Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΛΑΠΤΙΚΗ ΜΕΤΑΒΟΛΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΛΑΠΤΙΚΗ ΜΕΤΑΒΟΛΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 22 Αυγούστου 2012

Νόμιμη η Μονομερής Μείωση Αποδοχών κατ' Ενάσκηση του Διευθυντικού Δικαιώματος - Μία Επικίνδυνη Απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης με μία νομικά ανερμάτιστη, παντελώς αθεμελίωτη και πρωτοφανή απόφασή του (8561/2012) έκρινε νόμιμη και μη καταχρηστική τη μονομερή μείωση αποδοχών εργαζομένου, διότι αυτή έλαβε χώρα κατ' ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος (!) και λόγω των οικονομικών δυσχερειών της επιχείρησης και της γενικότερης οικονομικής κρίσης.     
Τα πραγματικά περιστατικά: Η εργοδότρια εταιρία διατηρεί γνωστή επιχείρηση με αντικείμενο την παραγωγή και πώληση  πορτών και παραθύρων αλουμινίου και παρεμφερών ειδών. Ο μισθωτός είχε προσληφθεί από τον Μάρτιο 1995 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και έκτοτε εργαζόταν στην εταιρία με την ιδιότητα του προγραμματιστή Η/Υ. Οι μηνιαίες αποδοχές του το έτος 2008 ανέρχονταν στο ποσό των 2.687,75 Ευρώ. Τον Ιούνιο 2010 η εταιρία του επέδωσε έγγραφο υπογεγραμμένο από το νόμιμο εκπρόσωπό της, με το οποίο του ζητούσε να συναινέσει σε μείωση των καταβαλλόμενων μηναιών αποδοχών του στο ποσό των 2.150,20 Ευρώ. Την πρόταση αυτή απέρριψε ο μισθωτός και μάλιστα (πράττοντας ορθά) κατέθεσε και έγγραφη δήλωση στην εργοδότρια, με την οποία της γνωστοποιούσε ότι θα θεωρήσει τυχόν μείωση του μισθού του ως μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας του. Τελικά, η εταιρία προέβη στη μονομερή μείωση των αποδοχών του από το Μάιο 2010 και εντεύθεν. Ο μισθωτός προσέφυγε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ζητώντας να αναγνωρισθεί ότι η μονομερής μείωση των αποδοχών του συνιστά βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας του, να υποχρεωθεί η εργοδότρια εταιρία να αποδέχεται τις υπηρεσίες του σύμφωνα με τους αρχικούς όρους της σύμβασής του (ως προς το ύψος του καταβαλλόμενου μισθού) και, τέλος, να υποχρεωθεί να του καταβάλει τις διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών που προέκυπταν από τη μονομερή μείωση του μισθού του.
Το δικαστήριο έκρινε ότι η μονομερής μεταβολή των αποδοχών έλαβε χώρα για δικαιολογημένους οικονομοτεχνικούς λόγους και στα πλαίσια άσκησης του διευθυντικού δικαιώματος. Ενόψει δε και της γενικότερης οικονομικής κατάστασης που επικρατεί - σύμφωνα πάντα με το σκεπτικό της απόφασης - η μονομερής μείωση των αποδοχών του μισθωτού κρίθηκε νόμιμη και μη καταχρηστική. 
Πρόκειται για μία απόφαση που παραβιάζει θεμελίωδεις αρχές και κανόνες του δικαίου της εργασίας και όχι μόνο. Θα περιοριστώ μόνο σε μερικές τηλεγραφικές παρατηρήσεις. Για έναν ολοκληρωμένο και πολύ εύστοχο σχολιασμό παραπέμπω στο σχετικό άρθρο του συναδέλφου Ν. Κ. Γαβαλά, που είναι δημοσιευμένο ως σχόλιο στην ανωτέρω απόφαση στην Επιθεώρηση Εργατικού Δικαίου (13/2012, σελ. 917 επ.). 
Διευθυντικό δίκαιωμα είναι - κατά πάγια νομολογία - η εξουσία του εργοδότη να εξειδικεύει τις υποχρεώσεις του μισθωτού και ειδικότερα να καθορίζει το είδος, τον τόπο, το χρόνο και τις άλλες συνθήκες παροχής της εργασίας του για την αρτιότερη οικονομοτεχνική οργάνωση της επιχείρησης προς επίτευξη των σκοπών της. Έχει, δηλαδή, ο εργοδότης, ως διευθυντής της εκμετάλλευσης την εξουσία να οργανώνει και να διευθύνει την επιχείρηση του με βάση τα κρινόμενα από αυτόν ως πλέον αποτελεσματικά για αυτή κριτήρια (ενδεικτικά Ολ.ΑΠ 25/2003). Ωστόσο, ΔΕΝ επιτρέπεται κατά την ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος να προκαλείται υλική ή ηθική βλάβη στο μισθωτό κατά παράβαση διάταξης νόμου ή της ατομικής σύμβασης εργασίας ή κατά καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος υπό την έννοια του άρθρου 281 Α.Κ., δηλαδή κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή από τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος. Επομένως το διευθυντικό δικαίωμα λειτουργεί συμπληρωματικά προς την ατομική σύμβαση εργασίας και δίνει στον εργοδότη την ευχέρεια να εξειδικεύει τους όρους παροχής της εργασίας (όχι της σύμβασης εργασίας συνολικά), χωρίς φυσικά να παραβιάζει τους όρους της σύμβασης ή τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας. Αυτή δε η εξειδίκευση είναι δυνατό να αφορά μόνο την παροχή του μισθωτού (π.χ. τον τόπο παροχής της εργασίας) και ποτέ την αντιπαροχή του εργοδότη (δηλ. το ύψος ή τον τρόπο καταβολής του μισθού κλπ). 
Σε περίπτωση που ο εργοδότης προκαλέσει υλική ή ηθική βλάβη στο μισθωτό κατά παράβαση των όρων της ατομικής σύμβασης εργασίας, όπως είναι κατεξοχήν η περίπτωση μονομερούς μείωσης των αποδοχών του εργαζομένου, τότε ο τελευταίος έχει το δικαίωμα, είτε να εμείνει στη σύμβαση και να απαιτήσει από τον εργοδότη να αποδέχεται την προσφερόμενη εργασία υπό τους πριν από τη μεταβολή όρους, καθιστώντας αυτόν διαφορετικά υπερήμερο περί την αποδοχή της εργασίας του, είτε να θεωρήσει την μεταβολή ως άτακτη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας και να αξιώσει τη νόμιμη αποζημίωση. Τα παραπάνω μέχρι σήμερα ήταν η αλφάβητος του δικαίου της εργασίας. 
Με την σχολιαζόμενη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης: α) Αντιστρέφεται η ιεραρχική σχέση ατομικής σύμβασης - διευθυντικού δικαιώματος και ανάγεται το δεύτερο σε κύρια πηγή των όρων της σύμβασης εργασίας συνολικά, β) Μετακυλίεται ο επιχειρηματικός κίνδυνος στις πλάτες των μισθωτών, ενώ τα επιχειρηματικά κέρδη μένουν πάντα στις τσέπες των εργοδοτών και γ) μαθαίνουμε ότι η υποχρέωση της τήρησης των συμπεφωνημένων σε μία ατομική σύμβαση εργασίας βαρύνει μόνο την πλευρά του μισθωτού, ενώ ο εργοδότης μπορεί να τροποποιεί το σύνολο των όρων της σύμβασης όποτε του καπνίσει. Ελπίζω στο Εφετείο να δικάσει την υπόθεση κάποιος που τουλάχιστον έχει τελειώσει τη Νομική.  
     
     

Πέμπτη 21 Απριλίου 2011

Άρειος Πάγος: Βλαπτική μεταβολή η μείωση ωραρίου και αποδοχών


Βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας αποτελεί, σύμφωνα με τον Άρειο Πάγο, η μείωση του χρόνου εργασίας και η παράλληλη μεταβολή των αποδοχών του εργαζόμενου κάτι που θεμελιώνει δικαίωμα αποζημίωσης.
Με βάση το παραπάνω σκεπτικό, ο Άρειος Πάγος δικαίωσε μαθηματικό ιδιωτικού εκπαιδευτηρίου και επιδίκασε υπέρ του αποζημίωση ύψους 1.500 ευρώ για την ηθική βλάβη που υπέστη. 
Οι Αρεοπαγίτες, ερμηνεύοντας τον Αστικό Κώδικα και την εργατική νομοθεσία αποφάνθηκαν ότι η μονομερής από τον εργοδότη βλαπτική για τον εργαζόμενο μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας, δίνει στον υπάλληλο το δικαίωμα να θεωρήσει τη μεταβολή αυτή ως άτακτη καταγγελία της εργασιακής σχέσης και να απαιτήσει την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης ή να αξιώσει την τήρηση των συμβατικών όρων. Αν ο εργοδότης αποκρούσει τις προσφερόμενες υπηρεσίες του υπαλλήλου, τότε μπορεί να ζητήσει από αυτόν επειδή κατέστη υπερήμερος, την καταβολή του μισθού του. 
Σύμφωνα με τους δικαστές του Αρείου Πάγου, βλαπτική μεταβολή αποτελεί και η μείωση των ωρών εργασίας σε σχέση με τις αρχικά συμφωνημένες και η αντίστοιχη μείωση των αποδοχών του υπαλλήλου.  Η μεταβολή αυτή είναι βλαπτική για τον εργαζόμενο όχι μόνο όταν προκαλεί υλική ζημιά αλλά και ηθική, καθώς από τη γενική υποχρέωση προνοίας πηγάζει η υποχρέωση του εργοδότη να σέβεται την προσωπικότητα του μισθωτού. 
 Όπως αναφέρει η απόφαση του Αρείου Πάγου, «ο μισθωτός υφίσταται ηθική ζημία από τυχόν βάναυση ή προσβλητική της προσωπικότητάς του, συμπεριφορά του εργοδότη, έστω και αν η συμπεριφορά αυτή δεν πηγάζει από δόλια προαίρεση του εργοδότη για βλαπτική μεταβολή ή για εξαναγκασμό του εργαζόμενου σε αποχώρηση». (πηγή: www.enet.gr).
Η παραπάνω απόφαση δεν λέει κάτι κανούριο ως προς την έννοια της μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων της σύμβασης εργασίας. Απλώς, στην εποχή του Μνημονίου και με δεδομένη πλέον την ουσιαστική κατάργηση της πλήρους απασχόλησης, καλό θα είναι να θυμόμαστε ότι τυχόν μονομερής και χωρίς τη συναίνεση του (μέχρι πρότινος πλήρως απασχολούμενου) μισθωτού επιβολή συστήματος μερικής απασχόλησης ή (υπό προϋποθέσεις) εκ περιτροπής εργασίας  ή μείωση ωραρίου συνιστούν βλαπτική μεταβολή. Όπως διαλαμβάνει η απόφαση στο σκεπτικό της, σε παρόμοιες περιπτώσεις ο εργαζόμενος έχει δύο δυνατότητες: Είτε να θεωρήσει τη βλαπτική μεταβολή ως καταγγελία της σύμβασης εργασίας του και να διεκδικήσει τη σχετική αποζημίωση απόλυσης είτε να αποκρούσει τη βλαπτική μεταβολή και να αξιώσει την τήρηση των αρχικών όρων της σύμβασής του. Προσοχή: η όποια αντίδραση πρέπει να εκφραστεί μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα από τη στιγμή που θα λάβει χώρα η βλαπτική μεταβολή, γιατί διαφορετικά και εφόσον παρέλθει ικανος χρόνος είναι δυνατό να θεωρηθεί ότι ο μισθωτός έχει συναινέσει σιωπηρά στους νέους (βλαπτικούς) όρους που του επιβλήθηκαν, καταρτίζοντας ουσιαστικά με τον εργοδότη του τροποποιητική (σε σχέση με την αρχική) σύμβαση εργασίας.  

Τετάρτη 23 Δεκεμβρίου 2009

ΑΠ 1510/2009 - Η μετακίνηση εργαζομένου από θέση αποθηκάριου σε θέση οδηγού - φύλακα, χωρίς μείωση των αποδοχών του, δεν συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα 
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Μαϊου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ1, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του 
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας, με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΑΕΡΙΟΥ Α.Ε", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 566 παρ.1, 118 περ.4 και 559 αριθ.20 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως κατά τον οποίο το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο αποδεικτικού εγγράφου, πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο ,εκτός άλλων, το ακριβές περιεχόμενο του εγγράφου και εκείνο το οποίο εξέλαβε ως περιεχόμενό του το Εφετείο, ώστε να κριθεί αν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένως ανέγνωσε το έγγραφο αυτό και συνεπεία της εσφαλμένης αναγνώσεώς του, δέχθηκε ως περιεχόμενο του εγγράφου διαφορετικό από εκείνο που περιέχει .Ως έγγραφα δε, των οποίων η παραμόρφωση ιδρύει το λόγο αυτό, θεωρούνται εκείνα που χρησιμεύουν, σύμφωνα με τα άρθρα 339 και 442 επ. Κ.Πολ.Δ ως αποδεικτικά μέσα. Υπό την έννοια αυτή, δεν αποτελούν έγγραφα και άρα δεν επιδέχονται παραμόρφωση και οι επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις εργασίας κατά το κανονιστικό τους μέρος ως αποτελούσες κανόνες δικαίου. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 556 παρ.1 και 578 Κ.Πολ.Δικ. για την άσκηση της αναίρεσης απαιτείται έννομο συμφέρον, η ύπαρξη του οποίου κρίνεται από την προσβαλλομένη απόφαση κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 68 Κ.Πολ.Δικ. Ο διάδικος δεν έχει έννομο συμφέρον να προσβάλλει την απόφαση με αναίρεση, όταν επικαλείται την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας σε ζητήματα που κρίθηκαν πλεοναστικώς και όλως παρέργως, ως προς τα οποία, μη στηρίζοντα το διατακτικό αυτής, δεν παράγεται δεδικασμένο. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, και κατά το πρώτο μέρος αυτού, από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλομένη απόφαση παραμόρφωσε το περιεχόμενο των παρακάτω έγγραφων, από τα οποία προκύπτει ο αγωγικός ισχυρισμός του περί πρόκλησης μισθολογικής και βαθμολογικής υποβάθμισης του, εξαιτίας της τοποθέτησης αυτού από την εργοδότιδα του αναιρεσίβλητη στη θέση του οδηγού-φύλακα απ'αυτή του υπευθύνου γραφείου αποθήκης, την οποία κατείχε προηγουμένως: 1) της από 27-8-1997 σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου, που συνήφθη μεταξύ του αναιρεσείοντος και της αναιρεσίβλητης,2)της από 1-12-1997 σύμβασης αορίστου χρόνου μεταξύ των ίδιων συμβαλλομένων,3) της από Αύγουστο 1998 απόδειξη πληρωμής του αναιρεσείοντος, 4)της από Ιανουαρίου 2003 απόδειξη πληρωμής του αναιρεσείοντος,5) της από 11-8-2004 αίτησης του ίδιου για χορήγηση άδειας,6)του από 28-8-2000 υπηρεσιακού σημειώματος,7)του από 7-6-2002 οργανογράμματος της αναιρεσίβλητης,8)της Επιχειρησιακής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας της αναιρεσίβλητης,9)του Εσωτερικού Κανονισμού Εργασίας αυτής, 10) της από 25-8-2004 επιστολής διαμαρτυρίας του Συλλόγου Εργαζομένων της αναιρεσίβλητης, και 11) του από 8-5-2002 εγγράφου, με τον ίδιο δε λόγο και κατά το άλλο μέρος του, από τον αριθμό 19 του ως άνω άρθρου, προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλομένη απόφαση έχει αντιφατική αιτιολογία ως προς την κρίση της περί μη βλαπτικής μεταβολής των όρων εργασίας του αναιρεσείοντος, με την προαναφερθείσα αλλαγή του αντικειμένου της εργασίας του, με το να δεχθεί σε ένα σημείο της ότι "έστω αν αντικειμενικά είναι βλαπτική για τον ενάγοντα (η τοποθέτησή του στη θέση του οδηγού-φύλακα),υπό την έννοια ότι συνιστούσε τοποθέτηση σε θέση ιεραρχικά κατώτερη....",ενώ σε άλλο σημείο αυτής δέχθηκε ότι "...θέση που σε κάθε περίπτωση είναι παράλληλη με εκείνη του φύλακα οδηγού, χωρίς υφιστάμενο προσωπικό και με απαιτούμενα τα ίδια προσόντα....".
Όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, το Εφετείο σε σχέση με την κυρία βάση της ένδικης αγωγής, δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής:Η αναιρεσίβλητη (Δημόσια Επιχείρηση Αερίου ΑΕ) προσέλαβε τον αναιρεσείοντα, κατόπιν διαγωνισμού του Ανωτάτου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού, αρχικά με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου τρίμηνης διάρκειας (1-9-1997 εώς 30-11-97) και στη συνέχεια από 1-2-1997 με Σύμβαση αορίστου χρόνου, αντί της αμοιβής που θα όριζαν για το κλάδο του οι σχετικές σ.σ.ε και δ.α, σε θέση φύλακα οδηγού και με καθήκον να ελέγχει τη Ζώνη Διέλευσης του Κεντρικού Αγωγού του αερίου, με περιπολίες οι οποίες γινόταν καθημερινά με υπηρεσιακό όχημα και μία φορά το xρόνο πεζή, με σκοπό την πρόληψη ή τον περιορισμό ζημιών, που θα προκληθούν από φυσικά φαινόμενα ή από τρίτους. Σύμφωνα με την προκήρυξη του Α.Σ.Ε.Π., που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ τεύχος προκηρύξεων ΑΣΕΠ αρ. φύλλου 3/13-2-1996 τα προσόντα, τα οποία απαιτούνταν και είχε ο αναιρεσείων για την κατάληψη της θέσεως του φύλακα ήταν απολυτήριος τίτλος δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και επαγγελματική άδεια οδήγησης Β' κατηγορίας. Στην ατομική εργασιακή σύμβαση περιλήφθηκε ειδικός όρος, σύμφωνα με τον οποίο η εργοδότιδα "...δικαιούται να μεταβάλλει τη θέση ή και τον τόπο εργασίας του εργαζομένου, χωρίς τούτο να συνιστά βλαπτική μεταβολή των όρων απασχόλησης, σύμφωνα με τους κανονισμούς της Εταιρείας και τις λειτουργικές της ανάγκες..".Μέχρι την 31-8-2000 ο αναιρεσείων παρείχε υπηρεσίες φύλακας όπως είχε προσληφθεί. Ωστόσο, την 17-7-2000 υπέβαλε αρμοδίως αίτημα αλλαγής θέσης από φύλακα σε διοικητικό υπάλληλο, επικαλούμενος λόγους υγείας. Προς απόδειξη της καταστάσεως του επισύναψε στην αίτησή την από 6-3-200 βεβαίωση του καθηγητή ... (ορθοπεδικού), σύμφωνα με την οποία έπασχε από "από επίπονη σωματική εργασία".Το αίτημα του έγινε δεκτό και με το από 28-8-2000 υπηρεσιακό σημείωμα του Γεν. Διευθ. Κατασκευών, Λειτουργίας και συντήρησης, .... από την 1-9-2000 τοποθετήθηκε ως υπεύθυνος της αποθήκης υλικών του ΚΕΣ .... Ακολούθως με την υπ'αριθμ. 372/2000 απόφαση της διοίκησης της αναιρεσίβλητης του ανατέθηκαν την 7-6-2002 καθήκοντα υπευθύνου γραφείου αποθήκης (αποθηκαρίου) στο Τμήμα Λειτουργίας και Συντήρησης ... με καθήκοντα τη διαχείριση αποθηκών-υλικών, δηλαδή τις απογραφές, τον έλεγχο υλικών και απόσυρση αυτών, και τη συμμετοχή στη μηχανογράφηση αυτών, σε συνεργασία με την Κεντρική Αποθήκη. Για τη νέα θέση του απαιτούνταν τίτλος σπουδών δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, όπως και για τη θέση του φύλακα, για την οποία προσλήφθηκε. Εν τέλει ο αναιρεσείων ζήτησε και έλαβε, για λόγους προσωπικούς και οικογενειακούς, άδεια άνευ αποδοχών για το χρονικό διάστημα από 10-9-2003 έως 31-7-2004.Όταν επέστρεψε, πληροφορήθηκε την 2-8-2004 από τον τομεάρχη ότι η εργοδότιδα καλεί να προσφέρει τις υπηρεσίες του στη θέση του φύλακα, για την οποία είχε αρχικά προσληφθεί με την αιτιολογία ότι δεν υπήρχε πλέον επαρκές (για πλήρη απασχόληση) αντικείμενο στη θέση του αποθηκάριου διότι στο δεκάμηνο διάστημα που έλειπε είχαν μεταβληθεί οι υπηρεσιακές ανάγκες της εταιρίας. Ο ενάγων αντέδρασε στην αλλαγή αυτή και προσέφυγε την 5-8-2004 στο Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας ισχυριζόμενος ότι η ανωτέρω μεταβολή συνιστούσε μονομερή βλαπτική μεταβολή εκ μέρους της εργοδότιδας. Η αναιρεσίβλητη δεν άλλαξε απόφαση και την 9-8-2004 του κοινοποίησε υπηρεσιακό σημείωμα του Γενικού Διευθυντή του Κλάδου Μεταφοράς ..., με το οποίο τον καλούσε να αναλάβει εργασία. Ο αναιρεσείων αυθημερόν της απέστειλε εξώδικη δήλωση αποκρούοντας την αλλαγή της θέσης του ως μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως του, προσφέροντας ωστόσο τις υπηρεσίες του υπευθύνου γραφείου αποθήκης. Αξίωσε δε τη λήψη νομότυπης απόφασης με προηγούμενη γνωμοδότηση του υπηρεσιακού συμβουλίου. Ακολούθως, η αναιρεσίβλητη με την υπ'αριθμ. 10/1 από 6-9-2004 απόφαση του Υπηρεσιακού Συμβουλίου της γνωστοποίησε την 1-10-2004 στον αναιρεσείοντα ότι η αλλαγή της θέσεως του εγκρίθηκε και από το Υπηρεσιακό Συμβούλιο και προσυπογράφηκε από τον Πρόεδρο και τον Διευθύνοντα Σύμβουλο της ... . Ωστόσο πρέπει να σημειωθεί ότι το υπηρεσιακό συμβούλιο της αναιρεσίβλη της στην ανωτέρω εισήγησή του έκανε και την εξής μνεία: "...εκφράζει την επιθυμία η εταιρία να λάβει υπόψη τους λόγους υγείας που ο κ. Χ1 (αναιρεσείων)" επικαλείται ως αδυναμία επιστροφής στην ανωτέρω θέση, εφόσον αυτοί τεκμηριωθούν σύμφωνα με τις ισχύουσες σύννομες διαδικασίες".Τελικά ο αναιρεσείων απέστειλε στην αναιρεσίβλητη την από 5-10-2004 νέα εξώδικη δήλωσή του, με την οποία δήλωσε ότι εμμένει στην προηγούμενη δήλωσή του. Από τότε είναι εκτός εργασίας, αλλά απασχολείται επαγγελματικά σε σταθερή και μόνιμη βάση ως φροντιστής μαθηματικός σε φροντιστήριο της πόλης του (...) που προετοιμάζει μαθητές δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Όπως προαναφέρθηκε, στην ένδικη ατομική εργασιακή σύμβαση είχε περιληφθεί ειδικός όρος, σύμφωνα με τον οποίο η εργοδότιδα "...δικαιούται να μεταβάλλει τη θέση ή και τον τόπο εργασίας του εργαζομένου, χωρίς τούτο να συνιστά βλαπτική μεταβολή των όρων απασχόλησης, σύμφωνα με τους κανονισμούς της εταιρίας και τις λειτουργικές της ανάγκες...".Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 24 παρ.6 του από 2-4-2002 Εσωτερικού Κανονισμού Εργασίας που διέπει τις σχέσεις της αναιρεσίβλητης και του προσωπικού της: "...όταν πρόκειται για αλλαγή θέσης σε άλλη ειδικότητα απαιτείται γνωμοδότηση του Υπηρεσιακού Συμβουλίου, ενώ "οι αλλάγες αυτές δεν συνεπάγονται καμία μείωση αποδοχών".Επομένως, η απόφαση της αναιρεσίβλητης να μεταθέσει τον αναιρεσείοντα στη θέση του φύλακα (ουσιαστικά να τον επαναφέρει στη θέση του) αποτελούσε συμβατικό της δικαίωμα και γι'αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί ως μονομερής και απαγορευμένη από το άρθρο 7 του ν.2112/1920, έστω και αν αντικειμενικά είναι βλαπτική για τον αναιρεσείοντα υπό την έννοια ότι συνιστούσε τοποθέτηση σε θέση ιεραρχικά κατώτερη. Πάντως μείωση των αποδοχών του δεν επέφερε διότι ρητά αναφέρεται στην από 8-4-2004 επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στην αναιρεσίβλητη εταιρία (άρθρο 6 παρ.4) ότι "το επίδομα θέσεως δεν μπορεί να μειωθεί σε περίπτωση αλλαγής καθηκόντων".
Συνεπώς η μετακίνηση του αναιρεσείοντος δεν συνεπάγονταν μείωση των αποδοχών που λάμβανε ως αποθηκάριος, θέση που σε κάθε περίπτωση είναι παράλληλη με εκείνη του φύλακα-οδηγού, χωρίς υφιστάμενο προσωπικό και με απαιτούμενα τα ίδια τυπικά προσόντα. Επομένως, η πρώτη βάση της αγωγής ότι συντρέχει μονομερής μεταβολή των εργασιακών όρων είναι ουσιαστικά αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί....

Παρασκευή 18 Δεκεμβρίου 2009

ΑΠ 1205/2009 - Δικαίωμα αποζημίωσης εργαζομένου λόγω υποβιβασμού




 
Αριθμός 1205/2009 

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα  
 Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα 
Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Σαράντη Δρινέα και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
 Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Απριλίου 2009, με την παρουσία 
και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
 Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ 
(ΔΕΗ ΑΕ)", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από 
τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Μανιάτη.  
 Του αναιρεσιβλήτου: ............ ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.  
 Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-4-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που 
κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1296/2004 του ίδιου 
Δικαστηρίου και 6759/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης 
ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15-9-2005 αίτησή της.

 Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η 
αναιρεσείουσα όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε 
την από 11-9-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης 
αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως 
και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

   
                            ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

 Ι. Oπως προκύπτει από την ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Αθηνών ... 
ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης με πράξη προσδιορισμού της αρχικά ορισθείσας 
δικασίμου της 23-9-2008, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε από το 
πινάκιο για την αναφερομένη στην αρχή της απόφασης αυτής δικάσιμο, καθώς και κλήση για 
συζήτηση κατά την δικάσιμο εκείνη, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο 
και επομένως εφόσον αυτός δεν παρέστη καθοιονδήποτε τρόπο ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου 
κατά την παρούσα μετ' αναβολή δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση συμφωνήθηκε νόμιμα με 
την σειρά της από το οικείο πινάκιο και για την οποία δεν ήταν απαραίτητη ιδιαίτερη 
κλήτευσή του, πρέπει η συζήτηση της υπόθεσης να χωρήσει παρά την απουσία του (αρ. 226 § 
4, 573 § 1, 576 § 2 ΚΠολΔ).
 
 ΙΙ. Σύμφωνα με το αρ. 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο 
παρά το νόμο έλαβεν υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που 
προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της 
διάταξης αυτής ως "πράγματα", τα οποία έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και 
των οποίων η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον προβλεπόμενο από την ως άνω 
διάταξη αναιρετικό λόγο νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συγκροτούν την 
ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης 
αντένστασης. "Πράγματα" αποτελούν επίσης και οι λόγοι έφεσης και οι πρόσθετοι λόγοι 
έφεσης που αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς δεν αποτελούν, όμως "πράγματα" οι ισχυρισμοί 
που συνιστούν άρνηση αυτών οι οποίοι και αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των 
θεμελιωτικών της αγωγής κτλ πραγματικών γεγονότων έστω και αν προτείνονται ως λόγοι 
έφεσης. Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρία "Δημόσια Επιχείρηση 
Ηλεκτρισμού (ΔΕΗ) ΑΕ" με τον πρώτο λόγο αναίρεσης από τον αριθ. 8 του 559 Κ.Πολ.Δ 
προβάλλει ότι προς αντίκρουση αγωγής του αναιρεσιβλήτου υπαλλήλου της, διωκούσης την 
αναγνώριση της ακυρότητας της μετάθεσής του ως συνιστώσης βλαπτική μεταβολή των όρων της 
σύμβασης εργασίας του και γενομένης από την αναιρεσείουσα κατά κατάχρηση του 
διευθυντικού δικαιώματός της, και την επιδίκαση σ' αυτόν χρηματικής ικανοποίησης για την 
ηθική βλάβη που υπέστη από την μετάθεση αυτή, ισχυρίσθηκε με την έφεσή της, όπως είχεν 
ισχυρισθεί και ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ότι η μετάθεση του αναιρεσιβλήτου 
(ενάγοντος) δεν συνιστούσε καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματός της, αλλά 
ήταν επιβεβλημένη και έγινε κυρίως λόγω της αντιυπηρεσιακής και αντιδεοντολογικής 
συμπεριφοράς του αναιρεσιβλήτου, αφού αυτός πρωτοστάτησε στην ίδρυση ανωνύμων εταιρειών 
που δρουν ανταγωνιστικά προς τα συμφέροντα της αναιρεσείουσας (ως έχουσες σκοπό την 
ανάπτυξη και εκμετάλλευση μονάδων ηλεκτροπαραγωγής), στις οποίες συμμετείχαν ο ίδιος, 
μέλη της οικογένειάς του και δη στα διοικητικά συμβούλια αυτών, με προτροπή δε δική του 
και υφιστάμενοί του στην επιχείρηση της αναιρεσείουσας, το Εφετείο, όμως, με την 
προσβαλλομένη απόφασή του δεν έλαβεν υπόψη τους ισχυρισμούς αυτούς που αποτελούν 
"πράγματα" κατά την έννοια του αρ. 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ και έχουν ουσιώδη επίδραση στην 
έκβαση της δίκης, καθόσον αποδεικνύουν ότι η μετάθεσή του ήταν επιβεβλημένη και έγινε 
στα πλαίσια του διευθυντικού δικαιώματός της και όχι κατά κατάχρηση αυτού. Ο ως άνω 
λόγος αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι οι προαναφερθέντες ισχυρισμοί 
δεν συνιστούν "πράγματα" κατά την προδιαληφθείσα έννοια της διάταξης του αρ. 559 αριθ. 8 
Κ.Πολ.Δ, αλλά αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής ως τείνοντες σε αντίκρουση των 
περιστατικών που θεμελιώνουν την αποτελούσα στοιχείο της βάσης της αγωγής καταχρηστική 
μετάθεση του αναιρεσιβλήτου.
 
 ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν παραβιάσθηκε κανόνας 
ουσιαστικού δικαίου. Η ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, η οποία θεμελιώνει 
τον ως άνω αναιρετικό λόγο, συντελείται, όταν το δικαστήριο εφαρμόζει τέτοιο κανόνα, 
μολονότι κατά τις παραδοχές της σχετικής απόφασής του δεν υπήρχαν οι προϋποθέσεις 
εφαρμογής του ή, αντίθετα, όταν αυτό δεν εφαρμόζει τέτοιο κανόνα, αν και σύμφωνα με τις 
παραδοχές της απόφασής του υπήρχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις της εφαρμογής του, η 
παραβίαση δε αυτή εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλ. με 
εσφαλμένη υπαγωγή. Περαιτέρω σύμφωνα με τον αριθμ. 19 του ίδιου άρθρου αναίρεση 
επιτρέπεται και εάν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως εάν δεν έχει καθόλου 
αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη 
επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την ως άνω διάταξη προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος 
απ' αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού 
δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή τα εκτιθέμενα δεν 
καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα 
δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της 
(ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους, δηλ. όταν δεν προκύπτει από την 
απόφαση ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε αυτή, ώστε σε συνδυασμό με το διατακτικό της 
να κριθεί περαιτέρω, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν τα στοιχεία για την 
εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόστηκε. Στην περίπτωση αυτή λόγου αναίρεσης από τον 
αριθμ. 19 του άρ. 559 ΚΠολΔ (έλλειψη νόμιμης βάσης) οι νομικές διατάξεις που στηρίζουν 
το αγωγικό αίτημα αρκεί, έστω και εάν δεν μνημονεύονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, να 
υφίστανται και να δικαιολογούν, με βάση τις ουσιαστικές παραδοχές της, το διατακτικό 
της, οπότε ο Αρειος Πάγος μπορεί να τις συμπληρώσει, σύμφωνα με το άρ. 578 ΚΠολΔ. 
Εξάλλου, από τις διατάξεις των αρ. 648 και 652 ΑΚ προκύπτει, ότι στην σύμβαση εργασίας η 
ρύθμιση κάθε θέματος που ανάγεται στην οργάνωση και λειτουργία της επιχείρησης για την 
επίτευξη των σκοπών της ανήκει στον εργοδότη και αποτελεί εκδήλωση του διευθυντικού 
δικαιώματος αυτού. Ετσι ο εργοδότης δικαιούται να καθορίζει το είδος, τον τόπο, τον 
χρόνο, τις συνθήκες εργασίας και γενικά τους όρους αυτής, εκτός εάν το δικαίωμα αυτό, 
πλην των άλλων, ασκείται καθ' υπέρβαση των αξιολογικών ορίων του αρ. 281 ΑΚ. Επομένως η 
άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη κατά τρόπο που υπερβαίνει προφανώς τα 
όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του 
δικαιώματος, δηλ. κατά κατάχρηση αυτού, συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή της σύμβασης 
εργασίας του μισθωτού κατά την έννοια του αρ. 7 ν. 2112/1920. Τέτοια περίπτωση 
μονομερούς βλαπτικής μεταβολής της σύμβασης εργασίας κατά κατάχρηση του διευθυντικού 
δικαιώματος συντρέχει και όταν ο εργοδότης στα πλαίσια της οργανωτικής αναδιάρθρωσης της 
επιχείρησής του τοποθετεί τον μισθωτό σε άλλη υπηρεσία σε σχέση με εκείνη, στην οποία 
είχε τοποθετηθεί προηγουμένως, και με άλλο αντικείμενο απασχόλησης, εφόσον τα νέα αυτά 
καθήκοντα είναι υποδεέστερα για τον εργαζόμενο και συνεπάγονται άμεση ή έμμεση υλική 
ζημία ή ηθική βλάβη με την προσβολή της προσωπικότητάς του ως προς την επαγγελματική 
αξία του. Στην τελευταία αυτή περίπτωση ο μισθωτός δικαιούται να ζητήσει, εκτός των 
άλλων, όπως προκύπτει από τον συνδυασμό των διατάξεων των αρ. 57, 59, 281, 648, 652, 914 
και 932 ΑΚ, 7 ν. 2112/1920 και 2 και 22 του Συντάγματος χρηματική ικανοποίηση για την 
ηθική βλάβη που υπέστη από τον υποβιβασμό του.

 Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη 6759/2005 απόφασή του 
δέχθηκε, ότι ο ενάγων (αναιρεσίβλητος) προσελήφθη από την εναγομένη ΔΕΗ ΑΕ 
(αναιρεσείουσα) την ...-3-1986 ως μηχανολόγος-οικονομολόγος μηχανικός με την κατηγορία 
και ειδικότητα Τ1/Α και τοποθετήθηκε στην Διεύθυνση Εναλλακτικών Μορφών Ενέργειας (ΔΕΜΕ) 
και υπηρέτησε σ' αυτήν μέχρι την ...-11-1996, όταν τοποθετήθηκε στην Διεύθυνση 
Περιφέρειας Νήσων, στην οποία από ...-6-1998 ανατέθηκαν σ' αυτόν προσωρινά τα καθήκοντα 
του προϊσταμένου στο Κλιμάκιο Ηπίων Μορφών Ενέργειας (ΚΗΜΕ) με αντικείμενο την 
εξασφάλιση της ομαλής λειτουργίας των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ) που παραδίδονταν 
σε λειτουργία από την ΔΕΜΕ, ειδικότερα δε τον συντονισμό, έλεγχο και προγραμματισμό της 
εκμετάλλευσης των Αιολικών και Ηλιακών Σταθμών Παραγωγής Ηλεκτρικής Ενέργειας όλων των 
Διευθύνσεων Περιφερειών Διανομής, την επιμέλεια και τον προγραμματισμό της προμήθειας 
των ανταλλακτικών και λοιπών υλικών που είναι αναγκαία για την εκμετάλλευση των ως άνω 
σταθμών παραγωγής και την διεκπεραίωση αιτημάτων των αυτοπαραγωγών, ότι πριν από την 
πρόσληψή του από την εναγομένη ο ενάγων εργάσθηκε σε διάφορες εταιρείες, όπως στην 
Διεύθυνση Δοκιμαστηρίων Κινητήρων της Γενικής Διεύθυνσης Ερευνας και Ανάπτυξης της 
εταιρείας ......... με αντικείμενο την βελτίωση της λειτουργίας και την αύξηση της 
απόδοσης των κινητήρων, στην Γενική Διεύθυνση "Τεχνική Βιομηχανική Οικονομία" του 
χαλυβουργείου ......... με αντικείμενο την εκπόνηση οικονομοτεχνικών μελετών και 
βελτιώσεων της παραγωγικής διαδικασίας, στην ............ ως βοηθός Γεν. Διευθυντή, στην 
ΔΕΦΑ ως Γενικός Διευθυντής, στην ........ ως Διευθυντής Βιομηχανικής Παραγωγής, είχε δε 
διατελέσει και μέλος του Δ.Σ. των Ελληνικών Διυλιστηρίων Ασπροπύργου (ΕΛΔΑ) και της 
Δημόσιας Επιχείρησης Αερίου (ΔΕΠΑ) έχοντας αποκτήσει από τις παραπάνω απασχολήσεις του 
αξιόλογη εμπειρία και εξειδικευμένες γνώσεις και ικανότητες, ότι από τις αρχές της 
υπηρεσίας του στην εναγομένη και λόγω των υπευθύνων θέσεων που κατείχε συμμετείχε με την 
έγκριση του Γενικού Διευθυντή αυτής σε ημερίδες, συνέδρια και σεμινάρια, ελληνικά και 
παγκόσμια, σχετικά με τον Τομέα Αξιοποίησης Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας και με την 
ενέργεια γενικότερα, ότι κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας του στο Κλιμάκιο Ηπιων Μορφών 
Ενέργειας (ΚΗΜΕ) παρήγαγε σημαντικό έργο με την σταδιακή επαναλειτουργία των εκτός 
λειτουργίας ανεμογεννητριών και την διατήρησή τους σε συνεχή λειτουργία, αποφέροντας 
σημαντικό όφελος στην Διεύθυνση Περιφέρειας Νήσων της εναγομένης, ότι κατά την υπηρεσία 
του στο ως άνω κλιμάκιο και κάθε φορά που παρίστατο ανάγκη απουσίας του, όπως επί 4 
μήνες το καλοκαίρι του 2001 και 2 μήνες την άνοιξη του 2002, αναπληρωνόταν από τον Π1, 
Τομεάρχη του Τεχνικού Τομέα του Κλάδου Διανομής και πρώην προϊσταμένου του ΚΗΜΕ κατά την 
περίοδο 1996-1998, τον οποίο είχε διαδεχθεί σ' αυτό ο ενάγων, ότι μεταξύ του ενάγοντος 
και του Π1 είχαν προκύψει προβλήματα τόσο κατά την διάρκεια της συνεργασίας τους όσο και 
κυρίως κατά την διάρκεια της ως άνω αναπλήρωσης του ενάγοντα λόγω της διαφωνίας του 
τελευταίου ιδίως σχετικά με την ανάθεση έργων σε εργολάβους κατ' αποκοπή κατά την 
απουσία του ενάγοντος, που κατά την άποψή του έπρεπε ν' ανατεθούν σε τεχνίτες υπό την 
επίβλεψη του προσωπικού της εναγομένης προς περιστολή περιττών εξόδων και επίτευξη 
καλύτερης ποιότητας των έργων, ότι ενόψει των προβλημάτων αυτών ο ενάγων διαμαρτυρήθηκε 
προς την εναγομένη με το από 23-12-2002 υπηρεσιακό σημείωμά του προς τις αρμόδιες 
υπηρεσίες, εκθέτοντας τις απόψεις και τις διαφωνίες του για τις βλαπτικές ενέργειες της 
ιεραρχίας της εναγομένης και την ζημία που επέφεραν στην επιχείρησή της, τουλάχιστον 
όπως ο ίδιος πίστευε, ότι την 3-1-2003 με απόφαση του Διευθυντή Περιφέρειας Νήσων ο 
ενάγων μετατέθηκε από το ΚΗΜΕ στον Τομέα Ανάπτυξης και Λειτουργίας Δικτύου της 
Περιφέρειας Νήσων στο γραφείο του Διευθυντή στον Τομέα Υποστήριξης υπό τον Τομεάρχη 
Διοικητικού της Διεύθυνσης Περιφέρειας Νήσων, δηλ. σε διαφορετικό Τομέα της ίδιας 
Διεύθυνσης, ότι τα νέα καθήκοντά του ήταν η εποπτεία και παρακολούθηση των παγίων της 
Διεύθυνσης της Περιφέρειας Νήσων (ΔΠΝ), η εποπτεία και παρακολούθηση του κτηματολογίου 
σε συνεργασία με τους πολιτικούς μηχανικούς της ΔΠΝ, η εποπτεία και παρακολούθηση του 
ηλεκτρολογικού εξοπλισμού των κτιριακών εγκαταστάσεων της ΔΠΝ, των τηλεπικοινωνιακών 
έργων εσωτερικού Δικτύου και των προγραμμάτων ανάπτυξης των πληροφοριακών συστημάτων της 
ΔΠΝ, ότι η νέα θέση στην οποία τοποθετήθηκε ο ενάγων είναι εμφανώς υποδεέστερη από 
εκείνη που τον είχε τοποθετήσει η εναγομένη από το 1998, ότι ειδικότερα με την 
τοποθέτηση στη νέα θέση υποβιβάσθηκε σε θέση υπαλλήλου και του ανατέθηκαν από τον 
αρμόδιο Διευθυντή καθήκοντα εκτός της ειδικότητας και του επιστημονικού του πεδίου σε 
ένα τομέα με διοικητικές και οικονομικές δραστηριότητες και η εναγομένη ουσιαστικά τον 
αδρανοποίησε, ότι ο πραγματικός λόγος της μετακίνησης του ενάγοντος δεν ήταν η 
αναδιοργάνωση της επιχείρησης της εναγομένης, μετά την μετατροπή της σε ανώνυμη εταιρεία 
και σύμφωνα με το καταστατικό και το νέο οργανωτικό σχήμα της, με βάση το οποίο το ΚΗΜΕ 
δεν εμφανιζόταν ως οντότητα στο νέο Κανονισμό Διάρθρωσης Υπηρεσιών και η επίκληση του 
λόγου αυτού από την εναγομένη ήταν εντελώς προσχηματική, αλλά η προσωπική διαμάχη του 
ενάγοντος με την ιεραρχία της εναγομένης και ιδιαίτερα με τον Π1 και η συνεπεία αυτής 
υποβολή παρατηρήσεων με το από 23-12-2002 σχετικό έγγραφό του που αφορούσαν σε ενέργειες 
ή παραλείψεις υπηρεσιακών εν γένει παραγόντων που κατά την άποψή του είχαν δυσμενείς 
επιπτώσεις στην συντήρηση και λειτουργία των προαναφερομένων Ανανεώσιμων Πηγών και στην 
μη τήρηση συμβατικών όρων κατά την παραλαβή νέων Ανανεώσιμων Πηγών από τους αναδόχους 
των έργων, ότι δεν αποδείχθηκε ότι η ως άνω μετακίνηση του ενάγοντος ήταν αναγκαία και 
δεν μπορούσε να καλυφθεί με άλλο υπάλληλο της εναγομένης, ότι κατά συνέπεια η μετάθεση 
αυτή του ενάγοντος σε θέση καταφανώς υποδεέστερη συνιστώσα μονομερή βλαπτική μεταβολή 
των όρων της σύμβασης εργασίας του έγινε κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος της 
εναγομένης, ότι ειδικότερα αυτός από την νευραλγική θέση του προϊσταμένου του ΚΗΜΕ με 
εξειδικευμένες γνώσεις, εμπειρία και κατάρτιση στην συγκεκριμένη υπηρεσία υποβαθμίσθηκε 
σε υπάλληλο απασχολούμενο με την εποπτεία και παρακολούθηση των παγίων, του 
κτηματολογίου, του ηλεκτρολογικού εξοπλισμού, των κτιριακών εγκαταστάσεων και των 
Τηλεπικοινωνιακών Εργων της Δ.Π.Ν. χωρίς αποφασιστικές αρμοδιότητες και ότι από τη 
μετάθεση αυτή ο ενάγων προσεβλήθη στην προσωπικότητά του, μειώθηκε η επαγγελματική και 
επιστημονική υπόληψή του, αφού από προϊστάμενος σε έναν τομέα ζωτικής σημασίας, όπου 
αναλάμβανε πρωτοβουλίες και ελάμβανε αποφάσεις που αξιοποιούσαν τις εξειδικευμένες 
γνώσεις του, τα προσόντα και τις ικανότητές του, μετακινήθηκε σε θέση υπαλλήλου σε έναν 
τομέα, στον οποίο δεν μπορούσε ν' αξιοποιήσει τα ως άνω προσόντα του και στον οποίο 
ουσιαστικά αδρανοποιήθηκε.

 Με βάση τα ως άνω γενόμενα δεκτά περιστατικά το Εφετείο κατέληξε, κατ' επικύρωση της 
απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και απορρίπτοντας την έφεση της αναιρεσείουσας 
εναγομένης, ότι ο αναιρεσίβλητος ενάγων υπέστη ηθική βλάβη, για την οποία η εύλογη 
χρηματική ικανοποίηση που πρέπει να του επιδικασθεί ανέρχεται σε 3.000 ευρώ. Με την 
κρίση του αυτή το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερθείσες διατάξεις και 
δη των άρ. 57, 59, 281 κι 932 ΑΚ που ήταν εφαρμοστέες, αν και δεν μνημονεύονται στην 
προσβαλλόμενη απόφαση, μη συντρεχούσης στην ερευνώμενη υπόθεση περίπτωσης εφαρμογής, άρα 
ούτε παραβίασης, των διατάξεων των άρ. 5 § 1, 17 § 1 και 106 § 2 του Συντάγματος, 
διέλαβε δε στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις 
αιτιολογίες που εμπεριέχουν σαφώς και το στοιχείο της υπαιτιότητας των οργάνων της 
εναγομένης, αφού έγινε δεκτό ότι η μετάθεση του ενάγοντος σε υποδεέστερη θέση έγινε κατά 
κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος της εναγομένης και με προσχηματική επίκληση απ' 
αυτήν της αναδιοργάνωσης των υπηρεσιών της επιχείρησής της. Επομένως, πρέπει ν' 
απορριφθεί ο δεύτερος και τελευταίος λόγος αναιρέσεως από τους αριθμούς 1 και 19 του 
άρθρου 559 ΚΠολΔ ως αβάσιμος, ειδικά δε κατά το σκέλος τους, σύμφωνα με το όποίο ο 
αναιρεσίβλητος ενάγων ουδεμία ηθική βλάβη υπέστη από ενέργειες της αναιρεσείουσας-
εναγομένης, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη 
κρίση του δικαστηρίου για την ουσία της υπόθεσης (άρ. 561 § 1 ΚΠολΔ). Σύμφωνα με τα 
προαναφερθέντα η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της, μη 
τεθεί όμως διάταξη περί δικαστικών εξόδων λόγω της απουσίας του αιτούντος αναιρεσιβλήτου 
και της συνακόλουθης μη υποβολής σχετικού αιτήματος.   

                               Για τους λόγους αυτούς 

 Απορρίπτει την από 15-9-2005 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ 
ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΑΕ" για αναίρεση της 6759/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Τετάρτη 2 Δεκεμβρίου 2009

ΑΠ 1407/2009 - Μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας. Άρνηση εργαζομένου να αποδεχθεί για την υπεράσπιση ποινικής του υπόθεσης τον προτεινόμενο από την εργοδότριά του εταιρία δικηγόρο. Άκυρη απόλυση.

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Δημήτριο Μουστάκα (επειδή κωλύονται οι Αρεοπαγίτες Αθανάσιος Θεμέλης και Ειρήνη Αθανασίου) και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες....
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των άρθρων 648, 652, 656 και 349-351 ΑΚ, 7 παρ. 1 του ν. 2112/1920 και 5 παρ. 3 του ν. 3198/1955 προκύπτει ότι στον εργοδότη ανήκει το δικαίωμα να εξειδικεύει τις υποχρεώσεις του μισθωτού για την αρτιότερη οικονομοτεχνική οργάνωση της επιχειρήσεώς του προς επίτευξη των σκοπών αυτής, δεν επιτρέπεται όμως, κατά την ενάσκηση του διευθυντικού αυτού δικαιώματος να προκαλείται υλική ή ηθική ζημία στο μισθωτό κατά παράβαση διατάξεως νόμου ή της ατομικής συμβάσεως εργασίας ή κατά καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος υπό την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ. Στις περιπτώσεις αυτές υπάρχει μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας, που παρέχει στο μισθωτό, αν δεν αποδέχεται τη μεταβολή, το δικαίωμα, είτε να εμείνει στη σύμβαση και να απαιτήσει από τον εργοδότη να αποδέχεται την προσφερόμενη εργασία υπό τους πριν από τη μεταβολή όρους, καθιστώντας αυτόν διαφορετικά υπερήμερο περί την αποδοχή της εργασίας του, είτε να θεωρήσει την μεταβολή ως άτακτη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας και να αξιώσει τη νόμιμη αποζημίωση. Εξάλλου, η κατά το άρθρο 669 ΑΚ καταγγελία συμβάσεως εργασίας αόριστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και γι' αυτό, δεν είναι απαραίτητο να δικαιολογείται από εκείνον που προβαίνει σ' αυτήν (καταγγελία). Αποτελεί όμως άσκηση δικαιώματος και, κατά συνέπεια, υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 του ΑΚ, δηλαδή δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον οικονομικό και κοινωνικό σκοπό του δικαιώματος, διότι διαφορετικά είναι άκυρη και θεωρείται σαν να μην έγινε (άρθρα 174, 180 ΑΚ), οπότε ο εργοδότης, αρνούμενος τις υπηρεσίες του εργαζομένου, καθίσταται υπερήμερος και υποχρεούται στην καταβολή προς αυτόν του μισθού του, κατά τα άρθρα 349, 350 και 656 του ΑΚ. Θεωρείται δε ως καταχρηστική η καταγγελία και όταν αυτή έγινε από τον εργοδότη ένεκα της αρνήσεως του εργαζομένου να αποδεχθεί μονομερή σε βάρος του βλαπτική μεταβολή των συμβατικών όρων.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά κρίση ανέλεγκτη, τα ακόλουθα περιστατικά: Η εναγομένη (και ήδη αναιρεσείουσα) εταιρεία προσέλαβε τον ενάγοντα (και ήδη αναιρεσίβλητο), την 1-12-1998, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, προκειμένου να τον απασχολήσει ως διευθυντή στρατηγικού σχεδιασμού έναντι των εκάστοτε συμφωνημένων μηνιαίων αποδοχών του. Σε εκτέλεση της σύμβασης αυτής ο ενάγων απασχολήθηκε στην επιχείρηση της εναγομένης με τους ανωτέρω όρους και συνθήκες μέχρι το έτος 2000, οπότε η εργοδότριά του, εκτιμώντας την μέχρι τότε απόδοσή του, τον προήγαγε σε Γενικό Διευθυντή της επιχείρησής της, προσαρμόζοντας ανάλογα και τις μηνιαίες αποδοχές του. Ο ενάγων υπό τη νέα ιδιότητά του ασκούσε δικαιώματα της εργοδότριας, διατηρώντας κατά την άσκηση αυτών πρωτοβουλία και έχοντας ανεξαρτησία κατά τη λήψη των αποφάσεων αναφορικά με τη διοίκηση και τη διαχείριση της εταιρείας, το συντονισμό και τον έλεγχο των διευθύνσεων και του προσωπικού αυτής, τη λήψη μέτρων για τη βελτίωση του τελευταίου, ενώ παρίστατο στις συνεδριάσεις του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας, του οποίου ήταν μέλος, και ενημερωνόταν για τη γενική πορεία αυτής. Τα καθήκοντά του αυτά άσκησε ο ενάγων κατά το χρονικό διάστημα των ετών 2000 έως και 2003 επιτυχώς, εργαζόμενος στην επιχείρηση της εταιρείας με ζήλο. Προς επιβράβευσή του η εργοδότριά του, από τον Ιανουάριο του 2004, αύξησε τις μηνιαίες αποδοχές του από 8.117 ευρώ σε 9.180 ευρώ, επιπλέον των τραπεζικών πιστωτικών καρτών που του παραχώρησε κατά χρήση. Ενόψει δε των ανωτέρω καθηκόντων του κατέστη αναγκαίο στα πλαίσια της άσκησής τους, να διαμένει περισσότερο χρόνο στην ... και να συντονίζει τις δραστηριότητες της εταιρείας από το γραφείο που η τελευταία διατηρούσε εκεί. Για το λόγο αυτό η εναγομένη μίσθωσε, καταβάλλοντας εξ ιδίων το μίσθωμα, ένα διαμέρισμα στην οδό ... αρ. ... στη ..., όπου κα εγκαταστάθηκε ο ενάγων. Παράλληλα, του παραχώρησε τη χρήση του με αριθμό κυκλοφορίας ... ΕΙΧ αυτοκινήτου μάρκας ΒΜW. Τις παροχές αυτές απολάμβανε ο ενάγων μέχρι την καταγγελία της εργασιακής του σύμβασης. Στις 13-4-2003 έλαβε χώρα τροχαίο ατύχημα στην περιοχή των ... μεταξύ του με αριθμό κυκλοφορίας ... Δ.Χ. τουριστικού λεωφορείου, που μετέφερε μαθητές του Λυκείου ... και του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΔΧ φορτηγού αυτοκινήτου (ρυμουλκού μετά ρυμουλκουμένου), που μετέφερε προϊόντα της εναγομένης. Το ατύχημα αυτό είχε ως συνέπεια το θάνατο 21 μαθητών και τον τραυματισμό άλλων 33 ατόμων. Μεταξύ αυτών κατά των οποίων απαγγέλθηκε κατηγορία και ασκήθηκε ποινική δίωξη για ανθρωποκτονίες κατά συρροή, σωματικές βλάβες κατά συρροή, αποτέλεσμα το οποίο προέβλεψαν μεν ως δυνατό αλλά πίστεψαν ότι δεν θα επερχόταν και για διατάραξη της ασφάλειας της συγκοινωνίας στους δρόμους με ενδεχόμενο δόλο, από δε την πράξη τους αυτή επήλθε θάνατος, ήταν και ο ενάγων με την ιδιότητά του ως γενικού διευθυντού της εναγομένης. Προκειμένου δε η τελευταία να αντιμετωπίσει την κατηγορία που ασκήθηκε εναντίον του ενάγοντος και άλλων υπαλλήλων της, ανέθεσε με έξοδά της την υπεράσπισή τους στο δικηγορικό γραφείο του δικηγόρου Θεσσαλονίκης Δημητρίου Τσάκου. Ο ενάγων δεν αντέδρασε στην επιλογή αυτή της εργοδότριάς του και δέχθηκε να συνεργαστεί με τους δικηγόρους του ανωτέρω γραφείου, προσδοκώντας τη δια βουλεύματος απαλλαγή του. Παρά τις προσδοκίες του όμως αυτές ο τελευταίος παραπέμφθηκε με το 179/2004 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας να δικαστεί για τις παραπάνω πράξεις ενώπιον του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της περιφέρειας του Εφετείου Λάρισας. Μετά την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως που άσκησε ο ενάγων κατά του ανωτέρω παραπεμπτικού βουλεύματος, κατελήφθη από αγωνία και άγχος για την έκβαση της δίκης που ανοίχθηκε σε βάρος του, με αποτέλεσμα να καταλήξει στην απόφαση να προσλάβει και αυτός δικηγόρο της εμπιστοσύνης του προς αποκλειστική υπεράσπιση των συμφερόντων του, επιπλέον των ανωτέρω δικηγόρων που προσέλαβε η εργοδότριά του. Την προαναφερθείσα βούλησή του ανακοίνωσε στη διευθύνουσα σύμβουλο της εταιρείας, η οποία δεν ήταν αρνητική στην απόφασή του, φρόντισε δε αυτή και στις 14-1-2005 κατατέθηκε στον προσωπικό τραπεζικό λογαριασμό του το ποσό των 45.000 ευρώ, προκειμένου να αντιμετωπίσει τις δαπάνες αμοιβής των δικηγόρων και τα έξοδα της χωριστής νομικής υποστήριξής του. Παράλληλα επιφυλάχθηκε, προκειμένου να αποφασίσουν επί του θέματος που δημιουργήθηκε και τα υπόλοιπα μέλη του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας, ώστε να ληφθεί σχετική απόφαση. Τα τελευταία αποφάσισαν να μη δεχθούν να προσλάβει ο ενάγων δικηγόρους της εμπιστοσύνης του. Την απόφασή τους αυτή γνωστοποίησαν στον τελευταίο, ο οποίος όμως δεν την αποδέχθηκε, ώστε στη δίκη που επακολούθησε τον Ιούλιο του 2005 ενώπιον του ΜΟΔ Βόλου παραστάθηκε μόνο με τους δικηγόρους που ο ίδιος προσέλαβε. Παρά ταύτα καταδικάστηκε για τις ανωτέρω πράξεις σε συνολική ποινή κάθειρξης 13 ετών. Ενόψει της αρνήσεως του ενάγοντος να αποδεχθεί την απόφαση του ΔΣ τα εταιρείας τα μέλη αυτού, προκειμένου να τον τιμωρήσουν, αποφάσισαν να μειώσουν τις αρμοδιότητές του ως γενικού διευθυντή της επιχείρησης. Για το σκοπό αυτό έδωσαν εντολή στους άμεσους συνεργάτες του να αποφεύγουν να απευθύνονται σ' αυτόν προς επίλυση τυχόν προβλημάτων, ώστε οι τελευταίοι έπαψαν να συνεργάζονται μαζί του. Ακολούθως, τα αρμόδια όργανα της εταιρείας του αφαίρεσαν τη δυνατότητα πρόσβασής του στο μηχανογραφικό σύστημα αυτής, που ήταν απαραίτητη για την εκτέλεση του σπουδαιότερου μέρους της εργασίας του, γιατί μέσου αυτού συντόνιζε τη δράση της εταιρείας και επικοινωνούσε με τους αντιπροσώπους και τους προμηθευτές της στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Ακολούθησε η αφαίρεση του προσωπικού του e-mail και στη συνέχεια του ηλεκτρονικού υπολογιστή που χειριζόταν αποκλειστικά, εις τρόπον ώστε να μην μπορεί να εκτελέσει τα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις του ως εργαζόμενος. Με τον τρόπο αυτό αποψιλώθηκε των σπουδαιότερων αρμοδιοτήτων του ως γενικού διευθυντή της επιχείρησης. Τελικά, στις 14-2-2005, ενημερώθηκε από την ALPHA BANK ότι η εργοδότριά του αφαίρεσε από αυτόν τη δυνατότητα χρήσης των εταιρικών πιστωτικών καρτών. Η ανωτέρω συμπεριφορά των οργάνων της εταιρείας αποτελεί μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, την οποία ο τελευταίος δεν αποδέχθηκε. Ειδικότερα, στις 4-3-2005, επέδωσε στην εναγομένη την από 3-3-2005 εξώδικη δήλωσή του, με την οποία, αφού αναφέρει τα ανωτέρω, της δήλωσε ότι εμμένει στους αρχικούς όρους της συμβάσεως εργασίας του και αξιώνει την τήρησή τους. Η εναγομένη στις 10-3-2005, επέδωσε σ' αυτόν την από 5-3-2005 εξώδικη δήλωση, με την οποία, αφού αρνείται τα ανωτέρω, του καταλογίζει ότι λόγω της συμπεριφοράς του, ήτοι της αδιαφορίας του κατά την άσκηση των εργασιακών του καθηκόντων και της δήλωσής του ότι δήθεν δεν τον ενδιαφέρει πλέον η τύχη της εταιρείας, έστω και αν το ανωτέρω ατύχημα επιφέρει την πτώχευση ή την ολοκληρωτική καταστροφή της φτάνει να διασωθεί ο ίδιος, διαταράχθηκε ανεπανόρθωτα το κλίμα εμπιστοσύνης. Μάλιστα για το λόγο αυτό ισχυρίζεται ότι ο ενάγων παραιτήθηκε από τη θέση του γενικού διευθυντή της εταιρείας, του καταβλήθηκε δε αποζημίωση 45.000 ευρώ. Τελικά επικαλούμενη η εναγομένη ότι από τη συμπεριφορά του ενάγοντος διαταράχθηκε ανεπανόρθωτα το κλίμα εμπιστοσύνης μεταξύ των διαδίκων κατάγγειλε τη σύμβαση εργασίας του και τον απέλυσε προσφέροντάς του τη νόμιμη αποζημίωση. Επίσης, του δήλωσε ότι επιφυλάσσεται να διεκδικήσει το ποσό των 45.000 ευρώ ως αδικαιολογήτως καταβληθέν. Ο ενάγων αρνήθηκε να εισπράξει την αποζημίωσή του και στις 16-3-2005 επέδωσε στην εργοδότριά του την από 11-3-2005 εξώδικη δήλωσή του, με την οποία δήλωσε ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του είναι άκυρη ως παράνομη και καταχρηστική, διότι έγινε από εκδικητικότητα και ότι εξακολουθεί να προσφέρει τις υπηρεσίες του. Το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη και την κατάθεση της μάρτυρα απόδειξης σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής, καταλήγει στην κρίση ότι ουδέποτε έλαβε χώρα παραίτηση του ενάγοντος των δικαιωμάτων του από τη σύμβαση εργασίας του έναντι του ποσού των 45.000 ευρώ, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εναγομένη. Και τούτο διότι στην περίπτωση αυτή θα ελάμβανε χώρα η κατάρτιση έγγραφης συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων, η μη σύνταξη της οποίας δεν δικαιολογείται από την ύπαρξη φιλίας μεταξύ του ενάγοντος και της διευθύνουσας συμβούλου της εναγομένης, αφενός λόγω της σπουδαιότητας των δικαιωμάτων που διακυδεύονταν και από τις δυο πλευρές και αφετέρου διότι, λόγω της διάστασης των δυο πλευρών, δεν ήταν λογικό να ενεργήσει μόνη της η ανωτέρω και για λογαριασμό της εταιρείας και μάλιστα άτυπα, χωρίς την υποστήριξη νομικού συμβούλου. Ακόμη, δεν αποδείχθηκε ότι η εκ μέρους της εναγομένης καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος έλαβε χώρα από λόγους που αφορούσαν την αποδοτικότητά του στον τομέα της εργασίας του ή της συμπεριφοράς του, δεδομένου ότι η εναγομένη δεν του επιρρίπτει ευθύνες για το ατύχημα αλλά ισχυρίζεται αβάσιμα ότι από τις αρχές Δεκεμβρίου του 2004 μέχρι την απόλυσή του δεν ασκούσε τα καθήκοντά του, συμπεριφορά που επέφερε διάρρηξη στη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ των διαδίκων και η οποία λόγω και της θέσης του ενάγοντος ως γενικού διευθυντή της επιχείρησης καθιστούσε αδύνατη τη συνέχιση της εργασιακής του σχέσης, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εναγομένη. Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος από την εναγομένη έγινε κατά κατάχρηση του εργοδοτικού της δικαιώματος, καθόσον η άσκησή του υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του. Και τούτο διότι έγινε από εκδίκηση των οργάνων της εναγομένης προς τον ενάγοντα, επειδή δεν αποδέχθηκε τη μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασίας που του επέβαλε. Συνακόλουθα, αποδείχθηκε ότι η εκ μέρους της εργοδότριάς του καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος είναι άκυρη ως καταχρηστική και ως άκυρη θεωρείται σαν να μην έγινε. Έτσι που έκρινε η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη εφαρμογή το άρθρο 281 ΑΚ, διότι η διάταξη αυτού δεν εξαιρείται από την εφαρμογή της στον αναιρεσίβλητο, ο οποίος κατείχε, κατά τον κρίσιμο χρόνο, την ανωτέρω εξέχουσα θέση στην επιχείρηση της αναιρεσείουσας, μεταξύ των οποίων ενυπήρχε το στοιχείο της εξάρτησης έστω και σε χαλαρή μορφή, ούτε (παραβίασε) εκ πλαγίου την ίδια πιο πάνω διάταξη με ανεπάρκεια, ασάφεια και αντιφατικότητα των αιτιολογιών της, αφού, κατά τα ανωτέρω, το αποδεικτικό υλικό εκτίθεται σ' αυτήν επαρκώς, με σαφήνεια και χωρίς ενδοιασμούς.
Τέλος, πρέπει να σημειωθεί, ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ελέγχεται από τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνων δικαίου, δηλαδή εξειδίκευση αόριστων νομικών εννοιών ή υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, όχι, όμως και όταν χρησιμεύουν προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ή εκτίμηση αποδείξεων ή εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων ή ερμηνεία δικαιοπραξίας, όπως στην προκείμενη περίπτωση, στην οποία η προσβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη την κατάθεση της μάρτυρα απόδειξης σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής. Επομένως, ο μοναδικός λόγος του αναιρετηρίου από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ο αναφερόμενος στο κεφάλαιο που έχει προσβληθεί με το αναιρετήριο πρόσθετος λόγος από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23-2-2007 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 729/2006 απόφασης του Εφετείου Θράκης. Και.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ