Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΥΜΒΑΣΙΟΥΧΟΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΥΜΒΑΣΙΟΥΧΟΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 17 Ιουνίου 2014

Προγράμματα Stage: Συμβάσεις εργασίας και όχι μαθητείας

Με την ΑΠ 885/2014 κρίθηκε ότι οι απασχολούμενοι με προγράμματα stage προσέφεραν στην πραγματικότητα τις υπηρεσίες τους με καθεστώς εξαρτημένης εργασίας και όχι μαθητείας. Η εν λόγω απόφαση, η οποία επικαλείται μεταξύ άλλων και τη συνταγματική αρχή της ίσης μισθολογικής μεταχείρισης για παροχή εργασίας ίσης αξίας, ανοίγει το δρόμο για τη διεκδίκηση μισθολογικών και ασφαλιστικών αξιώσεων σε χιλιάδες εργαζομένους με συμβάσεις "μαθητείας". Το ζήτημα της αναγνώρισης των εν λόγω συμβάσεων ως εξαρτημένης εργασίας αποτελεί έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων και δεν έχει σχέση με την απαγόρευση που θεσπίζεται με το άρθρο 103 παρ. 8 του Συντάγματος, σχετικά με τη μετατροπή των ιδιωτικού δικαίου συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου των εργαζομένων στον ευρύτερο δημόσιο τομέα σε συμβάσεις αορίστου χρόνου. 
Σύμφωνα με το αιτιολογικό της απόφασης του ΑΠ σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνο εφαρμόζονται οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας του μισθωτού για ορισμένο ή αόριστο χρόνο με μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο καθορισμού και καταβολής αυτού, χωρίς ευθύνη του μισθωτού για την επίτευξη ορισμένου αποτελέσματος και ακόμη όταν ο μισθωτός τελεί σε εξάρτηση από τον εργοδότη του, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και την επιμελή εκτέλεσή της και με την υποχρέωση του πρώτου να συμμορφώνεται στις αναγκαίες εντολές ή οδηγίες του εργοδότη. Σύµβαση μαθητείας, εξάλλου, είναι η σύµβαση. κατά την οποία ο ένας από τους συμβαλλόμενους αναλαµβάνει την υποχρέωση να μεταδώσει στον άλλο τις αναγκαίες εμπειρικές γνώσεις, για την άσκηση από τον τελευταίο ορισµένου επαγγέλματος ή ορισμένης τέχνης. Ειδικότερες μορφές της συµβάσεως μαθητείας είναι η γνήσια σύµβαση μαθητείας και η σύµβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου. Στη γνήσια σύµβαση μαθητείας προέχον στοιχείο είναι η παροχή εκπαίδευσης στον μαθητευόμενο, η δε τυχόν παροχή εργασίας από αυτόν δεν γίνεται µε σκοπό εκτέλεσης παραγωγικού έργου, αλλά για τις ανάγκες της εκπαίδευσης και της εξοικείωσής του µε το αντικείμενο του επαγγέλματος ή της τέχνης του. Στη σύµβαση αυτή, για την οποία δεν υπάρχει ειδική νοµοθετική ρύθµιση και κατά την οποία ο μαθητευόμενος παρέχει εργασία για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις της σύµβασης εργασίας του Α.Κ., εφόσον συμβιβάζονται µε την φύση και τον σκοπό της σύµβασης αυτής, ενώ δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νοµοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας, τις νόµιµες αποδοχές, την καταγγελία της σύµβασης εργασίας, την αποζημίωση απολύσεως κ.λπ., οι οποίες προϋποθέτουν παροχή εξαρτημένης εργασίας, που δεν αποτελεί προέχον η ωφέλεια που αντλεί από την εργασία του, καθώς και ότι ο μαθητευόμενος είτε δεν θα λαµβάνει μισθό είτε θα καταβάλλει ορισμένο ποσό στον εργοδότη για την μαθήτευσή του. Αντίθετα επί συµβάσεως εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου η οποία υφίσταται όταν ο μαθητευόμενος μισθωτός παρέχει εργασία σε επιχείρηση ή εκμετάλλευση, επιδιώκοντας παραλλήλως την απόκτηση γνώσεων ή ικανότητας σε ορισμένη ειδικότητα ή επάγγελµα, η εκμάθηση τέχνης εκ µέρους του επέρχεται ως αυτόµατη συνέπεια της εφαρμογής της συµβάσεως και εντός των πλαισίων της συνήθους λειτουργίας αυτής και δεν αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερης υποχρέωσης του εργοδότη και, συνεπώς, επί της συµβάσεως εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου εφαρμόζονται τόσο οι γενικές, όσο και οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νοµοθεσίας, εφόσον προέχων σκοπός της συµβάσεως αυτής είναι η παροχή εκ µέρους του μαθητευόμενου εργασίας, έναντι αµοιβής και παρεπόμενος σκοπός είναι η εκμάθηση τέχνης ή επαγγέλματος σύµφωνα µε τις οδηγίες και κατευθύνσεις του εργοδότη. Σε κάθε περίπτωση ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός μιας σχέσης ως σύμβασης έργου, μαθητείας ή εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου αποτελεί κατ` εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, τα οποία μετά από εκτίμηση όλων των συγκεκριμένων περιστάσεων κρίνουν με ποιά συγκεκριμένη νομική σχέση συνδέεται ο μισθωτός με τον εργοδότη του, ανεξάρτητα από το νομικό χαρακτήρα που έδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη στη συνδέουσα αυτά σχέση, από την απαγόρευση δε της μετατροπής από το νόμο των ιδιωτικού δικαίου συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου των εργαζομένων στον ευρύτερο δημόσιο τομέα σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, που θεσπίζεται με το άρθρο 103 παρ. 8 του Συντάγματος, δεν συνάγεται και απαγόρευση της αναγνώρισης του πραγματικού χαρακτήρα ορισμένης σχέσης, η οποία δεν αποτελεί "μετατροπή", αλλά ορθό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία. 

Δευτέρα 13 Αυγούστου 2012

Προσωρινή Δικαίωση των Συμβασιούχων του Δήμου Κηφισιάς

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την υπ' αριθμ. 7645/2012 απόφασή του δικαίωσε προσωρινά (κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων) τους συμβασιούχους της Διεύθυνσης Καθαριότητας του Δήμου Κηφισιάς. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο έκρινε ότι οι απασχολούμενοι στη Διεύθυνση Καθαριότητας του Δήμου Κηφισιάς, παρά το γεγονός ότι προσλήφθηκαν με συμβάσεις ορισμένου χρόνου, στην πραγματικότητα κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δήμου, καθώς ουσιαστικά απασχολούνταν σε θέση μονίμου υπαλλήλου, υπό τις εντολές και οδηγίες του Δήμου και των οργάνων του, που ασκούσαν εποπτεία και καθόριζαν τον τόπο, τον τρόπο και το χρόνο της εργασίας τους. Οι συμβασιούχοι ήταν υποχρεωμένοι να συμμορφώνονται και να δέχονται τον έλεγχο, τόσο για την τήρηση των εντολών και οδηγιών όσο και για την επιμελή εκτέλεση της εργασίας τους, προσερχόμενοι στην υπηρεσία τους καθημερινά σε συγκεκριμένο ωράριο, όπως και οι μόνιμοι υπάλληλοι του Δήμου. 
Με βάση τα παραπάνω, κρίθηκε ότι οι συγκεκριμένοι "συμβασιούχοι" συνδέονται με το Δήμο Κηφισιάς με την έννομη σχέση της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με όλες τις περαιτέρω συνέπειες του στοιχείου της εξάρτησης και όχι της συμβάσεως ορισμένου χρόνου, η οποία καταρτίστηκε με πρόθεση καταστρατήγησης της διάταξης του άρθρου 8 παρ. 3 ν. 2112/1920, που επιτελεί τους σκοπούς της κοινοτικής οδηγίας 1999/70/ Ε.Κ. 
Το Δικαστήριο υποχρέωσε τον Δήμο να αποδέχεται προσωρινά τις προσφερόμενες υπηρεσίες των "συμβασιούχων", καταβάλλοντας τις αντίστοιχες αποδοχές τους, μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της κύριας αγωγής τους.

Τρίτη 20 Σεπτεμβρίου 2011

Προσωρινή Δικαίωση για 410 Συμβασιούχους του Δ. Αθηναίων

Με προσωρινή διαταγή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κι άλλοι 410 συμβασιούχοι του δήμου Αθηναίων θα παραμείνουν στην εργασία τους. To Μονομελές Πρωτοδικείο της Αθήνας, με προσωρινή διαταγή, αποδέχτηκε σχετικό αίτημα των 410 εργαζομένων και διέταξε τον δήμο να διατηρήσει τους συμβασιούχους στις θέσεις εργασίας τους και μετά τη λήξη των συμβάσεων τους, στο τέλος του μηνός. Mε αντίστοιχη προσωρινή διαταγή του Πρωτοδικείου πριν λίγες μέρες, είχαν πετύχει την παραμονή στην εργασία τους κι άλλοι 200 συμβασιούχοι στον τομέα καθαριότητας του δήμου Αθηναίων. Η προσωρινή διαταγή του Μονομελούς Πρωτοδικείου επιτρέπει στους εργαζόμενους να συνεχίσουν να εργάζονται μέχρι τη συζήτηση των προσφυγών τους, τον Οκτώβριο, οπότε και θα κριθεί η υπόθεσή τους. Ενώ την ημέρα της συζήτησης το δικαστήριο μπορεί να παρατείνει την παραμονή των εργαζομένων στις υπηρεσίες του δήμου μέχρι την έκδοση της απόφασης του. (Πηγή: www.enet.gr)

Πέμπτη 30 Ιουνίου 2011

Ολομέλεια ΑΠ 7/2011: Η Απόφαση για τους Συμβασιούχους


... Ι. Με την απόφαση 33/2007 της Α' Τακτικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, παραπέμφθηκε στην Πλήρη Ολομέλεια ο μοναδικός λόγος κατά το άρθρο 560 αριθ.1 του Κ.Πολ.Δ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 5766/2002 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, γιατί κρίθηκε ότι τίθενται τα γενικοτέρου ενδιαφέροντος ζητήματα: "Εάν είναι επιτρεπτή στο πλαίσιο εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 8 παρ. 3 του Ν.2112/1920, σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 του Α.Κ. και 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος, κατά τον ορθό εκ μέρους του ουσιαστικού Δικαστηρίου χαρακτηρισμό της όλης έννομης σχέσης παροχής εργασίας εξαρτημένης, η αναγνώριση κυρίως ή παρεμπιπτόντως του πραγματικού χαρακτήρα της ίδιας έννομης σχέσης ως αορίστου χρόνου, όταν πρόκειται για συνεχείς - διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου που κάλυπταν καθόλο το ένδικο διάστημα πάγιες και διαρκείς όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες, και η συμφωνημένη κάθε φορά ορισμένη διάρκεια επιβαλλόταν από το νόμο ή από τον κανονισμό λειτουργίας του εργοδότη - αναιρεσιβλήτου που έχει ισχύ νόμου".


ΙΙ. Η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται ως λόγος αναίρεσης από τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο, πλην άλλων, την αιτίαση ότι η αγωγή, επί της οποίας έκρινε σε δεύτερο βαθμό το δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ θα έπρεπε να γίνει το αντίθετο, σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα δικαίου (ουσιαστικού), που κατά το αναιρετήριο παραβιάστηκε (Ολ.Α.Π. 28/1998). Η παράβαση δε του νόμου με την προαναφερθείσα έννοια κρίνεται κατ' αρχή σε σχέση με το δίκαιο που ίσχυε κατά το χρόνο που εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση, με την προϋπόθεση όμως ότι το δίκαιο αυτό στη συγκεκριμένη περίπτωση επιτρεπτά ρυθμίζει την επίδικη έννομη σχέση όταν ανάγεται στο παρελθόν. Εξάλλου η φύση της σύμβασης ή της δικαιοπραξίας, δεν εξαρτάται από το χαρακτηρισμό που δίνουν σ' αυτή οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, γιατί ο χαρακτηρισμός αυτός αποτελεί έργο του δικαστηρίου της ουσίας κατά την άσκηση της δικαιοδοτικής λειτουργίας του, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 3 και 87 παρ. 2 του ισχύοντος Συντάγματος, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στη συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό στη σύμβαση, κρίση που στη συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στο πλαίσιο εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 559 ή 560 αριθ. 1 του ΚΠολΔ. Η δυνατότητα του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου σύμβασης εργασίας, δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα (Ολ.ΑΠ 18/2006 και 19/2007, η δεύτερη καθόσον αφορά μόνο το μέχρι την 17.4.2001 χρονικό διάστημα και όχι το μεταγενέστερο που άρχισαν να ισχύουν οι προστεθείσες παράγραφοι 7 και 8 του Συντάγματος), αλλά ούτε και από εσωτερικό κανονισμό της υπηρεσίας του εργοδότη είτε ανήκει στον δημόσιο ή στον ιδιωτικό τομέα, ακόμα και εάν ο κανονισμός αυτός έχει αποκτήσει ισχύ νόμου. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 533 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., σύμφωνα με την οποία το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εφαρμόζει το νόμο που ίσχυε όταν δημοσιεύθηκε η πρωτόδικη απόφαση, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο προκειμένου να κρίνει την ορθότητα της εκκληθείσας πρωτόδικης απόφασης, εφαρμόζει το νόμο που ίσχυε κατά το χρόνο της δημοσίευσης της πρωτόδικης απόφασης, και όχι τον ισχύοντα κατά την κατ' έφεση δίκη νεώτερο νόμο, εκτός εάν με αυτόν ορίζεται διαφορετικά ως προς την αναδρομική έναρξη της ισχύος του (Ολ.Α.Π.30/1998). Από τις διατάξεις όμως των άρθρων 533 παρ. 2, 535 παρ. 1 και 536 παρ. 1 και 2 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κρίνοντας βάσιμο κάποιο λόγο έφεσης εξαφανίσει την πρωτόδικη οριστική απόφαση και προβεί στην εκδίκαση της υπόθεσης "κατ' ουσίαν", υποχρεούται να εφαρμόσει για τη διάγνωση της νομικής και ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο δημοσίευσης της απόφασής του είτε έχει αναδρομική δύναμη (Ολ.Α.Π.654/1984), είτε δεν έχει αναδρομική δύναμη, εφόσον όμως στην τελευταία περίπτωση καταλαμβάνει (χρονικά) την επίδικη έννομη σχέση. Αλλά και στην περίπτωση, που η αγωγή έγινε δεκτή από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ως νομικά και ουσιαστικά βάσιμη, και το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κατ' αποδοχή αντίστοιχου λόγου έφεσης του εναγομένου έκρινε ότι η αγωγή ήταν νομικά αβάσιμη, με βάση επίσης το νόμο που ίσχυε κατά το χρόνο δημοσίευσης της πρωτόδικης απόφασης (και δεν μεσολάβησε άλλος νεώτερος νόμος με αναδρομική εφαρμογή), όταν στη συνέχεια το Εφετείο προβεί στην κατ' άρθρ. 535 του Κ.Πολ.Δ. εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, το κατά το ίδιο άρθρο 535 Κ.Πολ.Δ. στάδιο της "κατ' ουσίαν" εκδίκασης της υπόθεσης, δεν εξικνείται περαιτέρω επεκτατικά, πέραν της απόρριψης της αγωγής ως νομικά αβάσιμης, με βάση το αμέσως προηγηθέν πόρισμά του της παραδοχής του λόγου της έφεσης και με βάση τις ίδιες διατάξεις που κρίθηκε το βάσιμο του ίδιου λόγου, και όχι με την παράλληλη εφαρμογή άλλων νεώτερων διατάξεων, που δεν έχουν αναδρομική ισχύ αλλά και δεν καταλαμβάνουν χρονικά την επίδικη έννομη σχέση. Περαιτέρω, ο αναιρεσίβλητος Οργανισμός Προγνωστικών Αγώνων Ποδοσφαίρου (ΟΠΑΠ), που ιδρύθηκε με το Β.Δ. από 20/29 -12-1958 (αρθρ. 1,3 και 5), εκδοθέν κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 6 παρ. 2 του Ν.Δ. 3865/1958, δυνάμει του Π.Δ. 228/1999 μετατράπηκε σε ανώνυμη εταιρία, η οποία, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 αυτού λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας διεπόμενη από τις διατάξεις του Ν.2414/1996 "Εκσυγχρονισμός των Δημοσίων Επιχειρήσεων και Οργανισμών και άλλες διατάξεις" και του Κ.Ν. 2190/1920 "περί ανωνύμων εταιριών", όπως έχουν τροποποιηθεί και ισχύουν, επί πλέον δε από το άρθρο 5 παρ. 1 του καταστατικού της προβλέπεται, ότι οι μετοχές της εταιρίας θα εκδοθούν στο όνομα του Ελληνικού Δημοσίου και συνεπώς ανήκει στον ευρύτερο δημόσιο Τομέα. Ο ΟΠΑΠ διέπεται από Εσωτερικό Κανονισμό Οργάνωσης, Διάρθρωσης και Λειτουργίας των Υπηρεσιών του, ο οποίος εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 3 παρ. 10 του Α.Ν.127/1967, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ΝΔ 391/1974, εγκρίθηκε με την 2084/ 1986 απόφαση Υπ. Πολιτισμού και δημοσιεύτηκε (ΦΕΚ Β 770/31-10-1986) και συνεπώς έχει ισχύ νόμου. Κατά τον Κανονισμό αυτό, το προσωπικό του ΟΠΑΠ συνδέεται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου και διακρίνεται σε τακτικό, έκτακτο και ευκαιριακά απασχολούμενο (το άρθρο 13). Τακτικό είναι το προσωπικό που προσλαμβάνεται για την πλήρωση των προβλεπομένων οργανικών θέσεων (άρθρο 14) και του οποίου η σύμβαση είναι ορισμένου χρόνου (άρθρο 48 παρ. Ια'). Έκτακτο είναι το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση ορισμένου χρόνου αναλόγως των εκάστοτε παρουσιαζομένων εποχιακών ή έκτακτων αναγκών. Ευκαιριακά απασχολούμενο είναι το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση μιας ημέρας για τις ανάγκες της καταμέτρησης και διαλογής του δελτίου ή σε παρεμφερείς εργασίες στις ημέρες που διεξάγονται οι διαγωνισμοί του ΠΡΟ-ΠΟ. Η πρόσληψη του έκτακτου προσωπικού γίνεται από τον Οργανισμό με επιλογή και αξιολόγηση των κατατεθέντων στοιχείων καθενός με απόφαση του Συντονιστή Διευθυντή και οριστικοποιείται με την υπογραφή της σχετικής σύμβασης εργασίας από το ενδιαφερόμενο μέρος (άρθρο 17 παρ. 2 και 3). Η πρόσληψη του ευκαιριακά απασχολούμενου προσωπικού για την κάλυψη των αναγκών του Οργανισμού κατά τις ημέρες διεξαγωγής των διαγωνισμών, γίνεται με πάγια απόφαση του Δ.Σ. και η τελική επιλογή του γίνεται από τον Συντονιστή Διευθυντή, χωρίς να χρειάζεται η υπογραφή σύμβασης εργασίας (άρθρο 17 παρ. 4). Εξάλλου, ανεξάρτητα από την επακολουθήσασα υπ' αριθ. 1999/70 Οδηγία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που δημοσιεύθηκε στις 10.7.1999 στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, και η ισχύς της άρχισε σύμφωνα με το άρθρο 2 αυτής στις 10.7.2001, ενσωματώθηκε δε στην Ελληνική έννομη τάξη στις 2.4.2003 με το Π.Δ. 81/2003, στην Ελληνική έννομη τάξη η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, δια της προσχηματικής επιλογής της συμβάσεως ορισμένου αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπιζόταν με το άρθρο 8 παρ. 3 ν. 2112/1920, σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 ΑΚ, 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος, που εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή "οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, εάν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται εκ της φύσεως της συμβάσεως αλλά ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγηση των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου".


Κατά την παγιωθείσα στη νομολογία και τη θεωρία ερμηνεία της εν λόγω διάταξης, ενώ αυτή αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από τη μη τήρηση, από τον εργοδότη, των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την απόλυση ο ν. 2112/1920, αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, με πληρέστερη μάλιστα προστασία έναντι εκείνης της μεταγενέστερης ως άνω κοινοτικής Οδηγίας, εφόσον πρόκειται για διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου που καλύπτουν πραγματικά ανάγκες της υπηρεσίας πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες. Τούτο δε, λαμβανομένου υπόψη ότι ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός ορισμένης σχέσης, που δεν αφορά μόνο το χαρακτηρισμό της ως εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας ή έργου αλλά και το χαρακτηρισμό της ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου, αποτελεί κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, ανεξάρτητα από τον εκ του νόμου ή τον έχοντα ισχύ νόμου κανονισμό χαρακτηρισμό της συμβατικής σχέσης ως ορισμένου χρόνου(ΑΕΔ3/2001, ΑΠ Ολ. 6/2001). Ενόψει όλων των ανωτέρω, αν η πρόσληψη του προσωπικού του ΟΠΑΠ με ορισμένου χρόνου διαδοχικές συμβάσεις μίας ημέρας σε εφαρμογή των προαναφερθεισών διατάξεων του εσωτερικού κανονισμού λειτουργίας των υπηρεσιών του έγινε προσχηματικά για την κάλυψη έκτακτων και απρόβλεπτων αναγκών, στην πραγματικότητα όμως για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών, η άσκηση του διευθυντικού αυτού δικαιώματος ως εργοδότη εκ μέρους των οργάνων του γίνεται προς καταστρατήγηση των από το άρθρο 8 παρ. 1 του Ν.2112/1920 δικαιωμάτων των εργαζομένων που απορρέουν από τις διατάξεις για την υποχρεωτική καταγγελία της υπαλληλικής σύμβασης (με την έννοιά τους που προαναφέρθηκαν), κατά προφανή υπέρβαση από μέρους του εργοδότη των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του διευθυντικού αυτού δικαιώματος, και ως εκ τούτου είναι καταχρηστική (άρθρο 281 ΑΚ). Στην προκειμένη υπόθεση, όπως προκύπτει από το παρατιθέμενο στο αναιρετήριο περιεχόμενο της αγωγής τους, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσείουσες εκθέτουν ότι με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου είχαν προσληφθεί ως καθαρίστριες από τον ΟΠΑΠ- ήδη ΟΠΑΠ Α.Ε., καθολική διάδοχο του - ότι από την πρόσληψή τους (10-3-1991 και 01.3.1990) και μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής τους (22-1-1998) παρείχαν τις υπηρεσίες τους κατά πλήρες ωράριο εργασίας, με πενθήμερη απασχόληση από 5.30 έως 13.30 (νόμιμο ωράριο εργασίας), καλύπτοντας μόνιμες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου. 'Οτι η σύμβαση εργασίας τους, δεν ήταν ορισμένου χρόνου και μάλιστα κάθε φορά μιας ημέρας όπως ισχυρίζεται ο εναγόμενος, για τους λόγους ότι όλο το χρονικό διάστημα της εργασιακής τους σχέσης καλύπτουν μόνιμες και διαρκείς ανάγκες, όπως άλλωστε αρμόζει στην ίδια τη φύση της εργασίας τους, και συνεχίζουν να εργάζονται στο εναγόμενο, όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα αλλά και μέχρι σήμερα, χωρίς ποτέ να αποχωρήσουν από την υπηρεσία τους. Ότι, οι επικαλούμενες από το εναγόμενο ως άνω συμβάσεις άλλως παρατάσεις ορισμένου χρόνου, τις οποίες αποκρούουν ως τέτοιες, έγιναν προς καταστρατήγηση του Ν. 2112/1920 και των νόμων που υποχρεώνουν την τήρηση των ΣΣΕ, την καταβολή αδειών, επιδομάτων αδείας κ.λ.π., κατά προφανή υπέρβαση των αρχών της καλής πίστης και του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού του δικαιώματος. Αρα, όλες οι ανωτέρω συμβάσεις, για κάθε μία ενάγουσα, συνιστούν μία σύμβαση αορίστου χρόνου. Απέκρουσαν δε, ως βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας τους, την οποία επιχείρησε ο ΟΠΑΠ και συνίστατο σε μείωση των ήμερων εργασίας αρχικά από 5 σε 4 και στη συνέχεια από 4 σε 3, που αυτές δεν αποδέχθηκαν. Ζήτησαν δε με την αγωγή να υποχρεωθεί ο εναγόμενος Ο.Π.Α.Π. που συνεχίζει να τις απασχολεί επί 3 ημέρες την εβδομάδα μέχρι την άσκηση της αγωγής, να καταβάλει σ'αυτές τις διαφορές αποδοχών του χρονικού διαστήματος από 1.10.1995 μέχρι 31.12.1997 που τις περιέκοψε, αφού παρεμπιπτόντως αναγνωρισθεί αναγκαίως ότι κατά το ίδιο ένδικο χρονικό διάστημα των ζητούμενων διαφορών η έννομη σχέση που τις συνδέει με τον εναγόμενο ήταν αορίστου χρόνου, δεδομένου ότι σε προγενέστερο χρόνο άσκησαν κατά του εναγομένου και την από 21.12.1995 αγωγή τους, με την οποία ζητούσαν να αναγνωρισθεί ότι η σύμβαση που τις συνδέει με τον αναιρεσίβλητο εργοδότη, όπως εξελίχθηκε και λειτουργούσε καθόλη τη διάρκειά της, είναι παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Η ένδικη αγωγή συζητήθηκε σε πρώτο βαθμό στο Ειρηνοδικείο Αθηνών και εκδόθηκε την 27.4.1998 η υπ' αριθ. 574/1998 απόφαση που την έκρινε ως νόμιμη και βάσιμη κατ' ουσία με βάση τις διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 3 του Ν.2112/1920, 281, 671 Α.Κ. Κατά της απόφασης εκείνης ασκήθηκε έφεση εκ μέρους του αναιρεσίβλητου και εκδόθηκε την 3.9.2002 η υπ'αριθ. 5766/2002 απόφαση του ως Εφετείου δικάσαντος Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτό δέχθηκε αντίστοιχο λόγο της έφεσης ως προς την νομιμότητα της ένδικης αγωγής, κρίνοντας ότι η αγωγή δεν ήταν νομικά βάσιμη στο πλαίσιο εφαρμογής αποκλειστικά των ίδιων ως άνω διατάξεων, γιατί "η σύναψη της ένδικης σύμβασης ως ορισμένου χρόνου επιβάλλεται από τον κανονισμό οργανώσεως και λειτουργίας του εναγομένου που έχει ισχύ νόμου και δεν μπορεί κατ' ακολουθία να θεωρηθεί ότι αποσκοπεί στην καταστρατήγηση των δικαιωμάτων των αναιρεσειουσών - εναγουσών έστω και αν χρησιμοποιήθηκαν αυτές για την εκτέλεση εργασίας που εξυπηρετούσε μόνιμες λειτουργικές ανάγκες του εργοδότη".


Στη συνέχεια δε, αφού δέχθηκε τον αντίστοιχο λόγο της έφεσης του αναιρεσίβλητου και εξαφάνισε την αντιθέτως κρίνασα πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε την ένδικη αγωγή ως νομικά αβάσιμη, χωρίς να προσφύγει, (αφού δεν είχε κατά τα προαναφερθέντα και αντίστοιχη δυνατότητα), στις εκ των υστέρων και μετά την κατά την 27.4.1998 έκδοση της πρωτόδικης απόφασης θεσπιθείσες διατάξεις της υπ' αριθ. 1999/70 Οδηγίας και των παρ. 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, αλλά και στις διατάξεις του Ν.2190/1994, όπως ισχύουν μετά το Ν. 2527/1997 και στην έκταση που με την θέσπιση της παρ. 7 του άρθρου 103 του Συντάγματος απέκτησαν από τις 18.4.2001 συνταγματικό κύρος, αφού δεν προκύπτει από αυτές η δυνατότητα ρύθμισης με αναδρομική ισχύ της ένδικης έννομης σχέσης εξικνούμενης χρονικά κατά το αντικείμενό της το αργότερο μέχρι την 31.12.1997. Η αγωγή αυτή, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω, σε συνδυασμό με τα χρονικά όρια που εκτείνονται οι ένδικες αγωγικές αξιώσεις (μέχρι της 31.12.1997), είναι νόμιμη, κατά τους ισχύοντες κατά το χρόνο δημοσίευσης (27-4-1998) της πρωτόδικης απόφασης κανόνες δικαίου, με βάση τους οποίους κρίνεται η ορθότητα ή μη αυτής, ήτοι του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920, σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 Α.Κ. και 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος. Διότι οι επίμαχες διαδοχικές σχέσεις (λόγω μη έγκυρης κατάρτισης συμβάσεως) εργασίας των εναγουσών, είχαν προσλάβει ήδη ενιαία κατά το χρόνο που εκτείνεται η ένδικη έννομη σχέση και το αντικείμενό της, το χαρακτήρα της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, εφόσον από τη φύση τους κάλυπταν μόνιμες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, ο δε καθορισμός της ημερήσιας διάρκειάς τους εξακολουθητικά δεν δικαιολογείται από τη φύση τους, αλλά τέθηκε προς καταστρατήγηση των δικαιωμάτων των εναγουσών μισθωτών από τη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος του εναγομένου να ρυθμίζει τη διάρκεια εργασίας τους με βάση τις σχετικές προβλέψεις και ρυθμίσεις του εσωτερικού κανονισμού του αναιρεσίβλητου, και ανεξάρτητα από τις ρυθμίσεις της 1999/70 Οδηγίας και των παραγρ. 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, οι οποίες δεν έχουν στην προκειμένη περίπτωση εφαρμογή, παρότι η σχέση εργασίας των αναιρεσειουσών, όπως δεν αμφισβητείται από τον αναιρεσίβλητο, συνεχιζόταν ακόμη και ήταν ενεργός κατά την προαναφερθείσα έναρξη ισχύος τους.


Συνεπώς το ουσιαστικό δικαστήριο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι η ένδικη αγωγή δεν είναι νόμιμη, παραβίασε με την εσφαλμένη μη εφαρμογή τους, τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 3 του Ν.2112/1920 και 281, 671 του Α.Κ. και 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος, που εφαρμόζονται στην προκειμένη περίπτωση. Επομένως, κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας, ο μοναδικός, κατ' εκτίμηση από το άρθρο 560 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., λόγος είναι βάσιμος και η κρινομένη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή, όπως και οι υπέρ αυτής ασκηθείσες πρόσθετες παρεμβάσεις, στο μέτρο, που στηρίζονται αποκλειστικά στην παραβίαση των ίδιων παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, των άρθρων 8 παρ. 3 του Ν.2112/1920 και 281, 671 του Α.Κ. και 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος, με τη μη εφαρμογή τους. Μειοψήφισαν είκοσι (20) μέλη του δικαστηρίου, ήτοι οι Αντιπρόεδροι, Ηλίας Γιαννακάκης και Θεοδώρα Γκοίνη και οι Αρεοπαγίτες, Βασίλειος ΦούκαςΓρηγόριος Κουτσόπουλος, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Παναγιώτης Κομνηνάκης, Δημήτριος Μαζαράκης, Ανδρέας Δουλγεράκης-Εισηγητής, Κωνσταντίνος ΦράγκοςΣαράντης Δρινέας, Δημήτριος Τίγγας, Ιωάννης Γιαννακόπουλος, ΧριστόφοροςΚοσμίδης, Ανδρέας Ξένος, Κυριακούλα Γεροστάθη, Βασίλειος Φράγγος, Νικόλαος Τρούσας, Δημήτριος Κόμης Ερωτόκριτος Καλούδης και Μιλτιάδης Σπυρόπουλος. Τα μέλη αυτά, εκτός του Δημητρίου Τίγγα, διατύπωσαν την παρακάτω γνώμη : Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 672 ΚΠολΔ και 1 του ν. 2112/1920, συνάγεται ότι σύμβαση ορισμένου χρόνου είναι εκείνη στην οποία, ρητά ή σιωπηρά, έχει συμφωνηθεί η λήξη της σε ορισμένο χρόνο, ή η λήξη της προκύπτει από το είδος και το σκοπό της εργασιακής σύμβασης ή επιβάλλεται από διάταξη νόμου. Εξάλλου το άρθρο 8 παρ. 1 εδ. β' του ν. 2112/1920, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 11 του α.ν. 547/1937, ορίζει ότι, οι διατάξεις του νόμου αυτού περί υποχρεωτικής καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου εφαρμόζονται και επί συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου, όταν ο σκοπός της διάρκειας αυτής δε δικαιολογείται αλλά τέθηκε σκοπίμως προς καταστρατήγηση των διατάξεων, περί υποχρεωτικής καταγγελίας. Η διάταξη όμως αυτή δεν δύναται να τύχει εφαρμογής στην περίπτωση κατά την οποία η σύμβαση ορισμένης διαρκείας καταρτίζεται υποχρεωτικώς εκ του νόμου ως τέτοια, γιατί στην περίπτωση αυτή δεν μπορεί να γίνει λόγος για αδικαιολόγητο καθορισμό της συμβάσεως σαν ορισμένης διάρκειας, ούτε καθίσταται αόριστου χρόνου η σύμβαση του προσληφθέντος για ορισμένο χρόνο, βάσει διατάξεως νόμου, αν αυτός χρησιμοποιήθηκε για την εκτέλεση εργασίας, που εξυπηρετεί πάγιες ανάγκες του εργοδότη (Ολ.ΑΠ 180/1986). Περαιτέρω, ο Οργανισμός Προγνωστικών Αγώνων Ποδοσφαίρου (ΟΠΑΠ), που ιδρύθηκε με το Β.Δ. από 20/29 -12-1958 (άρθρ. 1,3 και 5), εκδοθέν κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 6 παρ. 2 του Ν.Δ. 3865/1958, δυνάμει του Π.Δ. 228/1999, μετατράπηκε σε ανώνυμη εταιρία, η οποία, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 αυτού, λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος, κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, διεπόμενη από τις διατάξεις του Ν. 2414/1996 "Εκσυγχρονισμός των Δημοσίων Επιχειρήσεων και Οργανισμών και άλλες διατάξεις" και του Κ.Ν.2190/1920 "περί ανωνύμων εταιριών", όπως έχουν τροποποιηθεί και ισχύουν, επί πλέον δε από το άρθρο 5 παρ. 1 του καταστατικού της προβλέπεται, ότι οι μετοχές της εταιρίας θα εκδοθούν στο όνομα του Ελληνικού Δημοσίου και συνεπώς ανήκει στον ευρύτερο δημόσιο Τομέα, διεπόταν δε, κατά την επίδικη περίοδο, από Εσωτερικό Κανονισμό Οργάνωσης, Διάρθρωσης και Λειτουργίας των Υπηρεσιών του, ο οποίος εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 3 παρ. 10 του Α.Ν.127/1967, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ΝΔ 391/1974, εγκρίθηκε με την 2084/ 1986 απόφαση Υπ. Πολιτισμού και δημοσιεύτηκε (ΦΕΚ Β 770/31-10-1986), και συνεπώς έχει ισχύ νόμου. Κατά τον Κανονισμό αυτό, το προσωπικό του ΟΠΑΠ διακρίνεται σε τακτικό, που προσλαμβάνεται για την πλήρωση των προβλεπομένων σ' αυτόν οργανικών θέσεων, σε έκτακτο, που προσλαμβάνεται με σύμβαση ορισμένου χρόνου, αναλόγως των εκάστοτε παρουσιαζομένων εποχιακών ή έκτακτων αναγκών και σε ευκαιριακά απασχολούμενο, που προσλαμβάνεται με σύμβαση διάρκειας μιας ημέρας για τις ανάγκες της καταμετρήσεως και διαλογής του δελτίου ή σε παρεμφερείς εργασίες στις ημέρες που διεξάγονται οι διαγωνισμοί του ΠΡΟ-ΠΟ (άρθρο 13), ότι η πρόσληψη του τακτικού και του έκτακτου προσωπικού, που γίνεται με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου ύστερα από εισήγηση του συντονιστή διευθυντή για το πρώτο και με απόφαση του συντονιστή διευθυντή για το δεύτερο, οριστικοποιείται με την υπογραφή της εργασιακής συμβάσεως από τα μέρη, ότι η πρόσληψη του ευκαιριακά απασχολούμενου προσωπικού γίνεται με επιλογή από το συντονιστή διευθυντή στο πλαίσιο πάγιας αποφάσεως του διοικητικού συμβουλίου (άρθρο 17) και ότι το έκτακτο προσωπικό δεν μπορεί να είναι ανώτερο από το 25% των οργανικών θέσεων (άρθρο 49). Έτσι, οι κανονιστικές αυτές ρυθμίσεις δεν αφήνουν κανένα περιθώριο, που να επιτρέπει την πρόσληψη από τον ΟΠΑΠ με εργασιακή σύμβαση αόριστης διάρκειας, ακόμη και του τακτικού προσωπικού του, για το οποίο προβλέπεται ο διορισμός (με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου) σε συγκεκριμένες οργανικές θέσεις για ορισμένο χρόνο (μέχρι τη συνταξιοδότηση ή τη συμπλήρωση ορίου ηλικίας, άρθρο 48) και επιπλέον καθιερώνεται ο έγγραφος τύπος ως στοιχείο του κύρους της σχετικής συμβάσεως εργασίας. Η πρόσληψη σε ʽη θέσεις επιτρέπεται αποκλειστικά για την αντιμετώπιση εποχιακών ή έκτακτων ή πρόσκαιρων αναγκών και γίνεται μόνο με σύμβαση ορισμένου χρόνου και μάλιστα έγγραφη σε σχέση και με το έκτακτο προσωπικό. Επομένως, η πρόσληψη προσωπικού από τον ΟΠΑΠ για την αντιμετώπιση, είτε έκτακτων είτε τακτικών αναγκών, με σύμβαση αορίστου χρόνου, αντίκειται στις απαγορευτικές διατάξεις του, ισχύ νόμου έχοντος, ως άνω κανονισμού του, με συνέπεια οι σχετικές συμβάσεις να είναι άκυρες. Επακολούθησε ο ν. 2190/1994, το άρθρο 21 του οποίου ορίζει τα ακόλουθα: "Οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα της παρ. 1 του άρθρου 14 του παρόντος νόμου επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών, με τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία των επόμενων παραγράφων" (παρ. 1). "Η διάρκεια της απασχόλησης του προσωπικού της παρ. 1 δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ (8) μήνες μέσα σε συνολικά χρόνο δώδεκα (12) μηνών. Στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κένωσης θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις (4) μήνες για το ίδιο άτομο. Παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου είναι άκυρες" (παρ. 2). Στη συνέχεια, στις παρ. 3 και 4 του ίδιου άρθρου, ορίζεται ότι τα αρμόδια όργανα υποχρεούνται να παύσουν να καταβάλουν τις αποδοχές στο προσωπικό που συμπλήρωσε την άνω οριζόμενη διάρκεια απασχόλησης άλλως καταλογίζονται στα ίδια οι αποδοχές που καταβλήθηκαν και τέλος ότι οι προϊστάμενοι ή άλλα αρμόδια όργανα που ενεργούν κατά παράβαση των προηγούμενων παραγράφων διώκονται για παράβαση καθήκοντος κατ' άρθρο 259 Π.Κ. Σύμφωνα δε με την παρ. 1 του άρθρου 14 του ίδιου ν. 2190/1994, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του ν. 2527/1997, στις διατάξεις του άρθρου αυτού υπάγονται όλοι οι φορείς του δημόσιου τομέα, όπως αυτός οριοθετείται με τις διατάξεις του αρθρ. 1 παρ. 6 του ν. 1256/1982 και τις μεταγενέστερες συμπληρώσεις του, ανάμεσα στους οποίους (φορείς) περιλαμβάνονται και νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου. Εξάλλου, οι διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος, οι οποίες επιβάλλουν τη νομοθετική πρόβλεψη οργανικών θέσεων για την κάλυψη των πάγιων και διαρκών αναγκών του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των άλλων ν.π.δ.δ., ορίζουν τα εξής: "κανένας δεν μπορεί να διοριστεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη. Εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου" (παρ.2) "Οργανικές θέσεις ειδικού επιστημονικού καθώς και τεχνικού προσωπικού μπορούν να πληρούνται με προσωπικό που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου. Νόμος ορίζει τους όρους για την πρόσληψη, καθώς και τις ειδικότερες εγγυήσεις τις οποίες έχει το προσωπικό που προσλαμβάνεται" (παρ. 3). Με την αναθεώρηση του έτους 2001 (ΦΕΚ Α 85/18-4-2001) και με σκοπό τη μέγιστη δυνατή διασφάλιση των συνταγματικών αρχών της ισότητας ενώπιον του νόμου, της αξιοκρατίας και της διαφάνειας κατά τις προσλήψεις στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, προστέθηκε στο άρθρο 103 του Συντάγματος παρ. 7, που προβλέπει ότι η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης Αρχής. Επίσης στο ίδιο άρθρο (103) προστέθηκε παρ. 8, που προβλέπει ότι: "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παρ. 3, είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2. Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου". Έτσι, με την αναθεώρηση αυτή του άρθρου 103 του Συντάγματος, η Ζ' Αναθεωρητική Βουλή επέβαλε στον κοινό νομοθέτη και στη Διοίκηση αυστηρούς όρους σχετικά με την πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Στους προαναφερόμενους κανόνες, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις πιο πάνω διατάξεις του ν. 2190/1994 και οι οποίες κατέστησαν ήδη συνταγματικού επιπέδου, υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης των παρ/φων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημόσιου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, για την πλήρωση οργανικών θέσεων, σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος. Όπως προκύπτει από τις σχετικές προπαρασκευαστικές εργασίες, ο αναθεωρητικός νομοθέτης θέλησε να αποτρέψει τη συνέχιση μιας συνήθους πρακτικής του παρελθόντος, κατά την οποία αρχικώς προσλαμβάνονταν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου και ορισμένου χρόνου, για την κάλυψη, τυπικά, πρόσκαιρων και απρόβλεπτων ή επειγουσών αναγκών, κατά παράβαση του άρθρου 103 παρ. 2 του Συντάγματος αλλά και της κοινής νομοθεσίας (άρθρα 56 έως 82 του π.δ.410/1988), στη συνέχεια διαπιστώνονταν ότι οι ανάγκες αυτές είναι πάγιες και διαρκείς και τελικά, για την κάλυψη των εν λόγω αναγκών, "τακτοποιούνταν" το κατά τον πιο πάνω τρόπο προσλαμβανόμενο προσωπικό, είτε με το διορισμό του ως μόνιμου δημοσιοϋπαλληλικού, είτε με τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αόριστου χρόνου, κατ' αποκλεισμό άλλων ενδιαφερομένων που θα μπορούσαν να διεκδικήσουν τις ίδιες θέσεις, βάσει των πάγιων διατάξεων της εκάστοτε ισχύουσας νομοθεσίας. Έτσι μέλημα του αναθεωρητικού νομοθέτη ήταν να αποτρέψει τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αόριστου χρόνου, όχι απλώς εκείνων που κάλυπταν παροδικές και απρόβλεπτες ανάγκες, αλλά και εκείνων που πράγματι κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες. Για να αποτρέψει λοιπόν τη συνέχιση της πιο πάνω πρακτικής, ο αναθεωρητικός νομοθέτης πρόσθεσε την προμνημονευόμενη διάταξη του εδαφ. γ' της παρ/φου 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, η οποία πλέον αδιακρίτως απαγορεύει την από το νόμο ακόμα μονιμοποίηση του κατά τον προαναφερόμενο τρόπο προσλαμβανόμενου προσωπικού ή τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αόριστου χρόνου. Δηλαδή, η απαγόρευση αυτή καταλαμβάνει και την περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, απασχολούνται στην πραγματικότητα για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών του δημόσιου τομέα. Δεδομένου, όμως, ότι διαδικασίες "τακτοποίησης" προσωπικού με τον πιο πάνω τρόπο ήταν ακόμα εκκρεμείς κατά το χρόνο της αναθεώρησης του Συντάγματος (άρθρο 17 του ν. 2839/2000 που ακολούθησε την πρακτική ρυθμίσεων προγενέστερων διατάξεων) και προκειμένου οι διαδικασίες αυτές να ολοκληρωθούν και χωρίς να προσκρούουν οι σχετικές για την τακτοποίηση διατάξεις του κοινού νομοθέτη σε οψιγενή "αντισυνταγματικότητα, ο αναθεωρητικός νομοθέτης πρόσθεσε στο άρθρο 118 του Συντάγματος την παρ/φο 7, κατά την οποία "νομοθετικές ρυθμίσεις που αφορούν την τακτοποίηση της υπηρεσιακής κατάστασης προσωπικού που υπάγεται στην παράγραφο 8 του άρθρου 103 εξακολουθούν να ισχύουν μέχρι την ολοκλήρωση των σχετικών διαδικασιών". Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, συναπτόμενες υπό το κράτος της ισχύος των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος και του άρθρου 21 του ν. 2190/1994, με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και όλους τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αόριστου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες. Ούτε καταλείπεται πεδίο εκτίμησης των συμβάσεων αυτών, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων αόριστου χρόνου, στην περίπτωση που αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, αφού, έστω και αν τούτο συμβαίνει, ο εργοδότης, βάσει των πιο πάνω διατάξεων, ευχέρεια για τη σύναψη σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου δεν έχει. Δηλαδή ένας τέτοιος χαρακτηρισμός είναι πλέον αλυσιτελής. Τυχόν αντίθετη ερμηνεία, ότι δηλαδή συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, μπορούν να αναγνωρίζονται, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, ως συμβάσεις εργασίας αόριστου χρόνου και μετά την πιο πάνω συνταγματική μεταρρύθμιση, θα είχε ως συνέπεια τη διαιώνιση ενός αποδοκιμασθέντος από τον αναθεωρητικό νομοθέτη φαινομένου. Επομένως, κατά τη γνώμη της μειοψηφίας, σε κάθε περίπτωση, στις συμβάσεις αυτές, υπό την ισχύ των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος και του άρθρου 21 του ν. 2190/1994, δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920 (Ολ.ΑΠ.19/2007).


Εξάλλου, επίσης, κατά τη γνώμη της μειοψηφίας, από τις διατάξεις του άρθρου 189 παρ. 3 και ήδη 249 παρ. 1 και 3 της Ενοποιημένης απόδοσης της Συνθήκης της Ε.Ο.Κ. προκύπτει, ότι οι οδηγίες αποτελούν παράγωγο κοινοτικό δίκαιο και δεσμεύουν κάθε κράτος-μέλος της Κοινότητας, στο οποίο απευθύνονται, καθόσον αφορούν το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αλλά αφήνουν την επιλογή του τύπου και των μέσων στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών. Γι' αυτό απευθύνονται κατ' ανάγκην, όχι απ' ευθείας προς τους ιδιώτες, θεσπίζοντας δικαιώματα και υποχρεώσεις τους, αλλά μόνο προς τα κράτη μέλη, αφού μόνο αυτά έχουν τη δυνατότητα να λάβουν τα μέτρα, με τα οποία θα καταστεί εφικτή η επίτευξη του επιδιωκόμενου αποτελέσματος. Το κράτος-μέλος, που είναι αποδέκτης της οδηγίας, έχει την υποχρέωση να πραγματοποιήσει το αποτέλεσμα αυτό μέσα στην τασσόμενη προθεσμία, με μέσα, όμως, τα οποία αυτό θα επιλέξει. Αν η οδηγία περιέχει κανόνες σαφείς και ορισμένους, δεκτικούς απευθείας εφαρμογής (δηλαδή χωρίς αιρέσεις ή περιθώρια επιλογής), η παράλειψη του εθνικού νομοθέτη, να την εκτελέσει εμπρόθεσμα, συνεπάγεται την άμεση ισχύ της στην εσωτερική έννομη τάξη του κράτους μέλους που είναι ο παραλήπτης αυτής. Η ισχύς της όμως εκτείνεται μόνο κατά του κράτους μέλους που παρέλειψε να την καταστήσει "εθνικό δίκαιο" και των αντίστοιχων κρατικών φορέων. Δεν εκτείνεται και στις μεταξύ των ιδιωτών σχέσεις. Είναι δηλαδή κάθετη και όχι οριζόντια. Η οριζόντια ισχύς αυτής ολοκληρώνεται μόνο με την έκδοση πράξεως του εθνικού νομοθέτη που μετατρέπει την οδηγία σε κανόνα του εσωτερικού δικαίου (Ολ. ΑΠ 23/1998). Περαιτέρω, στις 10-7-1999 δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, ύστερα από τη συμφωνία - πλαίσιο, την οποία συνήψαν στις 18-3-1999 οιδιεπαγγελματικές οργανώσεις γενικού χαρακτήρα CESUNICH και CΕΕΡ, στο άρθρο 2 της οποίας ορίζεται ότι στα κράτη μέλη παρέχεται προθεσμία συμμορφώσεως προς το περιεχόμενο της Οδηγίας αυτής έως τις 10-7-2001, με δυνατότητα παράτασης της εν λόγω προθεσμίας έως τις 10-7-2002, της οποίας (δυνατότητας) η Ελλάδα έκαμε χρήση. Στο προοίμιο της οδηγίας αυτής αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι τα μέρη της παρούσας συμφωνίας αναγνωρίζουν, ότι οι συμβάσεις αόριστου χρόνου είναι και θα συνεχίσουν να είναι η γενική μορφή εργασιακών σχέσεων μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων και ότι οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ανταποκρίνονται, σε ορισμένες περιστάσεις, στις ανάγκες τόσο των εργοδοτών όσο και των εργαζομένων. Ορίζει ειδικότερα η παραπάνω Οδηγία, μεταξύ άλλων, ότι η παρούσα συμφωνία εφαρμόζεται σε όλους τους εργαζόμενους ορισμένου χρόνου που έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας, όπως αυτές καθορίζονται από τη νομοθεσία, τις συλλογικές συμβάσεις ή την πρακτική κάθε κράτους μέλους (ρήτρα 2) και ότι για να αποτραπεί η κατάχρηση που μπορεί να προκύψει από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, τα κράτη-μέλη, ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους, ή/ και οι κοινωνικοί εταίροι, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, λαμβάνουν, κατά τρόπο που να λαμβάνει υπόψη τις ανάγκες ειδικών τομέων ή/ και κατηγοριών εργαζομένων, ένα ή περισσότερα από τα αναφερόμενα μέτρα και ειδικότερα καθορίζουν α) αντικειμενικούς λόγους που να δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας β) τη μέγιστη συνολική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου γ) τον αριθμό των ανανεώσεων τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας. Επίσης τα κράτη-μέλη ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους ή/ και οι κοινωνικοί εταίροι καθορίζουν, όταν χρειάζεται, τις συνθήκες υπό τις οποίες συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου: θεωρούνται "διαδοχικές" και χαρακτηρίζονται συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου (ρήτρα 5). Είναι φανερό ότι η πιο πάνω Οδηγία δεν περιέχει κανόνες κοινοτικού δικαίου σαφείς και ορισμένους, δεκτικούς απευθείας εφαρμογής στην ελληνική έννομη τάξη, δηλαδή η Οδηγία αυτή δεν είναι χωρίς αιρέσεις ή περιθώρια επιλογής από τον εθνικό νομοθέτη. Η επίτευξη του στόχου της Οδηγίας, που είναι η αποτροπή τής κατάχρησης να συνάπτονται διαδοχικές συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, προϋποθέτει συγκεκριμένα μέτρα προσαρμογής, που θα λάβει ο εθνικός νομοθέτης, ο οποίος καλείται να εξειδικεύσει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται διαδοχικές και μπορούν να χαρακτηρισθούν ως αόριστου χρόνου. Τα κράτη μέλη, δηλαδή, διαθέτουν ευρεία ευχέρεια επιλογής μεταξύ περισσότερων λύσεων για να αποτρέψουν την καταχρηστική χρησιμοποίηση των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, χωρίς να επιβάλλεται, σε περίπτωση σύναψης τέτοιων συμβάσεων, ο χαρακτηρισμός αυτών ως συμβάσεων αόριστου χρόνου, καθ' όσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό ("όταν χρειάζεται").


Συνεπώς, δεν αποκλείεται η πρόβλεψη άλλων, πρόσφορων κατά την κρίση του εθνικού νομοθέτη, κυρώσεων εις βάρος του εργοδότη για την αποτελεσματική προστασία του εργαζομένου που, ως οικονομικά ασθενέστερος, συχνά υποχρεώνεται αδικαιολόγητα στη σύναψη ασύμφορων για τον ίδιο διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου αντί της συνάψεως συμβάσεως αορίστου χρόνου, όπως είναι η ακυρότητα των συναπτόμενων συμβάσεων, με παράλληλη εξασφάλιση για τον εργαζόμενο των αποδοχών για την εργασία που παρέσχε και αποζημίωσης. Η ευχέρεια του νομοθέτη να προβλέπει άλλες πρόσφορες κυρώσεις, πλην του χαρακτηρισμού των ανεπίτρεπτων διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου ως συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας αορίστου χρόνου, συνάγεται και από την παρ. 3 του προοιμίου της συμφωνίας πλαισίου, στην οποία ορίζεται ότι "η παρούσα συμφωνία καθορίζει τις γενικές αρχές και τις ελάχιστες απαιτήσεις σχετικά με την εργασία ορισμένου χρόνου, αναγνωρίζοντας ότι για τις λεπτομέρειες της εφαρμογής της πρέπει να ληφθούν υπόψη τα πραγματικά στοιχεία των συγκεκριμένων εθνικών, τομεακών και εποχιακών καταστάσεων", καθώς και από την υπ' αριθμ. 10 γενική παρατήρηση αυτής, όπου ορίζεται ότι "η παρούσα συμφωνία παραπέμπει στα κράτη μέλη και τους κοινωνικούς εταίρους για τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής των γενικών αρχών της, των ελάχιστων απαιτήσεων και διατάξεων, ώστε να ληφθεί υπόψη η κατάσταση σε κάθε κράτος μέλος και οι ιδιαίτερες συνθήκες ορισμένων τομέων και επαγγελμάτων, συμπεριλαμβανομένων των δραστηριοτήτων εποχικής φύσης". Αλλά και το Δικαστήριο Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στην υπόθεση C - 212/04 της 4ης Ιουλίου 2006 διαλαμβάνει στη σκέψη 91 της αποφάσεώς του, ότι "η συμφωνία - πλαίσιο δεν επιβάλλει γενική υποχρέωση των κρατών - μελών να προβλέπουν τη μετατροπή σε συμβάσεις αόριστου χρόνου των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, όπως και δεν προβλέπει τις συγκεκριμένες προϋποθέσεις, υπό τις οποίες μπορεί να γίνεται χρήση των τελευταίων αυτών συμβάσεων". Περαιτέρω στην 94η σκέψη του δέχεται, ότι " όταν το κοινοτικό δίκαιο δεν προβλέπει ειδικές κυρώσεις στην περίπτωση που θα διαπιστωνόταν μ' όλα ταύτα καταχρήσεις, εναπόκειται στις εθνικές αρχές να λάβουν πρόσφορα μέτρα που πρέπει να είναι όχι μόνον αναλογικά αλλά και αρκούντως αποτελεσματικά και αποτρεπτικά, για να εξασφαλίσουν την πλήρη αποτελεσματικότητα των κανόνων που θεσπίστηκαν κατ' εφαρμογή της συμφωνίας - πλαισίου". Ήδη ο εθνικός νομοθέτης έχει εξειδικεύσει τις συνθήκες αυτές με τα π.δ/τα 81/2003 και 164/2004, το δεύτερο από τα οποία αναφέρεται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα και η ισχύς των οποίων άρχισε αντίστοιχα από τη δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (2-4-2003 και 19-7-2004). Ενόψει, λοιπόν, αφενός των πιο πάνω συνταγματικών διατάξεων και αφετέρου της, κατά τα προεκτιθέμενα, προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας προς την Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου, η οποία δεν επιβάλλει το χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, το άρθρο 8 του ν. 2112/1920, κατά τη γνώμη πάντοτε της μειοψηφίας, ούτε κατ' επιταγή της Οδηγίας αυτής έχει εφαρμογή κατά το μεσοδιάστημα από 10-7-2002 (ημερομηνία λήξης της προθεσμίας προσαρμογής) μέχρι την έναρξη της ισχύος του π.δ.164/2004, αλλά βέβαια και μετά την έναρξη ισχύος του π.δ/τος αυτού. Στην προκειμένη υπόθεση, όπως προκύπτει από το παρατιθέμενο στο αναιρετήριο περιεχόμενο της αγωγής της, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσείουσες εκθέτουν ότι με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου είχαν προσληφθεί ως καθαρίστριες από τον ΟΠΑΠ, ήδη ΟΠΑΠ Α.Ε., καθολική διάδοχό του, ότι από την πρόσληψή τους (10-3-1991 και 1-3-1990, αντιστοίχως) και μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής τους (22-1-1998) παρείχαν τις υπηρεσίες τους κατά πλήρες ωράριο εργασίας, με πενθήμερη απασχόληση από 5.30 έως 13.30 (νόμιμο ωράριο εργασίας), καλύπτοντας μόνιμες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου. Ότι η σύμβαση εργασίας τους, δεν ήταν ορισμένου χρόνου και μάλιστα κάθε φορά μιας ημέρας, όπως εντελώς αβάσιμα ισχυρίζεται ο εναγόμενος, για τους λόγους ότι εκάστη α) δεν υπέγραψε ποτέ τέτοιου είδους σύμβαση εργασίας, β) όλο το χρονικό διάστημα της εργασιακής της σχέσης καλύπτει μόνιμες και διαρκείς ανάγκες, όπως άλλωστε αρμόζει στην ίδια τη φύση της εργασίας της, γ) συνεχίζει να εργάζεται στο εναγόμενο, όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα αλλά και μέχρι σήμερα, χωρίς ποτέ να αποχωρήσει από την υπηρεσία της. Ότι, οι επικαλούμενες από το εναγόμενο ως άνω συμβάσεις άλλως παρατάσεις ορισμένου χρόνου, τις οποίες εκάστη αποκρούει ως τέτοιες, έγιναν προς καταστρατήγηση του Ν. 2112/1920 και των νόμων που υποχρεώνουν την τήρηση των ΣΣΕ, την καταβολή αδειών, επιδομάτων αδείας κ.λ.π., κατά προφανή υπέρβαση των αρχών της καλής πίστης και του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού του δικαιώματος και συνεπώς όλες οι ανωτέρω συμβάσεις, για κάθε μία, συνιστούν μία σύμβαση αορίστου χρόνου. Απέκρουσαν δε, ως βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας τους, την οποία επιχείρησε ο ΟΠΑΠ και συνίστατο σε μείωση των ημερών εργασίας αρχικά από 5 σε 4 και στη συνέχεια από 4 σε 3, και που αυτές δεν αποδέχθηκαν. Ζήτησαν δε με αυτήν (αγωγή) να υποχρεωθεί ο εναγόμενος ΟΠΑΠ, που συνεχίζει να τις απασχολεί επί 3 ημέρες την εβδομάδα, να καταβάλει σε κάθε μία τις διαφορές αποδοχών από τα ημερομίσθια που της περιέκοψε, κατά τα λεπτομερώς αναφερόμενα στην αγωγή τους. Η αγωγή αυτή, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω, δεν είναι νόμιμη, κατά τους ισχύοντες κατά το χρόνο δημοσίευσης (3-9-2002) της προσβαλλόμενης απόφασης κανόνες δικαίου, που προαναφέρθηκαν, με βάση τους οποίους κρίνεται η ορθότητα ή μη αυτής (άρθρα 573 παρ. 1 και 533 παρ. 2 KΠολΔ.). Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε την κρινόμενη αγωγή, ως νόμω αβάσιμη. Με την κρίση του αυτή δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με το να εφαρμόσει, τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και να μην εφαρμόσει εκείνες των άρθρων 8 παρ.3 του ν. 2112/1920, 281, 671 του Α.Κ και 25 του Συντάγματος, διότι οι εν λόγω διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ήταν υποχρεωτικώς από το νόμο ορισμένου χρόνου και δεν μπορούσαν να μετατραπούν σε αορίστου χρόνου, έστω και αν οι αναιρεσείουσες κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσίβλητου, αφού καταρτίσθηκαν υπό την ισχύ του, ισχύ νόμου έχοντος, οργανισμού του αναιρεσίβλητου και ήταν ενεργές υπό την ισχύ των διατάξεων του Ν. 2190/1994 και του άρθρου 103 παρ. 8 του Συντάγματος, που τις διέπουν, αφού αυτές ίσχυαν κατά το χρόνο της δημοσίευσης (3-9-2002) της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρα 573 παρ.1 και 533 παρ.2 ΚΠολΔ). Ακόμη, η Οδηγία 1999/170/ΕΚ του Συμβουλίου της Ε.Ε της 28-6-1999 δεν θεσπίζει διατάξεις άμεσης εφαρμογής και δεν ήταν αμέσως εφαρμόσιμη από τη λήξη του χρόνου προσαρμογής στις 10-7-2001, ενώ οι εν λόγω συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου καταρτίσθηκαν ως ορισμένου χρόνου κατ' επιταγή των ανωτέρω διατάξεων δηλαδή του οργανισμού του αναιρεσιβλήτου, του άρθρου 103 του Συντάγματος και 21 του Ν. 2190/1994, βάσει των οποίων απαγορεύεται η μετατροπή τους σε συμβάσεις αορίστου χρόνου.


Συνεπώς, το ουσιαστικό Δικαστήριο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι η ένδικη αγωγή δεν είναι νόμιμη, δεν παραβίασε τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και ο παραπεμφθείς από την Τακτική Ολομέλεια στην πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, μοναδικός, από το άρθρο 560 αριθ. 1 του KΠολΔ., λόγος δεν είναι βάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Τέλος, από το μέλος της μειοψηφίας, Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτη, διατυπώθηκε διάφορη επιχειρηματολογία, όπως αυτή καταχωρείται στα πρακτικά της παρούσας. Κατ' ακολουθίαν τούτων, απορριπτομένου δε, ως άνευ αντικειμένου, του αιτήματος που υποβλήθηκε από την παρεμβάσα Τριτοβάθμια Συνδικαλιστική Οργάνωση ΑΔΕΔΥ, για την υποβολή προδικαστικού ερωτήματος στο ΔΕΚ, σχετικά με τα όρια εφαρμογής του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Παρασκευή 17 Ιουνίου 2011

ΑΠ 816/2011 - Το Σκεπτικό της Απόφασης

Όπως ανέφερα σε προηγούμενο post, με την υπ' αριθμ. 816/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, κρίθηκε ότι η σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου υπαλλήλου του ΟΤΕ καταρτίστηκε προσχηματικά και με πρόθεση καταστρατήγησης των διατάξεων του ν. 2112/1920 ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας, με συνέπεια να καθίσταται αυτή άκυρη ως προς το χρονικό αυτό περιορισμό της διάρκειάς της. Κατά συνέπεια η σύμβαση αυτή συνιστά κατ’ ορθό χαρακτηρισμό σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που συνεχίζει να υφίσταται και μετά τη συμφωνημένη λήξη της. 
Ο συμβασιούχος του ΟΤΕ, είχε προσληφθεί κατά τη διετία 2002-2004, από τον ΟΤΕ, στον οποίο ισχύει γενικός κανονισμός προσωπικού που δεν επιτρέπει τη μετατροπή των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου. Η εν λόγω απόφαση του Αρείου Πάγου έκρινε ότι για τους συμβασιούχους του ΟΤΕ δεν εφαρμόζεται ο κανονισμός προσωπικού του ΟΤΕ, αλλά η εργατική νομοθεσία και ειδικά ο Ν. 2112/1920 και η ρήτρα 5 της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 1999/70/ΕΚ.
Ακολουθεί το πλήρες σκεπτικό της απόφασης: 
"... Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 699 και 672 του ΑΚ και 1 του Ν. 2112/1920, συνάγεται ότι:

α) Σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου είναι εκείνη στην οποία οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ρητώς ή σιωπηρώς ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας. β) Σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου είναι εκείνη στην οποία ρητώς ή σιωπηρώς έχει συμφωνηθεί η λήξη της σε ορισμένο χρόνο ή η λήξη αυτή προκύπτει από το είδος και το σκοπό της εργασιακής συμβάσεως ή επιβάλλεται από διάταξη νόμου. Εξάλλου, ορίζεται: α) στο άρθρο 671 του ΑΚ ότι «η σύμβαση εργασίας που συνομολογηθηκε για ορισμένο χρόνο λογίζεται πως ανανεώθηκε για αόριστο χρόνο, αν μετά τη λήξη του χρόνου της ο εργαζόμενος εξακολουθεί την εργασία χωρίς να εναντιώνεται ο εργοδότης» και β) στο άρθρο 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920 ότι «οι διατάξεις του νόμου τούτου εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, εάν ο καθορισμός της διάρκειας ταύτης δεν δικαιολογείται εκ της φύσεως της συμβάσεως, αλλ’ ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγηση των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου».
Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται και στην περίπτωση κατά την οποία η σύμβαση καταρτίστηκε υποχρεωτικώς ως ορισμένης διάρκειας εκ του νόμου, όπως στην περίπτωση της διάταξης του άρθρου 2 παρ. 2 του αναμορφωμένου ΓΚΠ-ΟΤΕ, που τέθηκε σε ισχύ με την από 10.6.1999 Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας (όρος 21 της εν λόγω Ε.Σ.Σ.Ε) και έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου (άρθρ. 7 παρ. 1 Ν. 1876/1990), κατά την οποία ο Οργανισμός δύναται προς κάλυψη εκτάκτων και πρόσκαιρων αναγκών να προσλαμβάνει έκτακτο προσωπικό με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου κατά σύστημα, όρους, διαδικασία και προϋποθέσεις που καθορίζονται με απόφαση της Διοίκησης, αυτή δε η σύμβαση εργασίας απαγορεύεται να παραταθεί ή να ανανεωθεί ή να μετατραπεί σε σύμβαση αορίστου χρόνου. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, μεταξύ άλλων, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι αποδείχτηκαν τα ακόλουθα: «Ο ενάγων προσλήφθηκε από την εναγομένη στις 15.5.2002 ως εργάτης, με έγγραφη σύμβαση, η οποία χαρακτηρίστηκε ως σύμβαση ορισμένου χρόνου και η διάρκεια της έληγε στις 15.1.2003. Μετά την πάροδο του οκταμήνου και τη λήξη της διάρκειας της ως άνω σύμβασης, αυτή ανανεώθηκε από την εναγομένη, χωρίς να μεσολαβήσει καμία διακοπή, δύο φορές, αρχικά για ένα ακόμη οκτάμηνο, ήτοι μέχρι τις 14.9.2003, και στη συνέχεια για ένα εξάμηνο, ήτοι μέχρι τις 14.3.2004, οπότε η εναγομένη έπαυσε να δέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του ενάγοντος. Παρά το γεγονός, όμως, ότι ο ενάγων προσλήφθηκε ως εργάτης, από την αρχή της πρόσληψής του εκτελούσε εξειδικευμένη εργασία στις τεχνικές υπηρεσίες της εναγομένης και συγκεκριμένα, απασχολήθηκε, καθ’ όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα, ως βοηθός τεχνίτη σε υποστηρικτικές εργασίες του βλαβοληπτικού κέντρου Αλεξάνδρας, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες της εναγομένης, η εργασία του δε αυτή ήταν όμοια με αυτήν την οποία εκτελούσαν οι μόνιμοι υπάλληλοι της εναγομένης. Συνεπώς, η σχέση εργασίας του ενάγοντος με την εναγομένη είχε από 15.5.2002 τα χαρακτηριστικά της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αφού η πρόσληψη και η απασχόληση αυτού δεν εξυπηρετούσε πρόσκαιρες και παροδικές ανάγκες της εναγομένης αλλά πάγιες, διαρκείς και μόνιμες ανάγκες των τεχνικών υπηρεσιών αυτής. Ως εκ τούτου ο χρονικός περιορισμός της από 15.5.2002 σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων, και την εν συνεχεία διαδοχικών συμβάσεων ανανεώσεως αυτής δεν δικαιολογείτο από λόγους αντικειμενικούς και συγκεκριμένα, από την εποχικότητα των έργων της εναγομένης και από τη φύση των υπηρεσιών που παρείχε σ’ αυτήν ο ενάγων ούτε από τη φύση των καλυπτομένων από την εργασία του αναγκών της εναγομένης αλλά ούτε και υπαγορεύτηκε από κάποιο άλλο ειδικό λόγο αναγόμενο στις συνθήκες λειτουργίας των υπηρεσιών της εναγομένης. Επομένως, η εν λόγω σύμβαση, όπως ανανεώθηκε στη συνέχεια, καταρτίστηκε προσχηματικά, με πρόθεση καταστρατήγησης των διατάξεων του Ν. 2112/1920 ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας, με συνέπεια να καθίσταται αυτή άκυρη ως προς το χρονικό αυτό περιορισμό της διάρκειας της και συνιστά, έτσι, κατ’ ορθό χαρακτηρισμό της, σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που συνεχίζει να υφίσταται και μετά τη συμφωνημένη λήξη της στις 14.3.2004, κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920 και της ρήτρας 5 παρ. 1 του Παραρτήματος της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, μη εφαρμοζομένων στην περίπτωση αυτή των περιορισμών που επιβάλλει ο Κανονισμός Προσωπικού της εναγομένης».
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο ορθά εφάρμοσε τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 648, 649, 669 671 και 672 του Α.Κ. και 1, 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920, το πραγματικό των οποίων περιέχεται στην ιστορική βάση της ένδικης αγωγής..."

Τετάρτη 8 Ιουνίου 2011

Δικαίωση Συμβασιούχου του ΟΤΕ από τον ΑΠ

Το εργατικό τμήμα του Αρείου Πάγου δικαίωσε έναν συμβασιούχο του ΟΤΕ, που ζητούσε να αναγνωριστεί η σύμβασή εργασίας του ως αορίστου χρόνου, ανοίγοντας με αυτή του την απόφαση την πόρτα για μονιμοποίηση άλλων 1.000 συμβασιούχων του Οργανισμού. Ο συμβασιούχος του ΟΤΕ, είχε προσληφθεί κατά τη διετία 2002-2004, από τον ΟΤΕ, στον οποίο ισχύει γενικός κανονισμός προσωπικού που δεν επιτρέπει τη μετατροπή των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου. Η απόφαση του Αρείου Πάγου, με αριθμό 816/2011, έκρινε ότι για τους συμβασιούχους του ΟΤΕ δεν εφαρμόζεται ο κανονισμός προσωπικού του ΟΤΕ, αλλά η εργατική νομοθεσία και ειδικά ο Ν. 2112/1920 και η ρήτρα 5 της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 1999/70/ΕΚ.
Ο εργαζόμενος, σύμφωνα με το ΑΠΕ, αρχικά είχε προσληφθεί ως εργάτης, αλλά απασχολήθηκε ως βοηθός τεχνίτη στο βλαβοληπτικό κέντρο της Λ. Αλεξάνδρας, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες του ΟΤΕ. Γι' αυτό το λόγο, η σχέση εργασίας του απασχολούμενου στον ΟΤΕ: «είχε από 15/5/2002 τα χαρακτηριστικά της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αφού η πρόσληψη και η απασχόληση αυτού δεν εξυπηρετούσε πρόσκαιρες και παροδικές ανάγκες της εναγομένης, αλλά πάγιες, διαρκείς και μόνιμες ανάγκες των τεχνικών υπηρεσιών αυτής», τόνισε η απόφαση του Αρείου Πάγου (Πηγή: enet.gr). Περισσότερα όταν θα έχουμε το πλήρες κείμενο της απόφασης. 

Πέμπτη 21 Απριλίου 2011

ΑΠ 310/2011 - Ευκαιριακά απασχολούμενο προσωπικό ΟΠΑΠ - Διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου

Με την ΑΠ 310/2011 αναγνωρίζεται ότι οι ένδικες συμβάσεις "ευκαιριακά απασχολούμενων" στον ΟΠΑΠ συνάπτονται καταχρηστικά και με σκοπό την καταστρατήγηση των σχετικών διατάξεων ως συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου (μιας ημέρας), ενώ στην πραγματικότητα αποτελούν μια ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου καθώς πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004. Αν και η απόφαση είναι θετική, θα την χαρακτήριζα μάλλον άτολμη αφού δεν κάνει κάνει καμία αναφορά στο Ν. 2112/1920 και περιορίζεται στη διαπίστωση της συνδρομής των προύποθέσεων του περίφημου διατάγματος Παυλόπουλου (π.δ. 164/2004). Θα ήταν, επίσης, καλό - ενόψει του θορύβου που είχε δημιουργηθεί και των διϊστάμενων απόψεων ως προς την ερμηνεία του άρθρου 103 παρ. 8 του Συντάγματος - να διατυπωθούν obiter dicta κάποιες σκέψεις για τις καταχρηστικές συμβάσεις που καταρτίσθηκαν μετά την συνταγματική αναθεώρηση του 2001. Αυτό το τελευταίο μάλλον σκοπίμως η εν λόγω απόφαση απέφυγε να το θίξει.  
Σημειώνω ότι αυτή ΔΕΝ είναι η τελευταία γνωστή απόφαση της Ολομέλειας, αλλά λίγο προγενέστερη του Β΄ Πολιτικού Τμήματος του ΑΠ.

Πέμπτη 14 Απριλίου 2011

Δικαίωση για τους προ του 2001 συμβασιούχους

Όπως έγινε γνωστό πριν από λίγο από το δικαστικό ρεπορτάζ, η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου δικαίωσε συμβασιούχους που εργάζονταν πριν το 2001 στον τομέα καθαριότητας του ΟΠΑΠ, αναγνωρίζοντας ότι κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες. Ωστόσο, σύμφωνα με το αιτιολογικό της απόφασης (όπως προκύπτει πάντα από το ρεπορτάζ), οι αγωγές των συμβασιούχων, έγιναν δεκτές διότι προσλήφθηκαν πριν από το 2001, οπότε έγινε η αναθεώρηση του Συντάγματος, και συνεπώς δεν ισχύει γι'αυτούς η απαγορευτική συνταγματική διάταξη που εμποδίζει τη μονιμοποίησή τους.
Αν ετσι έχουν τα πράγματα, δεν πρόκειται για τόσο ευνοϊκη απόφαση όσο φαίνεται εκ πρώτης όψεως. Αν ο ΑΠ έχει οχυρωθεί πίσω από την συνταγματική απαγόρευση της με νόμο μετατροπής των συμβάσεων σε αορίστου χρόνου για το χρονικό διάστημα μετά το 2001, αυτό σημαίνει ότι για τις περιπτώσεις συμβασιούχων που προσέφεραν την εργασία τους απο την αναθεώρηση και μετά (δηλ. μετά το 2001) τα πράγματα δεν είναι και τόσο ευοίωνα. Πρόκειται στην πραγματικότητα για μία άτολμη και εσφαλμένη απόφαση, αφού ανοίγει ο δρόμος για την μονιμοποίηση των προ του 2001 συμβασιούχων, αλλά εντείνεται το αδιέξοδο για τους υπόλοιπους. Όπως έχω γράψει σε παλαιότερες αναρτήσεις, από την απαγόρευση της με νόμο αθρόας μετατροπής των συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου, δεν συνάγεται και απαγόρευση της δικαστικής αναγνώρισης αυτών των συμβάσεων ως αορίστου χρόνου. Κάτι τέτοιο θα αφαιρούσε από τα δικαστήρια τη δικαιοδοτική τους λειτουργία (στην ουσία θα ακύρωνε την ελληνική δικαιοσύνη) και θα παραβίαζε ευθέως την αρχή της διάκρισης των εξουσιών. Για περισσότερα, ας περιμένουμε να διαβάσουμε το πλήρες κείμενο της απόφασης.     

Σάββατο 9 Απριλίου 2011

Η 394/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Δικαίωση του προσωπικού καθαριότητας σχολείων)

Με την υπ' αριθμ. 394/2011 απόφασή του το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών δικαίωσε καθαρίστριες σχολείων, οι οποίες προσέφεραν την εργασία τους δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων (που το Υπουργείο Παιδείας χαρακτήριζε) "μίσθωσης έργου". Το δικαστήριο δέχθηκε ότι οι ενάγουσες (καθαρίστριες) με την επί σειρά ετών παροχή της εργασίας τους στο Ελληνικό Δημόσιο, κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, γεγονός το οποίο αποδείχθηκε και από την αδιάκοπη και πολυετή απασχόληση τους και, ιδίως, από το γεγονός ότι, ο καθαρισμός των σχολείων της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης «αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την διεξαγωγή της όλης εκπαιδευτικής διαδικασίας» 
Με την ίδια απόφαση κρίθηκε ότι αντίκειται στο κοινοτικό δίκαιο η διάκριση των εργαζομένων ορισμένου χρόνου έναντι των αντίστοιχων εργαζομένων αορίστου χρόνου, με τους οποίους εργάζονται υπό τις ίδιες συνθήκες και παρέχουν ίσης αξίας εργασία για την οποία δικαιούνται ίση αμοιβή. Αντίκειται, επίσης, στο κοινοτικό δίκαιο η μη λήψη υπόψη του χρόνου απασχόλησης του εργαζομένου με συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου για τη μισθολογική του εξέλιξη. Τέλος, για μία ακόμη φορά, το δικαστήριο θεώρησε (ορθά) ότι η θέσπιση ειδικής βραχυπρόθεσμης διετούς παραγραφής για τις αξιώσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου έναντι αυτού δεν δικαιολογείται από την ανάγκη προστασίας του Δημοσίου, δηλαδή από το στενό ταμειακό συμφέρον του τελευταίου. Επομένως και στις αξιώσεις αυτές ισχύει η πενταετής παραγραφή του άρθρου 90 παρ.1 του ν. 2362/1995.  
Πρόκειται για μία απόφαση μεγαλύτερης σημασίας από εκείνη την πρόσφατη που δικαίωσε τους 166 συμβασιούχους του Δήμου Αθηναίων, αφενός γιατί είναι μία οριστική απόφαση εκδοθείσα επί τακτικής αγωγής (και όχι προσωρινή δικαστική κρίση που λήφθηκε κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, όπως αυτή για τους 166 συμβασιούχους του Δήμου), αφετέρου διότι καταπιάνεται με πολύ σημαντικά νομικά προβλήματα του δικαίου της εργασίας, τα οποία διεξέρχεται επιτυχώς και με ιδιαίτερα πειστική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία.

Τετάρτη 6 Απριλίου 2011

Η ελάχιστη οφειλή του Δήμου Αθηναίων

Διαβάζω ότι ο Καμίνης παραμένει αμετακίνητος αναφορικά με το θέμα των συμβασιούχων και ότι ο Κακλαμάνης κατηγορεί τον Καμίνη για ανεπάρκεια στη διαχείριση κρίσεων, χωρίς να αναφέρει επί της ουσίας τίποτα και χωρίς φυσικά να παίρνει ξεκάθαρη θέση για το πρόβλημα. Χωρίς να γνωρίζω τον Καμίνη άλλα έχοντας παρακολουθήσει την θητεία του ως Συνηγόρου του Πολίτη, είμαι σίγουρος ότι δεν θα κάνει ούτε βήμα παραπέρα από το σημείο εκείνο που του υπαγορεύει σήμερα το Σύνταγμα. Το τελευταίο, όπως είναι γνωστό, στο άρθρο 103 παρ. 8 απαγορεύει πλέον ρητά τη με νόμο μετατροπή των συμβάσεων ορισμένου σε αορίστου χρόνου (αυτό που οι περισσότεροι ονομάζουν εσφαλμένα "μονιμοποίηση"). Από την άλλη καλό θα ήταν ο Κακλαμάνης να μην επιρρίπτει ευθύνες για την αδυναμία εξεύρεσης λύσεων, σε ένα πρόβλημα που διογκώθηκε επί των ημερών του και για το οποίο είχε πλήρη επίγνωση. Τότε έκανε την πάπια. Τώρα που πρέπει να απολογηθεί και ο ίδιος, εμφανίζεται ως τιμητής. Αυτό είναι διαχρονική αρχή στο ελληνικό πολιτικό σύστημα. 
Με δεδομένο ότι περιθώρια για νομοθετική πρωτοβούλια και συνολική λύση του προβλήματος από τη Βουλή θεωρώ ότι δεν υπάρχουν (ενόψει της ρητής απαγόρευσης του Συντάγματος), το ελάχιστο που οφείλουν να κάνουν και οι δύο - πέρα από το να απολογηθούν δημοσίως - είναι να εμφανιστούν στα δικαστήρια όπου εκκρεμούν αγωγές των συμβασιούχων, να συνομολογήσουν τις αγωγές και να παραδεχτούν την προφανή μεθόδευση του Δήμου και την καταχρηστική τακτική του σε βάρος των δικαιωμάτων των συμβασιούχων. Να παραδεχτούν δήλαδή ότι η κατάρτιση διαδοχικών συμβάσεων είχε ως αποκλειστικό σκοπό την καταστρατήγηση του νόμου, ότι οι συμβασιούχοι κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ότι οι συμβάσεις έργου ή ανεξαρτήτων υπηρεσιών είναι ένα παραμύθι, ότι υποχρέωναν τους συμβασιούχους να υπογράφουν συμβάσεις σε διαφορετικούς κάθε φορά φορείς και νομικά πρόσωπα του Δήμου ώστε να φαίνεται ότι δήθεν δεν παρέχουν συνεχώς τις υπηρεσίες τους σε ίδια ή παρεμφερή αντικείμενα και να ζητήσουν από τη Δικαιοσύνη να μας προστατέψει από αυτούς τους ίδιους. 
Όπως ανέφερα σε προηγούμενο post, η νομοθετική μετατροπή των συμβάσεων μπορεί να απαγορεύεται, αλλά η δικαστική αναγνώριση της πραγματικής φύσης τους είναι επιτρεπτή (για την ακρίβεια επιβάλλεται). 

Τρίτη 5 Απριλίου 2011

Απεργία των συμβασιούχων στην Αττική


Οι συμβασιούχοι του νομού Αττικής εντείνουν τις κινητοποιήσεις τους προχωρώντας την Τετάρτη (6/4/2011) σε 24ωρη απεργία και συγκέντρωση διαμαρτυρίας στη Βουλή, όπως αποφάσισε η ΠΟΕ-ΟΤΑ μετά τις απεργιακές κινητοποιήσεις στους δήμους την Τρίτη.

Ο Υπουργός Εσωτερικών ανέφερε σήμερα πως δεν θα δεχθεί καμία υποχώρηση στο θέμα των συμβασιούχων στους δήμους.
Η αλήθεια είναι ότι μετά την τελευταία αναθεώρηση του Συντάγματος και την ισχύ του άρθρου 103 παρ. 8, οποιαδήποτε συνολική λύση στο υπαρκτό και μείζον κοινωνικό πρόβλημα των συμβασιούχων π.χ. με τυχόν αθρόα μετατροπή των συμβάσεών τους σε αορίστου χρόνου, είτε με τυπικό νόμο είτε με οποιαδήποτε κανονιστική πράξη, θα ήταν ευθέως αντισυνταγματική. Δεν μπορεί ούτε ο υπουργός ούτε ο οποιοσδήποτε Καμίνης να "μονιμοποιήσει" με νόμο τους συμβασιούχους. Αυτό που μπορούν και επιβάλλεται να κάνουν είναι να σταματήσουν από εδώ και στο εξής να χαρακτηρίζουν τις συμβάσεις εργασίας ως δήθεν συμβάσεις έργου ή ανεξάρτητων υπηρεσιών, να προσλαμβάνουν προσωπικό εξαρχής με συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου και να πάψουν να κάνουν κατάχρηση της εξουσίας και της θέσης ισχύος τους στις πλάτες ανθρώπων που τους θεωρούν πελάτες τους.
Η μόνη διέξοδος για τους συμβασιούχους αυτή τη στιγμή είναι η προσφυγή στη δικαιοσύνη. Η μετατροπή των συμβάσεών τους σε αορίστου χρόνου με νόμο μπορεί να απαγορεύεται από το Σύνταγμα, αλλά ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός των ίδιων συμβάσεων ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από τα Δικαστήρια είναι συνταγματικά επιβεβλημένος.     

Συμβασιούχοι: Ανυποχώρητος ο Ραγκούσης

Καμία υποχώρηση στο θέμα των συμβασιούχων στους δήμους δεν πρόκειται να δεχθεί ο υπουργός Εσωτερικών, Γιάννης Ραγκούσης, όπως επισήμανε στον πρόεδρο των εργαζομένων της ΠΟΕ-ΟΤΑ, κατά τη συνάντηση που είχαν σήμερα στο υπουργείο.
Ο "Καλλικράτης"

Πριν από την συνάντηση είχε προηγηθεί πορεία των εργαζομένων έως το υπουργείο με αίτημα τη μονιμοποίησή τους και μικρής έκτασης επεισόδια στην πλατεία Κολωνακίου.
Για αύριο έχει εξαγγελθεί 24ωρη απεργία στους δήμους, ενώ για τις 10.00 έχει προγραμματισθεί συγκέντρωση των εργαζομένων στην πλατεία Κοτζιά.
Τα επεισόδια στην πλατεία Κολωνακίου σημειώθηκαν όταν οι συμμετέχοντες στην πορεία προσπάθησαν να κατευθυνθούν προς το υπουργείο Εσωτερικών. Ισχυρές αστυνομικές δυνάμεις τους έφραξαν τον δρόμο, με συνέπεια να προκληθούν μικροεπεισόδια.
Όταν η κατάσταση κάποια στιγμή πήγε να γίνει ανεξέλεγκτη, οι αστυνομικοί «ψέκασαν» με φυσούνες χημικών τους διαδηλωτές και τους απώθησαν. Στη συνέχεια τα πνεύματα ηρέμησαν και οι διαδηλωτές παρέμειναν στη διασταύρωση της οδού Κουμπάρη με τη Βασιλίσσσης Σοφίας.
Εν τω μεταξύ, όσον αφορά στην 24ώρη Παναττική απεργία όλων των συμβασιούχων που αποφάσισε για αύριο (σε έκτακτη συνεδρίασή της), η εκτελεστική επιτροπή της Π.Ο.Ε. - Ο.Τ.Α., πραγματοποιείται, όπως είπε, σε απάντηση στην αδιαλλαξία της κυβέρνησης αλλά και της απρόκλητης επίθεσης των δυνάμεων καταστολής στους απεργούς και συμβασιούχους στο Κολωνάκι.
Η εκτελεστική επιτροπή της Π.Ο.Ε. - Ο.Τ.Α. καλεί την κυβέρνηση να εγκαταλείψει την αδιαλλαξία της, και να δώσει οριστική λύση στο πρόβλημα των συμβασιούχων, σε αντίθετη περίπτωση θα αντιμετωπίσει τη συνολική αντίδραση των εργαζομένων στην Τοπική Αυτοδιοίκηση.
(Πηγή: Έθνος)

Δευτέρα 4 Απριλίου 2011

Καταγγελία της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων κατά του ΝΣΚ για τους συμβασιούχους


Η Ολομέλεια των Δικηγορικών Συλλόγων που συνήλθε σήμερα στην Αθήνα, ζητάει την άμεση παρέμβαση του Προέδρου και του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, αλλά και τον πειθαρχικό έλεγχο των μελών του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (ΝΣΚ) που υπέγραψαν πρακτικό, με το οποίο ζητούν να ελεγχθεί η χορήγηση προσωρινών διαταγών από δικαστές στις περιπτώσεις των συμβασιούχων του δημοσίου και των απασχολουμένων με το πρόγραμμα «stage».
Ειδικότερα, η Ολομέλεια αναφέρει ότι το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους στη συνεδρίασή του, της 25ης Φεβρουαρίου 2011, «προέβη σε υποθετικές διαπιστώσεις, οι οποίες προσβάλλουν και συκοφαντούν πρωτίστως την ίδια τη λειτουργία και απονομή της Δικαιοσύνης».
Συγκεκριμένα, συνεχίζει η Ολομέλεια «κατά τρόπο πρωτοφανή και απαράδεκτο, το Ν.Σ.Κ. ελέγχει τη χορήγηση - καθώς και την ενδεχόμενη διατήρησή τους στην περίπτωση αναβολής της συζήτησης των ασφαλιστικών μέτρων - προσωρινών διαταγών
από τους αρμόδιους δικαστές στις περιπτώσεις των συμβασιούχων στο δημόσιο τομέα με πρόγραμμα «stage»». Προφανώς, υπογραμμίζει η Ολομέλεια τα μέλη του Ν.Σ.Κ. «αγνοούν ότι, βάσει του άρθρου 87 του Συντάγματος, οι δικαστές απολαμβάνουν προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία».
Ακόμη, οι δικηγόροι τονίζουν ότι «το Ν.Σ.Κ. αξιώνει τη συμμόρφωση της δικανικής κρίσης σε νομολογία των ανωτάτων δικαστηρίων και εν προκειμένω του Αρείου Πάγου, στον οποίο «αναγνωρίζει» τη μη προβλεπόμενη από το Σύνταγμα αρμοδιότητα του «αυθεντικού φορέα ενοποίησης της νομολογίας»».
Με άλλα λόγια, διευκρινίζει η Ολομέλεια, «το ΝΣΚ ζητά να συμμορφώνονται οι δικαστές με προηγούμενα νομολογιακά πορίσματα, ακόμα και αν έχουν αντίθετη νομική άποψη, νόμιμα αιτιολογημένη και σύμφωνη με τις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, ενώ ένα τέτοιο αίτημα είναι αδιανόητο, τη στιγμή μάλιστα που ακόμα και ο ίδιος ο δικαστικός έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων είναι διάχυτος, παρεμπίπτων και συγκεκριμένος.
Περαιτέρω, αναφέρουν οι δικηγόροι, «το Ν.Σ.Κ. στηλιτεύει αόριστα και απροσδιόριστα, μη
κατονομαζόμενες υποτιθέμενες δικηγορικές πρακτικές, παραβλέποντας ότι στις αντίστοιχες περιπτώσεις, οι πρακτικές αυτές επιδοκιμάζονται - και άρα κρίνονται σύννομες - από τα ίδια τα δικαστήρια. Ωστόσο, από ένα θεσμικό όργανο, όπως είναι το Ν.Σ.Κ., θ’ αναμέναμε την
υπεύθυνη τοποθέτησή του στα ζητήματα τα οποία άπτονται των αρμοδιοτήτων του και όχι να επιδίδεται σε κρίσεις και σχόλια που απαξιώνουν το θεσμικό του ρόλο εντός της Δημόσιας Διοίκησης και δίνουν αφορμή σε πρωτοσέλιδα δημοσιεύματα του Κυριακάτικου Τύπου να κάνουν λόγο για «παραδικαστικά κυκλώματα».
Εν τέλει, αν τα μέλη του Ν.Σ.Κ. γνωρίζουν κάτι συγκεκριμένο, ας προβούν σε επώνυμες καταγγελίες ζητώντας να επιβληθούν οι προβλεπόμενες κυρώσεις στους αντίστοιχους Δικαστές. Σε καμία περίπτωση, όμως, δεν τους επιτρέπεται να σπιλώνουν με αυτό τον τρόπο τη Δικαιοσύνη στο σύνολό της και να παρεμβαίνουν στην προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία των δικαστών».
(Πηγη: www.kathimerini.gr)

Πέμπτη 31 Μαρτίου 2011

Προσωρινή Δικαίωση για 166 συμβασιούχους του Δήμου Αθηναίων

Όπως έγινε γνωστό από το δικαστικό ρεπορτάζ, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών έκανε δεκτές δύο αίτησεις Ασφαλιστικών Μέτρων και δικαίωσε προσωρινά (δηλ μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της κύριας αγωγής) 166 εργαζομένους που προσέφεραν τις υπηρεσίες τους με συμβάσεις έργου ή διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο Δήμο Αθηναίων. Οι αποφάσεις αναγνώρισαν ότι οι εν λόγω συμβάσεις συνιστούν και υποκρύπτουν για καθέναν από τους εργαζομένους μία ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου και διέταξε την επαναπασχόλησή τους μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της εκκρεμούς αγωγής τους κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών.
Πρόκειται αναμφισβήτητα για μία θετική εξέλιξη και για αποφάσεις που κινούνται στο πνεύμα της παλαιότερης (και ορθότερης) νομολογίας του Αρείου Πάγου (βλ. αποφάσεις 18/2006 και 19/2006 της πλήρους Ολομέλειας), η οποία παγίως και μέχρι το 2007 δεχόταν την εφαρμογή του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920 και στις συμβάσεις ορισμένου χρόνου που συνάπτονταν με το Δημόσιο, τα νπδδ, τους ΟΤΑ καθώς και με φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Σύμφωνα με τις αποφάσεις αυτές, ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός μίας έννομης σχέσης αποτελεί κατ' εξοχήν έργο των δικαστηρίων και ένα από τα βασικά στοιχεία της δικαιοδοτικής τους λειτουργίας, είτε ο χαρακτηρισμός της επίδικης σχέσης γίνεται από τα συμβαλλόμενα μέρη είτε απ' ευθείας εκ του νόμου. Με απλά λόγια, εάν χωρήσει νομικός χαρακτηρισμός της έννομης σχέσης ή κατάστασης από το νομοθέτη, ο δικαστής μπορεί να τον αγνοήσει και να προσδώσει στη σχέση τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό, κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον εφαρμοστέο κάθε φορά κανόνα δικαίου.
Στην περίπτωση των συμβασιούχων τα παραπάνω σημαίνουν ότι, ακόμα κι αν οι συμβάσεις τους χαρακτηρίζονται ως "έργου" ή "εργασίας ορισμένου χρόνου", ο δικαστής δεν εμποδίζεται - αντιθέτως είναι υποχρεωμένος - να αποδώσει σε αυτές τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, υπό την προϋπόθεση ότι ο "συμβασιούχος" τελεί υπό καθεστώς προσωπικής εξάρτησης ως προς τους όρους παροχής της εργασίας του (δηλ. συγκεκριμένο ωράριο, εκτέλεση εργασίας σύμφωνα με τις υποδείξεις του εργοδότη κλπ.) και καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες των φορέων στους οποίους παρέχει την εργασία του (δεν είναι δηλαδή έκτακτος ή εποχικός εργαζόμενος για την κάλυψη επειγουσών, απρόβλεπτων ή πρόσκαιρων αναγκών).
Αξιοσημείωτη είναι η επίκληση από το δικαστήριο της οικονομικής κρίσης με το σκεπτικό ότι εάν οι αιτούντες δεν παραμείνουν στην εργασία τους «θα αποστερούνται του τακτικού τους μισθού που αποτελεί και το μοναδικό μέσο βιοπορισμού τους, εν όψει μάλιστα και των επικρατουσών, όχι ευνοϊκών στην αγορά εργασίας σήμερα, συνθηκών».