Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 15 Μαρτίου 2015

Στις 50.000 Ευρώ το όριο για ποινική δίωξη λόγω χρεών στο Δημόσιο

Σύμφωνα με το άρθρο 20 του σχεδίου νόμου "Ρυθμίσεις για την επανεκκίνηση της Οικονομίας", όπως αναρτήθηκε για διαβούλευση στο opengov.gr, το όριο για την άσκηση ποινικής δίωξης εναντίον οφειλετών που έχουν βεβαιωμένα χρέη προς το Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα αυξάνεται από 5.000 σε 50.000 Ευρώ. 
Συγκεκριμένα, προβλέπεται ότι:  "Όποιος δεν καταβάλλει τα βεβαιωμένα στη Φορολογική Διοίκηση χρέη προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημοσίου τομέα για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, τιμωρείται με ποινή φυλά
κισης:
α) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων και λοιπών επιβαρύνσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) Ευρώ.
β) τριών τουλάχιστον ετών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α’ υπερβαίνει το ποσό των εκατό πενήντα χιλιάδων (150.000) Ευρώ...
Η πράξη μπορεί να κριθεί ατιμώρητη, εάν το ποσό που οφείλεται εξοφληθεί μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης σε οποιονδήποτε βαθμό"
Στο ίδιο άρθρο ορίζεται ότι αποφάσεις που έχουν εκδοθεί και αφορούν σε μικρότερα ποσά από αυτά που ορίζονται παραπάνω, οι οποίες δεν έχουν εκτελεστεί μέχρι τη δημοσίευση του νόμου, μένουν ανεκτέλεστες. Επιπλέον, εκκρεμείς αιτήσεις Προϊσταμένων Δ.Ο.Υ. ή Ελεγκτικών κέντρων ή Τελωνείων ή ένδικα μέσα κατά αποφάσεων για χρέη κατώτερα αυτών που ορίζονται ανωτέρω, δεν εισάγονται για συζήτηση. 
Επανεκκίνηση οικονομίας δεν το λες, αλλά σίγουρα αποτελεί ένα μέτρο ανακούφισης σχεδόν για τους μισούς Έλληνες. 

Τετάρτη 28 Σεπτεμβρίου 2011

ΔΣΑ: Δελτίο Τύπου Για Αυτόφωρο σε Φορολογικές Παραβάσεις


Πρόσφατα διά της υπ' αριθμ. 6/2011 εγκυκλίου του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου δίδονται, μεταξύ άλλων, συστάσεις για την εφαρμογή της αυτόφωρης διαδικασίας στα εγκλήματα της φοροδιαφυγής και της μη καταβολής βεβαιωμένων χρεών προς το Δημόσιο.

Εντούτοις, τόσο η καθιέρωση της ανωτέρω διαδικασίας για τα εν λόγω αδικήματα, όσο και η τεκμηρίωση που επιχειρείται στην προαναφερθείσα εγκύκλιο ως προς την αναγκαιότητα εφαρμογής της, γεννούν εύλογες απορίες και ερωτηματικά, καθώς μεταφέρουν πλέον την προβληματική του ζητήματος από το επίπεδο της νομιμότητας σε αυτό της σκοπιμότητας.
Ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών δεν μπορεί παρά να εκφράσει τον έντονο θεσμικό προβληματισμό του για την αντίθετη προς θεμελιώδεις αρχές του Ποινικού Δικαίου διεύρυνση της έννοιας του «αυτοφώρου», όπως η τελευταία διαμορφώθηκε με τις διατάξεις του Ν. 3943/2011. Ειδικότερα, η εφεξής θεώρηση ως χρόνου τέλεσης των αδικημάτων φοροδιαφυγής του χρονικού διαστήματος από την ημέρα κατά την οποία για πρώτη φορά όφειλε να ενεργήσει ο υπαίτιος έως τη συμπλήρωση χρόνου αντίστοιχου με το 1/3 της - κατά περίπτωση προβλεπόμενης - προθεσμίας παραγραφής έχει ως αποτέλεσμα όλα συλλήβδην τα εγκλήματα που προβλέπονται στις διατάξεις του Ν. 2523/1997 να θεωρούνται διαρκή και, κατά συνέπεια, αυτόφωρα. Η θεώρηση, ωστόσο, αυτή έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 7 παρ. 1 του Συντάγματος.
’λλωστε, και στην ίδια την ανωτέρω εγκύκλιο επισημαίνονται οι θεωρητικές αντιρρήσεις στην προπεριγραφείσα νομοθετική παρέμβαση και προφανώς, ως δείγμα αδυναμίας ανάπτυξης πειστικού αντιλόγου, αναφέρεται ρητά ότι το ζήτημα «θα κριθεί στην πράξη από τα δικαστήρια». Εντούτοις, αποδεκτή θεωρείται, κατά το συντάκτη της εγκυκλίου, η εφαρμογή της αυτόφωρης διαδικασίας «σε περιπτώσεις ακραίας και προκλητικής φοροδιαφυγής», χαρακτηρισμών γενικών και αόριστων που προσβάλλουν κατάφωρα την αρχή της ασφάλειας δικαίου.
Η κατάθεση των προαναφερθεισών ενστάσεων και προβληματισμών γίνεται φυσικά και πάνω στη βάση ότι οι φορολογικές ποινικές υποθέσεις έχουν ως αφετηρία μια διοικητικού δικαίου διαφορά, που διέπεται από ιδιαίτερες αρχές και δικούς της κανόνες, οι οποίοι δυσχερώς δύνανται να αντιμετωπισθούν με επάρκεια εντός της ab initio συνοπτικής αυτόφωρης διαδικασίας.
Με ιδιαίτερη λύπη και απογοήτευση διαπιστώνουμε πως και η ανωτέρω εγκύκλιος, εντάσσεται σε μία προσπάθεια στήριξης και ενίσχυσης με κάθε τρόπο ενός παραπαίοντος φοροεισπρακτικού μηχανισμού, αντί να συμβάλλει στην ορθολογική και αποτελεσματική αντιμετώπιση των σχετικών εγκλημάτων, που είναι το ζητούμενο. Σε κάθε περίπτωση, είναι αδιανόητο και ανεπίτρεπτο για μια δημοκρατικά δομημένη πολιτεία η χρονίζουσα αδυναμία ενός κρατικού μηχανισμού να επιτύχει τους επιδιωκόμενους δημοσιονομικούς στόχους του να επιδιώκεται να θεραπευτεί κατά τρόπο αποσπασματικό διά ρυθμίσεων που προσλαμβάνουν τη μορφή νομοθετικών ακροβασιών και συνοδεύονται από ελλειμματική δικαστική προστασία, χωρίς σεβασμό στα θεμελιώδη και συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα του πολίτη, φορολογουμένου και κατηγορουμένου.
                                                            Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΔΣΑ
ΓΙΑΝΝΗΣ Δ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ

Παρασκευή 23 Σεπτεμβρίου 2011

Αίτηση Ακύρωσης του ΔΣΑ για το Τέλος Επιτηδεύματος

Ο ΔΣΑ κατέθεσε σήμερα αίτηση ακύρωσης ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την οποία ζητεί την ακύρωση της απόφασης  ΠΟΛ. 1167/02-08-2011 (Φ.Ε.Κ. Β' 1835/17-08-2011) του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών, κατά το μέρος αυτής (άρθρα 3 και 4), που αφορά στην επιβολή του Τέλους Επιτηδεύματος, το οποίο θεσπίζεται με τις διατάξεις του άρθρου 31 του Ν. 3986/2011. Μάλιστα, ο ΔΣΑ ζητεί την εισαγωγή της υπόθεσης στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, αφού - σύμφωνα με το δικόγραφο της Αίτησης - υφίσταται ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος,  που έχει συνέπειες για ευρύτερο κύκλο προσώπων, καθώς αφορά στην πλειοψηφία των Μελών των Δικηγορικών Συλλόγων, αλλά και όλων των ελευθέρων επαγγελματιών και επιτηδευματιών και, ως εκ τούτου, συντρέχει νόμιμη περίπτωση για την εισαγωγή της υποθέσεως στην πλήρη Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 1 του Ν. 3900/2010 και 14~2 περ. β' του Π.Δ. 18/1989.
Το πλήρες περιεχόμενο του δικογράφου μπορείτε να το δείτε εδώ. 

Πέμπτη 22 Σεπτεμβρίου 2011

Κατατέθηκε η Πρώτη Προσφυγή για το Τέλος Ακινήτων και την Εισφορά Αλληλεγγύης

Στο Συμβούλιο της Επικρατείας προσέφυγε σήμερα ο δικηγόρος Αθηνών Άγγελος Τσιγκρής ο οποίος στρέφεται κατά της από 2.8.2011 απόφασης του υπουργού Οικονομικών (ΠΟΛ.1167) που καθορίζει τη "διαδικασία για την βεβαίωση και είσπραξη της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης στα φυσικά πρόσωπα, της έκτακτης εισφοράς σε αντικειμενικές δαπάνες και του τέλους επιτηδεύματος". 

Ο δικηγόρος υποστηρίζει ότι η επίμαχη υπουργική απόφαση είναι αντισυνταγματική, παράνομη και αντίθετη στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ).
Ειδικότερα, υπογραμμίζει ότι παραβιάζονται οι διατάξεις του άρθρου 78 του Συντάγματος που καθιερώνουν τις αρχές της φοροδοτικής ικανότητας των πολιτών, της φορολογικής ισότητας και της νομιμότητας του φόρου. Αλλά πέρα από το χαρακτηρισμό της επίμαχης οικονομικής επιβάρυνσης ως τέλους αυτό συνιστά φόρο.
Σύμφωνα με τον Άγγελο Τσιγκρή: "Το τέλος επιτηδεύματος έχει όλα τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του φόρου και συγκεκριμένα πρόκειται για χρηματική, υποχρεωτική και οριστική οικονομική επιβάρυνση των φορολογουμένων, επιτηδευματιών και ελεύθερων επαγγελματιών, προς το κράτος προς εκπλήρωση δημοσίου σκοπού που πραγματοποιείται με βάση προνόμια δημόσιας εξουσίας και η οποία δίνεται χωρίς ειδικό αντάλλαγμα. Σε κάθε περίπτωση η έλλειψη ειδικού ανταλλάγματος, η οποία συνιστά την ειδοποιό διαφορά μεταξύ φόρου και ανταποδοτικού τέλους, φανερώνει την πραγματική φύση του επιβαλλόμενου τέλους επιτηδεύματος ως φόρου". 
Ο δικηγόρος, επικαλείται νομολογία τόσο του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου όσο και του Συμβουλίου της Επικρατείας, σύμφωνα με την οποία "μια οικονομική επιβάρυνση έχει το χαρακτήρα φόρου και όχι τέλους, ακόμη και αν ονομάζεται έτσι, σε περίπτωση που δεν προβλέπεται ειδικό αντάλλαγμα από το κράτος ή άλλο δημόσιο φορέα". Συνεπώς, συνεχίζει ο δικηγόρος, "το επιβαλλόμενο με τις διατάξεις του άρθρου 31 του Ν. 3986/2011 τέλος επιτηδεύματος συνιστά φόρο και όχι τέλος, παρά τον εκ νόμου διδόμενο σε αυτό χαρακτηρισμό, ελλείψει παροχής ειδικού ανταλλάγματος στους υπόχρεους". Στην πραγματικότητα, με το προβλεπόμενο τέλος επιτηδεύματος, επιβάλλεται κεφαλικός φόρος, δεδομένου ότι οι φορολογούμενοι, επιτηδευματίες και ελεύθεροι επαγγελματίες, αποτελούν αυτοί καθαυτοί τη βάση επιβολής του εν λόγω φόρου.
Ακόμη, στο σκεπτικό της προσφυγής, αναφέρεται ότι "η επιβολή "κεφαλικού φόρου", όπως το τέλος (φόρος) επιτηδεύματος, παραβιάζει και την αρχή της φοροδοτικής ικανότητας που κατοχυρώνεται στην παράγραφο 5 του άρθρου 4 του Συντάγματος". Οι φορολογούμενοι "θα πρέπει να φορολογούνται ανάλογα με τις δυνάμεις τους, δηλαδή τη φοροδοτική τους ικανότητα και όχι με κριτήρια, όπως για παράδειγμα ο τόπος εγκατάστασής τους, τα οποία δεν είναι κατάλληλα και αντικειμενικά για την ανεύρεση της φοροδοτικής τους ικανότητας". Με τον τρόπο αυτό παραβιάζεται και η συνταγματική αρχή της ισότητας την οποία επιβάλλει η Πολιτεία και μεταχειρίζεται με ομοιόμορφο τρόπο τους φορολογούμενους που τελούν υπό όμοιες συνθήκες από την πλευρά της φοροδοτικής ικανότητας.
Η επιβολή "κεφαλικού φόρου" μόνο στους ελεύθερους επαγγελματίες και στους επιτηδευματίες και όχι στους λοιπούς φορολογούμενους παραβιάζει την αρχή της φορολογικής ισότητας. Πολύ περισσότερο παραβιάζεται η εν λόγω αρχή, καθώς προβλέπονται και εξαιρέσεις από την επιβολή του τέλους επιτηδεύματος. 
Παράνομη χαρακτηρίζεται και η πρόβλεψη της επίμαχης απόφασης που αναφέρει ότι η κατάθεση προσφυγής στα Διοικητικά Δικαστήρια δεν αναστέλλει την είσπραξη του τέλους επιτηδεύματος. Και αυτό γιατί ο πρόσφατος νόμος 3943/2011 με την κατάθεση προσφυγής αναστέλλεται η πληρωμή του 50% του τέλους, φόρου κ.λπ.
Ως προς την ειδική εισφορά αλληλεγγύης ο κ. Τσιγκρής υπογραμμίζει ότι παραβιάζει τις συνταγματικές αρχές της φοροδοτικής ικανότητας και της μη αναδρομικότητας των φορολογικών νόμων. Συγκεκριμένα, αναφέρει, με το "άρθρο 29 του Ν. 3986/2011 θεσπίζεται αναδρομικά εφαρμογή φορολογικού τεκμηρίου και διαδικασίας και μεθόδου εξεύρεσης της φορολογητέας ύλης, καθώς και η αναδρομική κατάργηση υφιστάμενου φορολογικού καθεστώτος που προβλέπει φορολογικές αλλαγές".
Ο φόρος αλληλεγγύης παραβιάζει και τις συνταγματικές αρχές της φορολογικής ισότητας και της προοδευτικότητας του φόρου και αυτό γιατί οι "φορολογικοί συντελεστές επιβάλλονται στο σύνολο των εισοδημάτων των φορολογουμένων και όχι σε μέρος των εισοδημάτων αυτών με βάση την προοδευτική κλίμακα υπολογισμού του φόρου, όπως προβλέπεται στο φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων".
Η εισφορά αλληλεγγύης και το τέλος επιτηδεύματος παραβιάζουν την ΕΣΔΑ, καθώς και τα δύο επιβάλλονται για το ίδιο οικονομικό αντικείμενο προσβάλλοντας έτσι το κατοχυρωμένο περιουσιακό δικαίωμα των φορολογουμένων.
Τέλος, σημειώνει ότι το ύψος των νέων έκτακτων φόρων είναι δυσανάλογα μεγάλο σε σχέση με τη φοροδοτική ικανότητα των φορολογούμενων και ενδέχεται οι φορολογούμενοι να στερηθούν την ιδιοκτησία τους, αφού για να καταβάλουν το ποσό των αμφισβητούμενων φόρων, θα πρέπει να προβούν στη λήψη μέτρων (π.χ. λήψη δανείων), ενώ σε περίπτωση μη συμμόρφωσής τους με την υποχρέωση αυτή υπάρχει ο κίνδυνος να ληφθούν μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος της περιουσίας τους, όπως για παράδειγμα επιβολή κατάσχεσης στην ακίνητη περιουσία. (Πηγή: www.enet.gr)

Παρασκευή 16 Σεπτεμβρίου 2011

Ζητήματα Αντισυνταγματικότητας για το Νέο Τέλος Ακινήτων


Ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών, καθώς και ο Σύλλογος Ελλήνων Φορολογουμένων μελετά όλες τις νομικές δυνατότητες που υπάρχουν για να αντιμετωπίσει ο πολίτης, το νέο χαράτσι. Όπως αναφέρει ρεπορτάζ της εφημερίδας «Ελευθεροτυπία», ο Ευστάθιος Μπακάλης, δικηγόρος και φορολογικός σύμβουλος στο ΔΣΑ, υπογραμμίζει πως κατ' αρχήν παρατηρείται μια «αγωνιώδης προσπάθεια να θεμελιωθεί ο "ανταποδοτικός" χαρακτήρας του προσχηματικώς καλούμενου "τέλους", ενώ παράλληλα δεν επιδεικνύεται ουδεμία μέριμνα για την πραγματική προστασία της ιδιοκτησίας».Υπενθυμίζοντας ότι η ακίνητη περιουσία φορολογείται ήδη με την επιβολή αρκετών φόρων [Φόρος Ακίνητης Περιουσίας (ΦΑΠ), Φόρος Μεταβιβάσεως Ακινήτων (ΦΜΑ), Φόρος κληρονομιάς, δωρεάς ή γονικής παροχής κ.ά.], καταλήγει πως η «παραπάνω συνολική φορολογική επιβάρυνση, που αυξάνεται με την επιβολή του Ειδικού Τέλους Ακινήτων, δημιουργεί αφόρητη πίεση στην ακίνητη ιδιοκτησία και συρρικνώνει την αξία της. Η διαρκής σύνδεση φορολογικών βαρών με την ακίνητη περιουσία προσλαμβάνει δημευτικές διαστάσεις, εγείροντας σοβαρά ζητήματα συνταγματικότητας».Παράλληλα, «ζητήματα νομιμότητας εγείρει και η διαδικασία εισπράξεως μέσω του λογαριασμού της ΔΕΗ, αφού τυχόν αδυναμία, απροθυμία, ή αδιαφορία του ιδιοκτήτη, που εκμισθώνει το ακίνητο, θα καταδικάσει τον μισθωτή στη δυσμενέστατη συνέπεια της διακοπής της παροχής του ηλεκτρικού ρεύματος». Εκτός, λοιπόν, από τις συνήθεις κυρώσεις για τη μη τήρηση φορολογικών υποχρεώσεων, «εφευρίσκεται και ένας επιπλέον μοχλός πίεσης. Η στέρηση ενός κοινωνικού αγαθού, όπως είναι το ηλεκτρικό ρεύμα».Το μόνο μέσο άμυνας είναι η προσφυγή στα δικαστήρια. «Εντούτοις, κάτι τέτοιο είναι σχετικό, λόγω εγγενών αδυναμιών του υπάρχοντος συστήματος. Κατ' αρχάς, η άσκηση προσφυγής ενώπιον των Διοικητικών Δικαστηρίων κατά του Ειδικού Τέλους δεν αναστέλλει την υποχρέωση καταβολής του. Ο δε χρόνος της προσφυγής αυτής ανάγεται στο μακρινό μέλλον (4-5 έτη), με μόνη ελπίδα την εισαγωγή μιας υποθέσεως απευθείας προς εκδίκαση στο ΣτΕ, λόγω γενικότερου ενδιαφέροντος, κατ' εφαρμογή του Ν. 3900/2010».«Ως άμεση αντιμετώπιση, πάντως, προβλέπεται η άσκηση αιτήσεως αναστολής εκτελέσεως ενώπιον των Διοικητικών Δικαστηρίων, η οποία, με την επίκληση της ανεπανόρθωτης βλάβης, συγκεντρώνει πιθανότητες ευδοκιμήσεως σε περιπτώσεις στις οποίες διαπιστώνεται μεν ιδιοκτησιακό δικαίωμα, έστω και ουσιώδες, όχι όμως και αντίστοιχη απόκτηση εισοδημάτων και, συνακόλουθα, οικονομική ρευστότητα, εν όψει και των λοιπών -φορολογικών και μη- υποχρεώσεων του φορολογουμένου».Ο ΔΣΑ, έχοντας διατρανώσει την αντίθεσή του «στη φορολογική στοχοποίηση της ακίνητης περιουσίας, η οποία, ως εύκολη λύση, βάλλεται διαχρονικά», θα εξετάσει όλες τις νομικές δυνατότητες προστασίας έναντι τέτοιων νομοθετικών επιλογών, «στεκόμενος στο πλευρό, όχι μόνο των μελών του, αλλά και εν γένει της κοινωνίας».Από την πλευρά του, ο Παναγιώτης Εμμ. Χασιώτης, δικηγόρος στο Σύλλογο Ελλήνων Φορολογούμενων και τον Αρειο Πάγο, τονίζει πως το νέο ειδικό τέλος «παρουσιάζει προβλήματα συνταγματικότητας», καθώς «η ίδια η φύση του δεν συμβαδίζει με τις θεμελιώδεις αρχές του Συντάγματός μας καθώς και της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΣΔΑ)».Ειδικότερα, «η επιβολή του δεν βρίσκεται σε συνάρτηση με το πραγματικό εισόδημα του φορολογούμενου ιδιοκτήτη. Ο φόρος για να είναι αναλογικός και συμβατός με το Σύνταγμά μας πρέπει να είναι ανάλογος με τη φοροδοτική ικανότητα του καθενός, κατά το άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος». Επιπλέον, «παραβιάζεται και η αρχή της απαγορεύσεως της διπλής φορολογίας. Η επιβολή του νέου ειδικού τέλους ακινήτων αποτελεί δεύτερη φορολόγηση για την ίδια αιτία. Η διπλή φορολόγηση αντίκειται και στο άρθρο 17 του Συντάγματός μας, αλλά και στο Πρώτο Πρόσθετο Πρωτόκολλο της ΕΣΔΑ, που προστατεύουν την ιδιοκτησία και τα εν γένει περιουσιακά δικαιώματα του ατόμου». (Πηγή: www.tvxs.gr)

Τετάρτη 8 Ιουνίου 2011

Αντισυνταγματική η Διάταξη του άρθρου 209Α ΚΔΔ

Με την υπ' αριθμ. 75/2011 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών κρίθηκε ότι η διάταξη του άρθρου 209Α Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (άρθρ. 38 Ν. 3900/2010), που καθιερώνει τις προϋποθέσεις χορήγησης αναστολής εκτέλεσης δικαστικής απόφασης εκδοθείσης επί φορολογικής διαφοράς, αντιβαίνει και είναι αντίθετη στις διατάξεις τόσο του άρθρου 20 παρ. 1 Συντάγματος (Δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας), όσο και των άρθρων 6 παρ. 1 και 13 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, σύμφωνα με τα οποία κάθε πρόσωπο έχει το δικαίωμα η υπόθεσή του να δικασθεί δίκαια από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο με αποτελεσματική προσφυγή. 
Όπως έκρινε το δικαστήριο, με τις παραπάνω διατάξεις κατοχυρώνεται το δικαίωμα του προσώπου για δικαστική προστασία, έκφανση του οποίου αποτελεί και η αξίωση αυτού για - αποτελεσματική - προσωρινή έννομη προστασία, δηλαδή για λήψη του κατάλληλου μέτρου, προκειμένου να αποτραπεί η ανεπανόρθωτη ή δυσχερώς επανορθώσιμη βλάβη που κατά περίπτωση συνδέεται με την άμεση εκτέλεση της διοικητικής πράξης ή της δικαστικής απόφασης. Κατά τη ρύθμιση δε του δικαιώματος αυτού δεν αποκλείεται στον κοινό νομοθέτη να θέτει περιορισμούς και όρους, πλην όμως αυτοί δεν μπορούν να περιστέλλουν τη δυνατότητα έκδοσης ευνοϊκής για τον αιτούντα απόφασης κατά τέτοιο τρόπο ή σε τέτοιο βαθμό, ώστε το δικαίωμα αυτό να προσβάλλεται στον ίδιο τον πυρήνα του. 
Η διάταξη του άρθρου 209Α του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας ("Ειδικώς στις φορολογικές και τελωνειακές εν γένει διαφορές, στις οποίες η προθεσμία ή η άσκηση του ενδίκου μέσου δεν συνεπάγεται κατά νόμο την αναστολή εκτέλεσης της προσβαλλόμενης απόφασης, μπορεί ύστερα από αίτηση εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο, να ανασταλεί με συνοπτικά αιτιολογημένη απόφαση του δικαστηρίου, εν όλω ή εν μέρει η εκτέλεση της απόφασης αυτής, μόνο αν το ένδικο μέσο κρίνεται ως προδήλως βάσιμο. Η χορήγηση αναστολής αποκλείεται κατά το μέρος που η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ήδη εκτελεσθεί. Κατά τα λοιπά ισχύουν όσα αναφέρονται στα άρθρα 206, 207 και 209 του παρόντος") που προβλέπει, προκειμένου περί φορολογικών και τελωνειακών διαφορών, ως λόγο αναστολής μόνο την πρόδηλη βασιμότητα του ένδικου μέσου και όχι και την ανεπανόρθωτη ή δυσχερώς επανορθώσιμη βλάβη που τυχόν απειλείται από την άμεση εκτέλεση της δικαστικής απόφασης, κατά της οποίας έχει ασκηθεί ένδικο μέσο, το οποίο δεν εκτιμάται ως προδήλως απαράδεκτο ή αβάσιμο, είναι αντισυνταγματική και, ως εκ τούτου, ανίσχυρη και μη εφαρμοστέα, διότι θίγει στον πυρήνα του το ως άνω δικαίωμα που κατοχυρώνουν τα προαναφερόμενα άρθρα του Συντάγματος και της ΕΣΔΑ. Επομένως, και επί των διαφορών αυτών (φορολογικών και τελωνειακών), ως προς τις οποίες, άλλωστε, δεν προκύπτει και κάποιος αντικειμενικός λόγος που να δικαιολογεί τη διαφορετική δικονομική ρύθμισή τους, πρέπει να τύχουν εφαρμογής οι γενικές διατάξεις του άρθρου 208 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, οι οποίες, σε κάθε περίπτωση, με την προβλεπόμενη στάθμιση των αντιτιθέμενων συμφερόντων, ικανοποιούν και την αρχή της αναλογικότητας.

Σάββατο 9 Απριλίου 2011

Προς Δικηγόρους: Τρόπος καταχώρισης μερίσματος στα βιβλία


Με το υπ' αριθμ. πρωτ. Δ15Β103867ΕΞ2011/7-4-2011 έγγραφο του Υπουργείου Οικονομικών/Διεύθυνση Βιβλίων και Στοιχείων, διευκρινίσθηκαν τα εξής:

α) Δικαιολογητικό εγγραφής του μερίσματος των δικηγόρων στα βιβλία τους αποτελεί το δικαιολογητικό καταβολής αυτού, δηλαδή η βεβαίωση που εκδίδεται από τον οικείο δικηγορικό σύλλογο για την καταβολή του υπόψη μερίσματος. Εφόσον η βεβαίωση αυτή εκδίδεται σε ετήσια βάση (μια φορά το χρόνο) στα βιβλία διενεργείται εγγραφή στο τέλος της διαχειριστικής περιόδου με βάση την υπόψη βεβαίωση και ανεξάρτητα από το χρόνο είσπραξης του μερίσματος.
β) Οι δικηγόροι που παρέχουν τις υπηρεσίες τους αποκλειστικά με πάγια αντιμισθία (μισθωτές υπηρεσίες), χωρίς δηλαδή να αποκτούν εισοδήματα και από την παροχή λοιπών δικηγορικών υπηρεσιών (ως ελεύθεροι επαγγελματίες), δεν απαιτείται να καταχωρούν το μέρισμα που λαμβάνουν από τον οικείο δικηγορικό σύλλογο στα φορολογικά βιβλία που τυχόν έχουν θεωρήσει σε χρόνο που ασκούσαν το δικηγορικό επάγγελμα (ως ελεύθεροι επαγγελματίες).

Τρίτη 5 Απριλίου 2011

Αντισυνταγματική η έκτακτη εισφορά και σύμφωνα με το ΣτΕ

Με την πρόσφατη 693/2011 απόφασή του, το Β΄ Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας έκρινε αντισυνταγματική ως αντίθετη με τις διατάξεις του άρθρου 78 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος την επιβολή έκτακτης εισφοράς του άρθρου 18 του ν. 3758/2009.
Ειδικότερα, σύμφωνα με το ΣτΕ, κατά την έννοια των πιο πάνω συνταγματικών διατάξεων, ως «οικονομικό έτος» πέραν του οποίου δεν μπορεί να ανατρέξει η φορολογική ρύθμιση, θεωρείται το ημερολογιακό έτος που προηγείται εκείνου κατά το οποίο δημοσιεύεται ο σχετικός νόμος. [Ειδικότερα, προκειμένου περί φορολογίας εισοδήματος, νόμος που δημοσιεύεται κατά τη διάρκεια ορισμένου (ημερολογιακού) έτους (π.χ. 2009), δεν επιτρέπεται να υπαγάγει σε φόρο εισοδήματα που έχουν προκύψει πέραν του (ημερολογιακού ομοίως) έτους του αμέσως προηγουμένου της δημοσιεύσεώς του, τουτέστιν, στο πιο πάνω παράδειγμα, εισοδήματα που έχουν προκύψει πριν το (ημερολογιακό) έτος 2008.] Άλλο δε είναι το θέμα ότι οι διατάξεις της νομοθεσίας για τη φορολογία εισοδήματος που ρυθμίζουν τα του χρόνου εξατομίκευσης της φορολογικής υποχρέωσης, προβλέπουν ότι ο φόρος επιβάλλεται κάθε «οικονομικό έτος» στο εισόδημα που αποκτάται μέσα στο αμέσως προηγούμενο «οικονομικό έτος», εννοώντας με τον όρο αυτό (του «οικονομικού έτους»), σε αρμονία, άλλωστε, με την πιο πάνω συνταγματική έννοια, το χρονικό διάστημα από την 1η Ιανουαρίου μέχρι την 31η Δεκεμβρίου του ίδιου ημερολογιακού έτους. Κατόπιν αυτών, η διάταξη του άρθρου 18 του ν. 3758/2009, ορίζοντας ότι για τον υπολογισμό της προβλεπόμενης με αυτήν «έκτακτης εισφοράς», λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα «των δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος του οικονομικού έτους 2008», δηλαδή, όπως σαφώς προκύπτει από την εν λόγω διατύπωση αλλά και το σκοπό του νόμου, το εισόδημα του ημερολογιακού έτους 2007, επιβάλλει αναδρομικώς φόρο επί εισοδημάτων που έχουν προκύψει σε χρόνο προγενέστερο του προηγουμένου της δημοσιεύσεώς της έτους και είναι γι’ αυτό ανίσχυρη ως παραβιάζουσα το άρθρο 78 παρ. 2 του Συντάγματος.
Σημειώνεται ότι το Β΄ Τμήμα παρέπεμψε την υπόθεση στην Ολομέλεια λόγω ακριβώς της κρίσης του περί αντισυνταγματικότητας τυπικού νόμου αλλά και λόγω μείζονος σπουδαιότητας. 

Παρασκευή 1 Απριλίου 2011

ΦΠΑ 23% και για τους έμμισθους δικηγόρους


Οχι μόνο οι «μαχόμενοι» δικηγόροι, αλλά και οι έμμισθοι που παρέχουν τις υπηρεσίες τους σε διάφορους οργανισμούς, φορείς, εταιρείες κ.λπ., είναι υποχρεωμένοι να καταβάλλουν ΦΠΑ ύψους 23% για την προσφορά των νομικών τους υπηρεσιών.
Χθες το Συμβούλιο της Επικρατείας ακύρωσε την πράξη του υπουργείου Οικονομικών με την οποία απαλλάχθηκαν από τον ΦΠΑ μόνο οι έμμισθοι δικηγόροι, κρίνοντας ότι η συγκεκριμένη απαλλαγή είναι ανυπόστατη.
Στο ΣτΕ προσέφυγε ο δικηγόρος Παν. Γιαννόπουλος υποστηρίζοντας ότι παραβιάζεται η συνταγματική αρχή της ισότητας με την επιβολή ΦΠΑ μόνο στους «μαχόμενους» και με την απαλλαγή των εμμίσθων από τον ΦΠΑ.
Το Β' τμήμα ΣτΕ επισήμανε (909/11) ότι ο ν. 3842/10 επέβαλε γενικά ΦΠΑ στις δικηγορικές υπηρεσίες, που μέχρι τότε εξαιρούνταν από το φορολογικό αυτό καθεστώς. Ωστόσο με νεότερη εγκύκλιο το υπουργείο Οικονομικών απάλλαξε τους εμμίσθους από τον ΦΠΑ, απαλλαγή που δεν έλαβε ποτέ νόμιμη υπόσταση, αφού δεν δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ, όπως έκρινε το ΣτΕ, αφήνοντας να εννοηθεί ότι υπήρχαν και άλλοι λόγοι ακυρότητας. (Πηγή: ΕΘΝΟΣ)