το είδος και το σκοπό της εργασιακής σύμβασης ή επιβάλλεται από διάταξη νόμου. Εξάλλου το άρθρο 8 παρ. 1 εδ. β' του ν. 2112/1920, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 11 του α.ν. 547/1937, ορίζει ότι, οι διατάξεις του νόμου αυτού περί υποχρεωτικής καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου εφαρμόζονται και επί συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου, όταν ο σκοπός της διάρκειας αυτής δε δικαιολογείται αλλά τέθηκε σκοπίμως προς καταστρατήγηση των διατάξεων, περί υποχρεωτικής καταγγελίας. Η διάταξη όμως αυτή δεν δύναται να τύχει εφαρμογής στην περίπτωση κατά την οποία η σύμβαση ορισμένης διαρκείας καταρτίζεται υποχρεωτικώς εκ του νόμου ως τέτοια, γιατί στην περίπτωση αυτή δεν μπορεί να γίνει λόγος για αδικαιολόγητο καθορισμό της συμβάσεως σαν ορισμένης διάρκειας, ούτε καθίσταται αόριστου χρόνου η σύμβαση του προσληφθέντος για ορισμένο χρόνο, βάσει διατάξεως νόμου, αν αυτός χρησιμοποιήθηκε για την εκτέλεση εργασίας, που εξυπηρετεί πάγιες ανάγκες του εργοδότη (Ολ.ΑΠ 180/1986). Περαιτέρω, ο Οργανισμός Προγνωστικών Αγώνων Ποδοσφαίρου (ΟΠΑΠ), που ιδρύθηκε με το Β.Δ. από 20/29 -12-1958 (άρθρ. 1,3 και 5), εκδοθέν κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 6 παρ. 2 του Ν.Δ. 3865/1958, δυνάμει του Π.Δ. 228/1999, μετατράπηκε σε ανώνυμη εταιρία, η οποία, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 αυτού, λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος, κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, διεπόμενη από τις διατάξεις του Ν. 2414/1996 "Εκσυγχρονισμός των Δημοσίων Επιχειρήσεων και Οργανισμών και άλλες διατάξεις" και του Κ.Ν.2190/1920 "περί ανωνύμων εταιριών", όπως έχουν τροποποιηθεί και ισχύουν, επί πλέον δε από το άρθρο 5 παρ. 1 του καταστατικού της προβλέπεται, ότι οι μετοχές της εταιρίας θα εκδοθούν στο όνομα του Ελληνικού Δημοσίου και συνεπώς ανήκει στον ευρύτερο δημόσιο Τομέα, διεπόταν δε, κατά την επίδικη περίοδο, από Εσωτερικό Κανονισμό Οργάνωσης, Διάρθρωσης και Λειτουργίας των Υπηρεσιών του, ο οποίος εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 3 παρ. 10 του Α.Ν.127/1967, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ΝΔ 391/1974, εγκρίθηκε με την 2084/ 1986 απόφαση Υπ. Πολιτισμού και δημοσιεύτηκε (ΦΕΚ Β 770/31-10-1986), και συνεπώς έχει ισχύ νόμου. Κατά τον Κανονισμό αυτό, το προσωπικό του ΟΠΑΠ διακρίνεται σε τακτικό, που προσλαμβάνεται για την πλήρωση των προβλεπομένων σ' αυτόν οργανικών θέσεων, σε έκτακτο, που προσλαμβάνεται με σύμβαση ορισμένου χρόνου, αναλόγως των εκάστοτε παρουσιαζομένων εποχιακών ή έκτακτων αναγκών και σε ευκαιριακά απασχολούμενο, που προσλαμβάνεται με σύμβαση διάρκειας μιας ημέρας για τις ανάγκες της καταμετρήσεως και διαλογής του δελτίου ή σε παρεμφερείς εργασίες στις ημέρες που διεξάγονται οι διαγωνισμοί του ΠΡΟ-ΠΟ (άρθρο 13), ότι η πρόσληψη του τακτικού και του έκτακτου προσωπικού, που γίνεται με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου ύστερα από εισήγηση του συντονιστή διευθυντή για το πρώτο και με απόφαση του συντονιστή διευθυντή για το δεύτερο, οριστικοποιείται με την υπογραφή της εργασιακής συμβάσεως από τα μέρη, ότι η πρόσληψη του ευκαιριακά απασχολούμενου προσωπικού γίνεται με επιλογή από το συντονιστή διευθυντή στο πλαίσιο πάγιας αποφάσεως του διοικητικού συμβουλίου (άρθρο 17) και ότι το έκτακτο προσωπικό δεν μπορεί να είναι ανώτερο από το 25% των οργανικών θέσεων (άρθρο 49). Έτσι, οι κανονιστικές αυτές ρυθμίσεις δεν αφήνουν κανένα περιθώριο, που να επιτρέπει την πρόσληψη από τον ΟΠΑΠ με εργασιακή σύμβαση αόριστης διάρκειας, ακόμη και του τακτικού προσωπικού του, για το οποίο προβλέπεται ο διορισμός (με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου) σε συγκεκριμένες οργανικές θέσεις για ορισμένο χρόνο (μέχρι τη συνταξιοδότηση ή τη συμπλήρωση ορίου ηλικίας, άρθρο 48) και επιπλέον καθιερώνεται ο έγγραφος τύπος ως στοιχείο του κύρους της σχετικής συμβάσεως εργασίας. Η πρόσληψη σε ʽη θέσεις επιτρέπεται αποκλειστικά για την αντιμετώπιση εποχιακών ή έκτακτων ή πρόσκαιρων αναγκών και γίνεται μόνο με σύμβαση ορισμένου χρόνου και μάλιστα έγγραφη σε σχέση και με το έκτακτο προσωπικό. Επομένως, η πρόσληψη προσωπικού από τον ΟΠΑΠ για την αντιμετώπιση, είτε έκτακτων είτε τακτικών αναγκών, με σύμβαση αορίστου χρόνου, αντίκειται στις απαγορευτικές διατάξεις του, ισχύ νόμου έχοντος, ως άνω κανονισμού του, με συνέπεια οι σχετικές συμβάσεις να είναι άκυρες. Επακολούθησε ο ν. 2190/1994, το άρθρο 21 του οποίου ορίζει τα ακόλουθα: "Οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα της παρ. 1 του άρθρου 14 του παρόντος νόμου επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών, με τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία των επόμενων παραγράφων" (παρ. 1). "Η διάρκεια της απασχόλησης του προσωπικού της παρ. 1 δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ (8) μήνες μέσα σε συνολικά χρόνο δώδεκα (12) μηνών. Στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κένωσης θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις (4) μήνες για το ίδιο άτομο. Παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου είναι άκυρες" (παρ. 2). Στη συνέχεια, στις παρ. 3 και 4 του ίδιου άρθρου, ορίζεται ότι τα αρμόδια όργανα υποχρεούνται να παύσουν να καταβάλουν τις αποδοχές στο προσωπικό που συμπλήρωσε την άνω οριζόμενη διάρκεια απασχόλησης άλλως καταλογίζονται στα ίδια οι αποδοχές που καταβλήθηκαν και τέλος ότι οι προϊστάμενοι ή άλλα αρμόδια όργανα που ενεργούν κατά παράβαση των προηγούμενων παραγράφων διώκονται για παράβαση καθήκοντος κατ' άρθρο 259 Π.Κ. Σύμφωνα δε με την παρ. 1 του άρθρου 14 του ίδιου ν. 2190/1994, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του ν. 2527/1997, στις διατάξεις του άρθρου αυτού υπάγονται όλοι οι φορείς του δημόσιου τομέα, όπως αυτός οριοθετείται με τις διατάξεις του αρθρ. 1 παρ. 6 του ν. 1256/1982 και τις μεταγενέστερες συμπληρώσεις του, ανάμεσα στους οποίους (φορείς) περιλαμβάνονται και νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου. Εξάλλου, οι διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος, οι οποίες επιβάλλουν τη νομοθετική πρόβλεψη οργανικών θέσεων για την κάλυψη των πάγιων και διαρκών αναγκών του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των άλλων ν.π.δ.δ., ορίζουν τα εξής: "κανένας δεν μπορεί να διοριστεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη. Εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου" (παρ.2) "Οργανικές θέσεις ειδικού επιστημονικού καθώς και τεχνικού προσωπικού μπορούν να πληρούνται με προσωπικό που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου. Νόμος ορίζει τους όρους για την πρόσληψη, καθώς και τις ειδικότερες εγγυήσεις τις οποίες έχει το προσωπικό που προσλαμβάνεται" (παρ. 3). Με την αναθεώρηση του έτους 2001 (ΦΕΚ Α 85/18-4-2001) και με σκοπό τη μέγιστη δυνατή διασφάλιση των συνταγματικών αρχών της ισότητας ενώπιον του νόμου, της αξιοκρατίας και της διαφάνειας κατά τις προσλήψεις στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, προστέθηκε στο άρθρο 103 του Συντάγματος παρ. 7, που προβλέπει ότι η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης Αρχής. Επίσης στο ίδιο άρθρο (103) προστέθηκε παρ. 8, που προβλέπει ότι: "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παρ. 3, είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2. Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου". Έτσι, με την αναθεώρηση αυτή του άρθρου 103 του Συντάγματος, η Ζ' Αναθεωρητική Βουλή επέβαλε στον κοινό νομοθέτη και στη Διοίκηση αυστηρούς όρους σχετικά με την πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Στους προαναφερόμενους κανόνες, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις πιο πάνω διατάξεις του ν. 2190/1994 και οι οποίες κατέστησαν ήδη συνταγματικού επιπέδου, υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης των παρ/φων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημόσιου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, για την πλήρωση οργανικών θέσεων, σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος. Όπως προκύπτει από τις σχετικές προπαρασκευαστικές εργασίες, ο αναθεωρητικός νομοθέτης θέλησε να αποτρέψει τη συνέχιση μιας συνήθους πρακτικής του παρελθόντος, κατά την οποία αρχικώς προσλαμβάνονταν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου και ορισμένου χρόνου, για την κάλυψη, τυπικά, πρόσκαιρων και απρόβλεπτων ή επειγουσών αναγκών, κατά παράβαση του άρθρου 103 παρ. 2 του Συντάγματος αλλά και της κοινής νομοθεσίας (άρθρα 56 έως 82 του π.δ.410/1988), στη συνέχεια διαπιστώνονταν ότι οι ανάγκες αυτές είναι πάγιες και διαρκείς και τελικά, για την κάλυψη των εν λόγω αναγκών, "τακτοποιούνταν" το κατά τον πιο πάνω τρόπο προσλαμβανόμενο προσωπικό, είτε με το διορισμό του ως μόνιμου δημοσιοϋπαλληλικού, είτε με τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αόριστου χρόνου, κατ' αποκλεισμό άλλων ενδιαφερομένων που θα μπορούσαν να διεκδικήσουν τις ίδιες θέσεις, βάσει των πάγιων διατάξεων της εκάστοτε ισχύουσας νομοθεσίας. Έτσι μέλημα του αναθεωρητικού νομοθέτη ήταν να αποτρέψει τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αόριστου χρόνου, όχι απλώς εκείνων που κάλυπταν παροδικές και απρόβλεπτες ανάγκες, αλλά και εκείνων που πράγματι κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες. Για να αποτρέψει λοιπόν τη συνέχιση της πιο πάνω πρακτικής, ο αναθεωρητικός νομοθέτης πρόσθεσε την προμνημονευόμενη διάταξη του εδαφ. γ' της παρ/φου 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, η οποία πλέον αδιακρίτως απαγορεύει την από το νόμο ακόμα μονιμοποίηση του κατά τον προαναφερόμενο τρόπο προσλαμβανόμενου προσωπικού ή τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αόριστου χρόνου. Δηλαδή, η απαγόρευση αυτή καταλαμβάνει και την περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, απασχολούνται στην πραγματικότητα για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών του δημόσιου τομέα. Δεδομένου, όμως, ότι διαδικασίες "τακτοποίησης" προσωπικού με τον πιο πάνω τρόπο ήταν ακόμα εκκρεμείς κατά το χρόνο της αναθεώρησης του Συντάγματος (άρθρο 17 του ν. 2839/2000 που ακολούθησε την πρακτική ρυθμίσεων προγενέστερων διατάξεων) και προκειμένου οι διαδικασίες αυτές να ολοκληρωθούν και χωρίς να προσκρούουν οι σχετικές για την τακτοποίηση διατάξεις του κοινού νομοθέτη σε οψιγενή "αντισυνταγματικότητα, ο αναθεωρητικός νομοθέτης πρόσθεσε στο άρθρο 118 του Συντάγματος την παρ/φο 7, κατά την οποία "νομοθετικές ρυθμίσεις που αφορούν την τακτοποίηση της υπηρεσιακής κατάστασης προσωπικού που υπάγεται στην παράγραφο 8 του άρθρου 103 εξακολουθούν να ισχύουν μέχρι την ολοκλήρωση των σχετικών διαδικασιών". Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, συναπτόμενες υπό το κράτος της ισχύος των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος και του άρθρου 21 του ν. 2190/1994, με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και όλους τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αόριστου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες. Ούτε καταλείπεται πεδίο εκτίμησης των συμβάσεων αυτών, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων αόριστου χρόνου, στην περίπτωση που αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, αφού, έστω και αν τούτο συμβαίνει, ο εργοδότης, βάσει των πιο πάνω διατάξεων, ευχέρεια για τη σύναψη σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου δεν έχει. Δηλαδή ένας τέτοιος χαρακτηρισμός είναι πλέον αλυσιτελής. Τυχόν αντίθετη ερμηνεία, ότι δηλαδή συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, μπορούν να αναγνωρίζονται, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, ως συμβάσεις εργασίας αόριστου χρόνου και μετά την πιο πάνω συνταγματική μεταρρύθμιση, θα είχε ως συνέπεια τη διαιώνιση ενός αποδοκιμασθέντος από τον αναθεωρητικό νομοθέτη φαινομένου. Επομένως, κατά τη γνώμη της μειοψηφίας, σε κάθε περίπτωση, στις συμβάσεις αυτές, υπό την ισχύ των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος και του άρθρου 21 του ν. 2190/1994, δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920 (Ολ.ΑΠ.19/2007).


Εξάλλου, επίσης, κατά τη γνώμη της μειοψηφίας, από τις διατάξεις του άρθρου 189 παρ. 3 και ήδη 249 παρ. 1 και 3 της Ενοποιημένης απόδοσης της Συνθήκης της Ε.Ο.Κ. προκύπτει, ότι οι οδηγίες αποτελούν παράγωγο κοινοτικό δίκαιο και δεσμεύουν κάθε κράτος-μέλος της Κοινότητας, στο οποίο απευθύνονται, καθόσον αφορούν το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αλλά αφήνουν την επιλογή του τύπου και των μέσων στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών. Γι' αυτό απευθύνονται κατ' ανάγκην, όχι απ' ευθείας προς τους ιδιώτες, θεσπίζοντας δικαιώματα και υποχρεώσεις τους, αλλά μόνο προς τα κράτη μέλη, αφού μόνο αυτά έχουν τη δυνατότητα να λάβουν τα μέτρα, με τα οποία θα καταστεί εφικτή η επίτευξη του επιδιωκόμενου αποτελέσματος. Το κράτος-μέλος, που είναι αποδέκτης της οδηγίας, έχει την υποχρέωση να πραγματοποιήσει το αποτέλεσμα αυτό μέσα στην τασσόμενη προθεσμία, με μέσα, όμως, τα οποία αυτό θα επιλέξει. Αν η οδηγία περιέχει κανόνες σαφείς και ορισμένους, δεκτικούς απευθείας εφαρμογής (δηλαδή χωρίς αιρέσεις ή περιθώρια επιλογής), η παράλειψη του εθνικού νομοθέτη, να την εκτελέσει εμπρόθεσμα, συνεπάγεται την άμεση ισχύ της στην εσωτερική έννομη τάξη του κράτους μέλους που είναι ο παραλήπτης αυτής. Η ισχύς της όμως εκτείνεται μόνο κατά του κράτους μέλους που παρέλειψε να την καταστήσει "εθνικό δίκαιο" και των αντίστοιχων κρατικών φορέων. Δεν εκτείνεται και στις μεταξύ των ιδιωτών σχέσεις. Είναι δηλαδή κάθετη και όχι οριζόντια. Η οριζόντια ισχύς αυτής ολοκληρώνεται μόνο με την έκδοση πράξεως του εθνικού νομοθέτη που μετατρέπει την οδηγία σε κανόνα του εσωτερικού δικαίου (Ολ. ΑΠ 23/1998). Περαιτέρω, στις 10-7-1999 δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, ύστερα από τη συμφωνία - πλαίσιο, την οποία συνήψαν στις 18-3-1999 οιδιεπαγγελματικές οργανώσεις γενικού χαρακτήρα CES, UNICH και CΕΕΡ, στο άρθρο 2 της οποίας ορίζεται ότι στα κράτη μέλη παρέχεται προθεσμία συμμορφώσεως προς το περιεχόμενο της Οδηγίας αυτής έως τις 10-7-2001, με δυνατότητα παράτασης της εν λόγω προθεσμίας έως τις 10-7-2002, της οποίας (δυνατότητας) η Ελλάδα έκαμε χρήση. Στο προοίμιο της οδηγίας αυτής αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι τα μέρη της παρούσας συμφωνίας αναγνωρίζουν, ότι οι συμβάσεις αόριστου χρόνου είναι και θα συνεχίσουν να είναι η γενική μορφή εργασιακών σχέσεων μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων και ότι οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ανταποκρίνονται, σε ορισμένες περιστάσεις, στις ανάγκες τόσο των εργοδοτών όσο και των εργαζομένων. Ορίζει ειδικότερα η παραπάνω Οδηγία, μεταξύ άλλων, ότι η παρούσα συμφωνία εφαρμόζεται σε όλους τους εργαζόμενους ορισμένου χρόνου που έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας, όπως αυτές καθορίζονται από τη νομοθεσία, τις συλλογικές συμβάσεις ή την πρακτική κάθε κράτους μέλους (ρήτρα 2) και ότι για να αποτραπεί η κατάχρηση που μπορεί να προκύψει από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, τα κράτη-μέλη, ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους, ή/ και οι κοινωνικοί εταίροι, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, λαμβάνουν, κατά τρόπο που να λαμβάνει υπόψη τις ανάγκες ειδικών τομέων ή/ και κατηγοριών εργαζομένων, ένα ή περισσότερα από τα αναφερόμενα μέτρα και ειδικότερα καθορίζουν α) αντικειμενικούς λόγους που να δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας β) τη μέγιστη συνολική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου γ) τον αριθμό των ανανεώσεων τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας. Επίσης τα κράτη-μέλη ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους ή/ και οι κοινωνικοί εταίροι καθορίζουν, όταν χρειάζεται, τις συνθήκες υπό τις οποίες συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου: θεωρούνται "διαδοχικές" και χαρακτηρίζονται συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου (ρήτρα 5). Είναι φανερό ότι η πιο πάνω Οδηγία δεν περιέχει κανόνες κοινοτικού δικαίου σαφείς και ορισμένους, δεκτικούς απευθείας εφαρμογής στην ελληνική έννομη τάξη, δηλαδή η Οδηγία αυτή δεν είναι χωρίς αιρέσεις ή περιθώρια επιλογής από τον εθνικό νομοθέτη. Η επίτευξη του στόχου της Οδηγίας, που είναι η αποτροπή τής κατάχρησης να συνάπτονται διαδοχικές συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, προϋποθέτει συγκεκριμένα μέτρα προσαρμογής, που θα λάβει ο εθνικός νομοθέτης, ο οποίος καλείται να εξειδικεύσει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται διαδοχικές και μπορούν να χαρακτηρισθούν ως αόριστου χρόνου. Τα κράτη μέλη, δηλαδή, διαθέτουν ευρεία ευχέρεια επιλογής μεταξύ περισσότερων λύσεων για να αποτρέψουν την καταχρηστική χρησιμοποίηση των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, χωρίς να επιβάλλεται, σε περίπτωση σύναψης τέτοιων συμβάσεων, ο χαρακτηρισμός αυτών ως συμβάσεων αόριστου χρόνου, καθ' όσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό ("όταν χρειάζεται").


Συνεπώς, δεν αποκλείεται η πρόβλεψη άλλων, πρόσφορων κατά την κρίση του εθνικού νομοθέτη, κυρώσεων εις βάρος του εργοδότη για την αποτελεσματική προστασία του εργαζομένου που, ως οικονομικά ασθενέστερος, συχνά υποχρεώνεται αδικαιολόγητα στη σύναψη ασύμφορων για τον ίδιο διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου αντί της συνάψεως συμβάσεως αορίστου χρόνου, όπως είναι η ακυρότητα των συναπτόμενων συμβάσεων, με παράλληλη εξασφάλιση για τον εργαζόμενο των αποδοχών για την εργασία που παρέσχε και αποζημίωσης. Η ευχέρεια του νομοθέτη να προβλέπει άλλες πρόσφορες κυρώσεις, πλην του χαρακτηρισμού των ανεπίτρεπτων διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου ως συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας αορίστου χρόνου, συνάγεται και από την παρ. 3 του προοιμίου της συμφωνίας πλαισίου, στην οποία ορίζεται ότι "η παρούσα συμφωνία καθορίζει τις γενικές αρχές και τις ελάχιστες απαιτήσεις σχετικά με την εργασία ορισμένου χρόνου, αναγνωρίζοντας ότι για τις λεπτομέρειες της εφαρμογής της πρέπει να ληφθούν υπόψη τα πραγματικά στοιχεία των συγκεκριμένων εθνικών, τομεακών και εποχιακών καταστάσεων", καθώς και από την υπ' αριθμ. 10 γενική παρατήρηση αυτής, όπου ορίζεται ότι "η παρούσα συμφωνία παραπέμπει στα κράτη μέλη και τους κοινωνικούς εταίρους για τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής των γενικών αρχών της, των ελάχιστων απαιτήσεων και διατάξεων, ώστε να ληφθεί υπόψη η κατάσταση σε κάθε κράτος μέλος και οι ιδιαίτερες συνθήκες ορισμένων τομέων και επαγγελμάτων, συμπεριλαμβανομένων των δραστηριοτήτων εποχικής φύσης". Αλλά και το Δικαστήριο Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στην υπόθεση C - 212/04 της 4ης Ιουλίου 2006 διαλαμβάνει στη σκέψη 91 της αποφάσεώς του, ότι "η συμφωνία - πλαίσιο δεν επιβάλλει γενική υποχρέωση των κρατών - μελών να προβλέπουν τη μετατροπή σε συμβάσεις αόριστου χρόνου των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, όπως και δεν προβλέπει τις συγκεκριμένες προϋποθέσεις, υπό τις οποίες μπορεί να γίνεται χρήση των τελευταίων αυτών συμβάσεων". Περαιτέρω στην 94η σκέψη του δέχεται, ότι " όταν το κοινοτικό δίκαιο δεν προβλέπει ειδικές κυρώσεις στην περίπτωση που θα διαπιστωνόταν μ' όλα ταύτα καταχρήσεις, εναπόκειται στις εθνικές αρχές να λάβουν πρόσφορα μέτρα που πρέπει να είναι όχι μόνον αναλογικά αλλά και αρκούντως αποτελεσματικά και αποτρεπτικά, για να εξασφαλίσουν την πλήρη αποτελεσματικότητα των κανόνων που θεσπίστηκαν κατ' εφαρμογή της συμφωνίας - πλαισίου". Ήδη ο εθνικός νομοθέτης έχει εξειδικεύσει τις συνθήκες αυτές με τα π.δ/τα 81/2003 και 164/2004, το δεύτερο από τα οποία αναφέρεται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα και η ισχύς των οποίων άρχισε αντίστοιχα από τη δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (2-4-2003 και 19-7-2004). Ενόψει, λοιπόν, αφενός των πιο πάνω συνταγματικών διατάξεων και αφετέρου της, κατά τα προεκτιθέμενα, προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας προς την Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου, η οποία δεν επιβάλλει το χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, το άρθρο 8 του ν. 2112/1920, κατά τη γνώμη πάντοτε της μειοψηφίας, ούτε κατ' επιταγή της Οδηγίας αυτής έχει εφαρμογή κατά το μεσοδιάστημα από 10-7-2002 (ημερομηνία λήξης της προθεσμίας προσαρμογής) μέχρι την έναρξη της ισχύος του π.δ.164/2004, αλλά βέβαια και μετά την έναρξη ισχύος του π.δ/τος αυτού. Στην προκειμένη υπόθεση, όπως προκύπτει από το παρατιθέμενο στο αναιρετήριο περιεχόμενο της αγωγής της, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσείουσες εκθέτουν ότι με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου είχαν προσληφθεί ως καθαρίστριες από τον ΟΠΑΠ, ήδη ΟΠΑΠ Α.Ε., καθολική διάδοχό του, ότι από την πρόσληψή τους (10-3-1991 και 1-3-1990, αντιστοίχως) και μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής τους (22-1-1998) παρείχαν τις υπηρεσίες τους κατά πλήρες ωράριο εργασίας, με πενθήμερη απασχόληση από 5.30 έως 13.30 (νόμιμο ωράριο εργασίας), καλύπτοντας μόνιμες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου. Ότι η σύμβαση εργασίας τους, δεν ήταν ορισμένου χρόνου και μάλιστα κάθε φορά μιας ημέρας, όπως εντελώς αβάσιμα ισχυρίζεται ο εναγόμενος, για τους λόγους ότι εκάστη α) δεν υπέγραψε ποτέ τέτοιου είδους σύμβαση εργασίας, β) όλο το χρονικό διάστημα της εργασιακής της σχέσης καλύπτει μόνιμες και διαρκείς ανάγκες, όπως άλλωστε αρμόζει στην ίδια τη φύση της εργασίας της, γ) συνεχίζει να εργάζεται στο εναγόμενο, όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα αλλά και μέχρι σήμερα, χωρίς ποτέ να αποχωρήσει από την υπηρεσία της. Ότι, οι επικαλούμενες από το εναγόμενο ως άνω συμβάσεις άλλως παρατάσεις ορισμένου χρόνου, τις οποίες εκάστη αποκρούει ως τέτοιες, έγιναν προς καταστρατήγηση του Ν. 2112/1920 και των νόμων που υποχρεώνουν την τήρηση των ΣΣΕ, την καταβολή αδειών, επιδομάτων αδείας κ.λ.π., κατά προφανή υπέρβαση των αρχών της καλής πίστης και του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού του δικαιώματος και συνεπώς όλες οι ανωτέρω συμβάσεις, για κάθε μία, συνιστούν μία σύμβαση αορίστου χρόνου. Απέκρουσαν δε, ως βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας τους, την οποία επιχείρησε ο ΟΠΑΠ και συνίστατο σε μείωση των ημερών εργασίας αρχικά από 5 σε 4 και στη συνέχεια από 4 σε 3, και που αυτές δεν αποδέχθηκαν. Ζήτησαν δε με αυτήν (αγωγή) να υποχρεωθεί ο εναγόμενος ΟΠΑΠ, που συνεχίζει να τις απασχολεί επί 3 ημέρες την εβδομάδα, να καταβάλει σε κάθε μία τις διαφορές αποδοχών από τα ημερομίσθια που της περιέκοψε, κατά τα λεπτομερώς αναφερόμενα στην αγωγή τους. Η αγωγή αυτή, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω, δεν είναι νόμιμη, κατά τους ισχύοντες κατά το χρόνο δημοσίευσης (3-9-2002) της προσβαλλόμενης απόφασης κανόνες δικαίου, που προαναφέρθηκαν, με βάση τους οποίους κρίνεται η ορθότητα ή μη αυτής (άρθρα 573 παρ. 1 και 533 παρ. 2 KΠολΔ.). Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε την κρινόμενη αγωγή, ως νόμω αβάσιμη. Με την κρίση του αυτή δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με το να εφαρμόσει, τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και να μην εφαρμόσει εκείνες των άρθρων 8 παρ.3 του ν. 2112/1920, 281, 671 του Α.Κ και 25 του Συντάγματος, διότι οι εν λόγω διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ήταν υποχρεωτικώς από το νόμο ορισμένου χρόνου και δεν μπορούσαν να μετατραπούν σε αορίστου χρόνου, έστω και αν οι αναιρεσείουσες κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσίβλητου, αφού καταρτίσθηκαν υπό την ισχύ του, ισχύ νόμου έχοντος, οργανισμού του αναιρεσίβλητου και ήταν ενεργές υπό την ισχύ των διατάξεων του Ν. 2190/1994 και του άρθρου 103 παρ. 8 του Συντάγματος, που τις διέπουν, αφού αυτές ίσχυαν κατά το χρόνο της δημοσίευσης (3-9-2002) της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρα 573 παρ.1 και 533 παρ.2 ΚΠολΔ). Ακόμη, η Οδηγία 1999/170/ΕΚ του Συμβουλίου της Ε.Ε της 28-6-1999 δεν θεσπίζει διατάξεις άμεσης εφαρμογής και δεν ήταν αμέσως εφαρμόσιμη από τη λήξη του χρόνου προσαρμογής στις 10-7-2001, ενώ οι εν λόγω συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου καταρτίσθηκαν ως ορισμένου χρόνου κατ' επιταγή των ανωτέρω διατάξεων δηλαδή του οργανισμού του αναιρεσιβλήτου, του άρθρου 103 του Συντάγματος και 21 του Ν. 2190/1994, βάσει των οποίων απαγορεύεται η μετατροπή τους σε συμβάσεις αορίστου χρόνου.


Συνεπώς, το ουσιαστικό Δικαστήριο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι η ένδικη αγωγή δεν είναι νόμιμη, δεν παραβίασε τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και ο παραπεμφθείς από την Τακτική Ολομέλεια στην πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, μοναδικός, από το άρθρο 560 αριθ. 1 του KΠολΔ., λόγος δεν είναι βάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Τέλος, από το μέλος της μειοψηφίας, Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτη, διατυπώθηκε διάφορη επιχειρηματολογία, όπως αυτή καταχωρείται στα πρακτικά της παρούσας. Κατ' ακολουθίαν τούτων, απορριπτομένου δε, ως άνευ αντικειμένου, του αιτήματος που υποβλήθηκε από την παρεμβάσα Τριτοβάθμια Συνδικαλιστική Οργάνωση ΑΔΕΔΥ, για την υποβολή προδικαστικού ερωτήματος στο ΔΕΚ, σχετικά με τα όρια εφαρμογής του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).