Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΗΜΟΣΙΟΙ ΥΠΑΛΛΗΛΟΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΗΜΟΣΙΟΙ ΥΠΑΛΛΗΛΟΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 6 Ιουνίου 2011

50.000 απολύσεις στο Δημόσιο


Έως 50.000 απολύσεις από το Δημόσιο προβλέπει το Μνημόνιο ΙΙ. Μάλιστα είναι το σημείο το οποίο, μαζί με τις μαζικές και τυφλές ιδιωτικοποιήσεις-εκποιήσεις, συγκεντρώνει και τη συμφωνία της Ν.Δ., η οποία λανσάρισε εξάλλου και τον (νεοφιλελεύθερο) νεολογισμό της «εργασιακής εφεδρείας». Στόχος της τρόικας είναι η μείωση των μισθοδοτούμενων από το Δημόσιο κατά περίπου 170.000 άτομα, έτσι ώστε στο τέλος της περιόδου (2015) οι δημόσιοι υπάλληλοι να μειωθούν κάτω από 600.000 άτομα. Η εν λόγω δέσμευση δεν έχει ακόμη κοινοποιηθεί στα μέλη του υπουργικού συμβουλίου και αφορά άλλους 50.000 υπαλλήλους, πέραν των περίπου 120.000 συνταξιοδοτήσεων με τα... κίνητρα που θεσπίστηκαν πέρυσι για πρόωρη έξοδο από το Δημόσιο (σύνταξη με ανήλικο στους άνδρες, επέκταση του δικαιώματος συνταξιοδότησης και στους δύο τρίτεκνους συζύγους, μειωμένη σύνταξη των ανδρών στο 56ο -φέτος-, απειλές για το ύψος του εφάπαξ και των επικουρικών, ενιαίο μισθολόγιο μείωσης των αποδοχών κ.ά).
Οι εν λόγω απολύσεις θα γίνουν με τρεις τρόπους:
1. Μη ανανέωση των συμβάσεων ορισμένου χρόνου, οι οποίες λήγουν. Υπολογίζεται ότι περισσότεροι από 25.000 είναι οι εργαζόμενοι με συμβάσεις ορισμένου χρόνου, κυρίως σε Νομικά Πρόσωπα, οι οποίοι θα αποχωρήσουν μετά την ολοκλήρωση των συμβάσεών τους. Οι εν λόγω υπάλληλοι θα πάρουν και επίδομα ανεργίας. Κάτι που θα γίνει για πρώτη φορά στο Δημόσιο. Και αυτό, καθώς είναι η πρώτη φορά που οι δημόσιοι υπάλληλοι θα κληθούν να καταβάλουν εισφορές υπέρ του ΟΑΕΔ, οι οποίες δεν αποκλείεται να φτάσουν και στο 3% επί των κρατήσεων (βασικός μισθός συν το χρονοεπίδομα)
2. Εθελούσιες αποχωρήσεις για 2-5 έτη (ακόμη και μέχρι τη συμπλήρωση των ηλικιακών ορίων συνταξιοδότησης), οι οποίοι θα λαμβάνουν το 70% του βασικού μισθού - εκτός επιδομάτων. Αντιθέτως, θα παρακρατούνται στο σύνολό τους οι ασφαλιστικές εισφορές, διασφαλίζοντας έτσι την πλήρη σύνταξή τους από το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους (με 35ετία για όσους προσελήφθησαν προ του 1983 και στο 58ο -ξανά με 35ετία- για τους μεταγενέστερους).
3. Όσοι προέρχονται από καταργηθέντες ή συγχωνευθέντες οργανισμούς και εν αναμονή της κρίσης τους από το ΑΣΕΠ για μετάταξη σε άλλη υπηρεσία του Δημοσίου - εάν και εφόσον αυτό καταστεί εφικτό. Οι συγκεκριμένοι υπάλληλοι θα λαμβάνουν περίπου το 50% του βασικού μισθού. Σε περίπτωση που δεν κριθούν μετατάξιμοι, θα φτάσουν σε ηλικία συνταξιοδότησης με αυτές τις αποδοχές.
Είναι προφανές ότι με αυτά τα μέτρα επιδιώκεται οι υπάλληλοι στις υπό κατάργηση υπηρεσίες (σ.σ. ήδη ανακοινώθηκε η συγχώνευση ή κατάργηση 75 οργανισμών όπου απασχολούνται 7.500 άτομα) να επιλέξουν την εθελούσια έξοδο με το 70% του μισθού, παρά να υπαχθούν σε υποχρεωτική αργία εν όψει κρίσης για μετάταξη σε άλλη υπηρεσία και να λαμβάνουν έτσι το 50% των αποδοχών.* (Πηγή: enet.gr)

Τρίτη 24 Μαΐου 2011

Ολομέλεια ΣτΕ 953/2011: Αντισυνταγματική η Διετής Παραγραφή κατά του Δημοσίου

Με την παραπάνω απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας κρίθηκε ως αντισυνταγματική η διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 Ν. 2362/1995, με την οποία καθιερώνεται διετής παραγραφή των απαιτήσεων των δημοσίων υπαλλήλων από αποδοχές ή άλλες απολαβές ή αποζημιώσεις. Η ανωτέρω διάταξη προβλέπει ότι "η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορά οε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεώς της".
Σύμφωνα με το ΣτΕ, η θέσπιση με το άρθρο 90 παρ.3 του ν. 2362/1995 εις βάρος των υπαλλήλων του Δημοσίου ειδικής βραχυπρόθεσμης διετούς παραγραφής, με την οποία περιορίζεται το δικαίωμά τους να διεκδικήσουν αναδρομικά ποσά λόγω καθυστερούμενων αποδοχών ή άλλων απολαβών ή αποζημιώσεων λόγω παράνομης πράξεως ή παραλείψεως της Διοικήσεως ή εξ’ αδικαιολογήτου πλουτισμού, αντίκειται στο άρθρο 4 παρ.1 του Συντάγματος, που καθιερώνει την αρχή της ισότητας διότι είναι μικρότερος από τον χρόνο παραγραφής που προβλέπεται (πενταετής) αφενός μεν από την παρ. 1 του ιδίου ως άνω άρθρου 90 του ν. 2362/1995 για όλες τις άλλες χρηματικές αξιώσεις κατά του Δημοσίου, αφετέρου δε από το άρθρο 86 παρ.2 του εν λόγω νόμου για τις χρηματικές αξιώσεις του Δημοσίου κατά τρίτων. 
Η θέσπιση δε της ανωτέρω βραχυπρόθεσμης παραγραφής δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από την ανάγκη της ταχείας εκκαθαρίσεως των αξιώσεων των υπαλλήλων του Δημοσίου κατ’ αυτού, που αφορούν αποδοχές ή άλλες απολαβές ή αποζημιώσεις, για την τήρηση της δημοσιονομικής τάξεως, με την αποφυγή ανατροπής των δεδομένων, κατ'’ εκτίμηση των οποίων έχει καταρτισθεί ο κρατικός προϋπολογισμός, με συνέπεια οι απαιτήσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου για καθυστερούμενες αποδοχές ή απολαβές οποιασδήποτε φύσεως ή αποζημιώσεις λόγω παράνομης πράξεως ή παραλείψεως της διοικήσεως ή από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό να υπόκεινται στην παρ. 1 του ιδίου άρθρου 90 ως ισχύουσα για όλες τις άλλες χρηματικές αξιώσεις κατά Δημοσίου πενταετή παραγραφή. 
Και τούτο διότι η ανωτέρω βραχυπρόθεσμη παραγραφή έχει θεσπιστεί μόνον για τις απαιτήσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου κατ’ αυτού, που αφορούν σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, ενώ για όλες τις άλλες απαιτήσεις κατά του Δημοσίου ο χρόνος παραγραφής είναι πενταετής αν και των απαιτήσεων αυτών ενδείκνυται η ταχεία εκκαθάριση. Εξάλλου η θέσπιση της ανωτέρω διετούς παραγραφής δεν δικαιολογείται ούτε από την φύση της εννόμου σχέσεως που συνδέει το Δημόσιο με τους υπαλλήλους του, εφόσον οι χρηματικές αξιώσεις του Δημοσίου κατ'’ αυτών δεν υπόκεινται στην ίδια βραχεία παραγραφή. Εν όψει των ανωτέρων, η διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 90 του ν. 2362/1995 δεν θα έπρεπε να εφαρμοσθεί ως αντισυνταγματική και ως εκ τούτου ανίσχυρη. 
Το ΣτΕ ανέβαλε την έκδοση οριστικής απόφασης και παρέπεμψε την υπόθεση στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο λόγω των αντίθετων αποφάσεων του ΑΠ 145/2006 και 560/2007. Σημειωτέον ότι παρόμοια είναι και η απόφαση της Ολομέλειας του ΣτΕ 954/2011.


(Πρόκειται για την απόφαση που έγινε γνωστή από τις αρχές Απριλίου, το πλήρες περιεχόμενο της οποίας δημοσιεύθηκε τώρα) 

Τρίτη 17 Μαΐου 2011

Δημόσιοι Υπάλληλοι: Είναι δυνατές απολύσεις μέσω μετατάξεων;

Ο Υπουργός Εσωτερικών σχεδιάζει - όπως παραδέχτηκε ο ίδιος - τη δραματική μείωση του αριθμού των δημοσίων υπαλλήλων μέσω ενός νέου συστήματος μετατάξεων και της παράλληλης αξιολόγησης του υπαλληλικού προσωπικού από το ΑΣΕΠ. Μάλιστα, ο Υπουργός μίλησε για "δημοσίους υπάλληλους με συμβάσεις αορίστου χρόνου". Ίσως να μιλούσε για κάποια άλλη Χώρα ή να αναφερόταν σε κάποιο άλλο Σύνταγμα. Ίσως, πάλι, να είναι απλώς στον κόσμο του ή να είναι ανίκανος ακόμα και να διακρίνει τις συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου από τις αντίστοιχες δημοσίου δικαίου. Η πρώτη περίπτωση αφορά τους περίφημους "συμβασιούχους" και η δεύτερη τους δημοσίους υπαλλήλους. Είναι τόσο απλό! (Α! Να υπενθυμίσω ότι μιλάμε για τον Υπουργό Εσωτερικών, δηλ. τον καθ' υλην αρμόδιο Υπουργό σε θέματα που αφορούν την εν γένει εργασιακή ή υπηρεσιακή κατάσταση του προσωπικού που σχετίζεται με οποιονδήποτε τρόπο με το Δημόσιο). Αν πάλι εννοούσε όσους εργάζονται στο Δημόσιο με συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, δεν θα χρειαζόταν να μπερδευτεί τόσο πολύ με απολύσεις και μετατάξεις. Για τυχόν απολύσεις αυτής της κατηγορίας προσωπικού αρκεί μία καταγγελία της σύμβασης εργασίας με την ταυτόχρονη καταβολή της αντίστοιχης αποζημίωσης απόλυσης. Αλλά προφανώς αναφερόταν στους (μόνιμους) δημοσίους υπαλλήλους.    
Τέλος πάντων! Το θέμα είναι ότι κανένας δεν έχει καταλάβει ακόμα πώς ακριβώς θα πραγματοποιηθούν οι σχεδιαζόμενες απολύσεις μέσω μετατάξεων. Καταρχάς, υπάρχει η συνταγματική πρόβλεψη για τη μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων. Σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ. 4 του Συντάγματος, οι δημόσιοι υπάλληλοι που κατέχουν οργανικές θέσεις είναι μόνιμοι, εφόσον αυτές οι θέσεις υπάρχουν. Εξάλλου, ο ισχύων Υπαλληλικός Κώδικας καθορίζει κατά τρόπο σαφή και περιοριστικό τις περιπτώσεις εκείνες κατά τις οποίες είναι δυνατή η λύση της υπαλληλικής σχέσης. Αυτές είναι ο θάνατος του υπαλλήλου, η παραίτηση του, η κατάργηση κλάδου, υπηρεσίας ή θέσης, η λήξη της θητείας ή η συνταξιοδότηση, η έκπτωση λόγω ποινικής καταδίκης για ορισμένα αδικήματα, η απώλεια της ιθαγένειας, η σωματική ή πνευματική ανικανότητα και η αναίτια υπηρεσιακη ανεπάρκεια του άρθρου 95 ΥΚ. Γίνεται δεκτό ότι η λύση της υπαλληλικής σχέσης με έναν από τους παραπάνω τρόπους δεν αντίκειται στην συνταγματικά κατοχυρωμένη μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων. Κάθε άλλη ειδική διάταξη ή τροποποίηση των διατάξεων του ισχύοντος Υπαλληλικού Κώδικα που θα ελαστικοποιούσε τις προϋποθέσεις λύσης της υπαλληλικής σχέσης ή θα καθιστούσε τη μονιμότητα επισφαλή, θα ήταν αντίθετη και θα παραβίαζε την παραπάνω συνταγματική διάταξη
Από την άλλη, η μετάταξη - είτε εθελούσια είτε υποχρεωτική - αποτελεί ένα έκτακτο μέτρο μεταβολής της υπηρεσιακής κατάστασης του δημοσίου υπαλλήλου και είναι επιτρεπτή εφόσον επιβάλλεται από εξαιρετικές υπηρεσιακές ανάγκες. Έχει κριθεί δε επανειλημμένως από το Συμβούλιο της Επικρατείας ότι η μετατάξη που ενεργείται προς τον σκοπό και μόνο της απομάκρυνησης του υπαλλήλου από την κατεχόμενη από αυτόν θέση, είναι ανεπίτρεπτη. Κατά μείζονα λόγο θα απαγορευόταν μία μετάταξη που θα απέβλεπε (ανομολόγητα βέβαια) στην απόλυση του υπαλλήλου από την πισω πόρτα. Είμαι πραγματικά πολύ περίεργος να δω τι ταχυδακτυλουργικά θα χρησιμοποιήσει ο Υπουργός για την "απόλυση υπαλλήλων μέσω μετατάξεων", χωρίς να παραβιάσει το Σύνταγμα και τον ΥΚ.  
Και κάτι τελευταίο. Ο Υπουργός αναρωτήθηκε: "Αν ο υπάλληλος είναι καταρτισμένος, εκπαιδευμένος, συγκροτημένος και αποδοτικός γιατί να τον χάσεις από την υπηρεσία;". Το ερώτημα, όμως, είναι άλλο: Αν ο υπάλληλος ήταν ακατάρτιστος, απαίδευτος, χωρίς συγκρότηση και αντιπαραγωγικός, γιατί τον πήρατε στην υπηρεσία;  

Σάββατο 23 Απριλίου 2011

Δημόσιο: Πειθαρχικά συμβούλια χωρίς παρουσία συνδικαλιστών


Ενα νέο, αυστηρότατο πλαίσιο ανάσχεσης φαινομένων και κρουσμάτων διαφθοράς στο Δημόσιο προωθεί το υπουργείο Εσωτερικών με το νέο Πειθαρχικό Δίκαιο, μέσω του οποίου θεσπίζονται βαριές οικονομικές και πειθαρχικές ποινές σε παρανομούντες δημοσίους υπαλλήλους.
Το πνεύμα της πρωτοβουλίας συνοψίζεται κατά τον αρμόδιο υπουργό Γιάννη Ραγκούση στο ότι «θέλουμε να τιμήσουμε την ακεραιότητα των ευσυνείδητων υπαλλήλων και να τιμωρήσουμε τους επίορκους που έχουν διαλύσει με τις άνομες συναλλαγές τους το Δημόσιο». Είναι ενδεικτικό ότι στα νέα πειθαρχικά συμβούλια δεν θα μετέχουν εκλεγμένοι αντιπρόσωποι, π.χ. συνδικαλιστές, αλλά ανεξάρτητα μέλη ενώ θα προϊσταται δικαστής.
Το νέο Πειθαρχικό Δίκαιο περιλαμβάνει 14 αλλαγές και μεταξύ άλλων ότι σε περίπτωση οριστικής παύσης υπαλλήλου για οικονομικά θέματα θα επιβάλλεται πρόστιμο από 10.000 - 100.000 ευρώ. (πηγή: kathimerini.gr)

Τετάρτη 13 Απριλίου 2011

Δημόσιοι Υπάλληλοι: Άδειες άνευ αποδοχών και μερική απασχόληση


Τη δυνατότητα να παίρνουν οι δηµόσιοι υπάλληλοι άδειες άνευ αποδοχών και παράλληλα να µπορούν να απασχολούνται στον ιδιωτικό τοµέα διερευνά η κυβέρνηση. 

Ειδικότερα, μάλιστα, σύµφωνα µε τα σενάρια που µελετά το κυβερνητικό επιτελείο, εάν ο αριθµός των υπαλλήλων που βγαίνουν ετησίως στη σύνταξη δεν είναι αντίστοιχος µε τον στόχο, τότε θα µπορούσαν να δοθούν κίνητρα στους δηµοσίους υπαλλήλους να αποχωρήσουν προσωρινά από τη θέση τους διασφαλίζοντας όµως τη δυνατότητα επιστροφής τους.
Όπως εξηγούν κυβερνητικοί παράγοντες, θα µπορούσε κάποιος δηµόσιος υπάλληλος να πάρει άδεια άνευ αποδοχών, να εργαστεί για πέντε χρόνια στον ιδιωτικό τοµέα και αµέσως µετά να επιστρέψει στη θέση του έχοντας µάλιστα αποκτήσει και την εµπειρία της εργασίας από την ελεύθερη αγορά.
Ακόμα η κυβέρνηση εξετάζει και το ενδεχόµενο να επιτραπεί η δυνατότητα µερικής απασχόλησης στο Δηµόσιο. Αυτό στην πράξη σηµαίνει, σύµφωνα µε κυβερνητικά στελέχη, ότι µία µητέρα ανήλικων παιδιών για παράδειγµα θα µπορούσε να εργάζεται µόνο τρεις ηµέρες την εβδοµάδα, κάτι που σηµαίνει ότι και η µισθοδοσία της θα τύχαινε της ανάλογης προσαρµογής. Η μερική απασχόληση θα αφορά κατά κύριο λόγο - αν όχι αποκλειστικά - τους νεοπροσλαμβανόμενους.
Έτσι, στο πλαίσιο του κανόνα 5 αποχωρήσεις/1 πρόσληψη, ορισμένοι από τους νέους υπαλλήλους μπορεί να δουλεύουν σε καθστώς μερική απασχόλησης.
(πηγή: www.tanea.gr)

Τετάρτη 13 Ιανουαρίου 2010

ΟλΑΠ 32/2009 - Αντισυνταγματικότητα ή μη κοινής υπουργικής απόφασης που χορηγεί επίδομα μόνο στους υπαλλήλους του Υπουργείου Αιγαίου που υπηρετούν στη Μυτιλήνη.


Αριθμός 32/2009
   ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
   ΣΕ ΤΑΚΤΙΚΗ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ

   Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές της Β' Σύνθεσης: Γεώργιο Καλαμίδα, Προεδρεύοντα Αντιπρόεδρο, κωλυομένου του Προέδρου του Αρείου Πάγου ΒασιλείουΝικόπουλου, ως ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αντιπρόεδρος, Κωνσταντίνο Κούκλη, Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπροέδρους, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αιμιλία Λίτινα, Χαράλαμπο Ζώη, Ανδρέα Τσόλια, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου - Εισηγήτρια, Νικόλαο Λεοντή, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, ΕυτύχιοΠαλαιοκαστρίτηΓρηγόριο Κουτσόπουλο, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Παναγιώτη Ρουμπή, Ανδρέα Δουλγεράκη, Κωνσταντίνο Φράγκο, ΝικόλαοΠάσσοΓεωργιο Αδαμόπουλο και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες, (κωλυομένων των λοιπών Δικαστών της Σύνθεσης).
   Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 30 Απριλίου 2008, με την παρουσία του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σανιδά και της Γραμματέως Σουλτάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ:
   Των καλούντων-αναιρεσιβλήτων : 1) ... και 2)..., τους οποίους εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος τους Κώστας Πετρόπουλος με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ
   Του καθού η κλήση - αναιρεσείοντος : Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τους Υπουργούς Οικονομίας και Οικονομικών και Μεταφορών και Επικοινωνιών, το οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος Νικόλαος Κατσίμπας Νομικός Σύμβουλος του Κράτους.
   Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17.11.1998 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Μυτιλήνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3045/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 50/2001 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον με την από 04.01.2002 αίτησή του.
   Στη συνέχεια εκδόθηκε η 1393/2006 απόφαση του Β1' Πολιτικού Τμήματος, η οποία παρέπεμψε τον μοναδικό λόγο της από 04.01.2002 αιτήσεως αναιρέσεως στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου. Μετά την πιο πάνω απόφαση και την από 14.10.2008 κλήση των καλούντων η προκείμενη υπόθεση φέρεται στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου τούτου.
   Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντοςανέπτυξε και προφορικά τους σχετικούς ισχυρισμούς του, που αναφέρονται στις προτάσεις του και ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
   Ο Εισαγγελέας, αφού έλαβε τον λόγο από τον Πρόεδρο, πρότεινε ότι είναι βάσιμος ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ μοναδικός λόγος αναιρέσεως και πρέπει να γίνει δεκτός.
   Κατόπιν αυτών ο Πρόεδρος έδωσε εκ νέου το λόγο στον πιο πάνω πληρεξούσιο του αναιρεσείοντος, ο οποίος αναφέρθηκε σε όσα προηγουμένως είχε αναπτύξει.
   Κατά την 18.6.2009, ημέρα που συγκροτήθηκε το παρόν δικαστήριο προκειμένου να διασκεφθεί την ανωτέρω υπόθεση ήταν απόντες οι Αρεοπαγίτες ΕλισάβετΜουγάκου - Μπρίλλη και Ευτύχιος Παλαιοκαστρίτης, οι οποίοι δήλωσαν κώλυμα αρμοδίως, παρισταμένων πλέον των δεκαπέντε (15) μελών εκ των συμμετασχόντων στη συζήτηση της υπόθεσης, κατ' άρθρο 23 παρ. 2 του ν.1756/1988, όπως ισχύει μετά την τροποποίηση με το άρθρο 44 του ν.3659/2008.

   ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

   Με την από 14-10-2008 κλήση των αναιρεσιβλήτων νόμιμα εισάγεται για συζήτηση στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 560ΚΠολΔ μοναδικός λόγος της από 4-1-2002 αιτήσεως του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 50/2001 αποφάσεως του ως Εφετείου δικάσαντοςΠολυμελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης, ο οποίος παραπέμφθηκε στο δικαστήριο τούτο με την υπ' αριθμ. 1393/2006 απόφαση του Β1 Τμήματος αυτού, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 100 παρ. 5 του ισχύοντος Συντάγματος και 563 παρ. 2 εδ. γ ΚΠολΔ, ως προς το νομικό ζήτημα που ανέκυψε, εάν είναι αντισυνταγματική η υπ' αριθμ. 2031795/3503/0022/31-5-1994 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας κατά το μέρος που περιορίζει την εφαρμογή της μόνο στους υπηρετούντες στη Μυτιλήνη υπαλλήλους του Υπουργείου Αιγαίου.
   Επειδή η διάταξη, του άρθρου 4 παρ.1 του Συντάγματος, που ορίζει ότι οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών και συνεπώς δεσμεύει τον κοινό νομοθέτη, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων είτε διαφοροποιεί την κατηγορία των προσώπων ή των πραγμάτων στα οποία αφορά, είτε καθιστά καταχρηστική και άρα αντίθετη στο άρθρο 25 παρ.3 του Συντάγματος την άσκηση του εκ της ισονομίας ατομικού δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση. Επομένως, αν γίνει με νόμο δικαιολογημένη ειδική ρύθμιση για μία κατηγορία προσώπων και αποκλειστεί με αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση από τη ρύθμιση αυτή άλλη κατηγορία, για την οποία συντρέχει ο ίδιος δικαιολογητικός λόγος ευνοϊκής μεταχειρίσεως, η διάταξη που εισάγει τη δυσμενή αυτή διάκριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική. Προς αποκατάσταση δε της συνταγματικά επιβαλλόμενης ισότητας, πρέπει να εφαρμοστεί η διάταξη που ισχύει για την κατηγορία υπέρ της οποίας θεσπίστηκε η ειδική ρύθμιση και σε εκείνη την κατηγορία προσώπων, σε βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, διότι μόνο με τον τρόπο αυτό αίρεται η κατάσταση που δημιουργήθηκε από την παραβίαση της ανωτέρω αρχής (Ολ ΑΠ 19/2004). Περαιτέρω, με την 2031795/3603/0022/31-5-1994 κοινή απόφαση των Υπουργών Προεδρίας της Κυβερνήσεως, Οικονομικών και Εργασίας (ΦΕΚ Β' 440/1994), η οποία εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 7 παρ. 2 της 88555/30-9/1988 κοινής απόφασης των Υπουργών Προεδρίας της Κυβερνήσεως, Εσωτερικών, Οικονομικών και Εργασίας "Υγιεινή και ασφάλεια του Προσωπικού του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ" (ΦΕΚ Β' 721/4-10-1988), που κυρώθηκε με το άρθρο 39 του Ν.1836/1989 και άρχισε να ισχύει από 1-6-1994, ορίστηκε ότι, στους υπαλλήλους του Υπουργείου Αιγαίου, ανεξάρτητα από τη σχέση εργασίας τους, εφόσον και για όσο χρόνο υπηρετούν στην έδρα του Υπουργείου αυτού (Μυτιλήνη), χορηγείται κατά μήνα ειδικό επίδομα οριζόμενο σε δεκαοκτώ χιλιάδες (18.000) δραχμές, ως κίνητρο προσέλκυσης και παραμονής τους στις Υπηρεσίες του ανωτέρω Υπουργείου, λόγω των συνθηκών εργασίας τους και ότι η απόφαση αυτή δεν ισχύει για υπαλλήλους οπωσδήποτε αποσπασμένους σε υπηρεσίες εκτός νήσων του Αιγαίου. Το ποσό του ανωτέρω επιδόματος αυξήθηκε στη συνέχεια με την 2029401/4497/0022/30-4-1996 κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΦΕΚ Β' 329/13-5-1996) και ορίστηκε από 1-7-1996 σε είκοσι πέντε χιλιάδες (25.000) δραχμές. Εξάλλου, με το άρθρο 1 του Π.Δ. 1/1986 ορίσθηκε ότι στην αρμοδιότητα του Υπουργείου Αιγαίου που εδρεύει στη Μυτιλήνη, υπάγονται οι Νομοί Λέσβου, Χίου, Σάμου, Δωδεκανήσου και Κυκλάδων, ενώ με το άρθρο 2 του ίδιου Π.Δ καθορίστηκαν οι αρμοδιότητες του Υπουργείου αυτού, στις οποίες ανήκουν η ενεργοποίηση και εναρμόνιση της κυβερνητικής πολιτικής στην περιφέρεια του και ο συντονισμός των φορέων κρατικής δραστηριότητας για την άμεση και αποτελεσματική εφαρμογή της, η μελέτη και εισήγηση στην Κυβέρνηση των αναγκαίων μέτρων για την επίλυση των προβλημάτων που συνδέονται με τον χώρο του Αιγαίου, η ανάδειξη και προβολή της αιγαιοπελαγίτικης πολιτιστικής παράδοσης, η κατάρτιση περιφερειακών προγραμμάτων με σκοπό την ανάπτυξη και αξιοποίηση των πλουτοπαραγωγικών πηγών και γενικά την προώθηση της οικονομικής, κοινωνικής, πολιτιστικής και πνευματικής ανάπτυξης της περιφέρειας του Υπουργείου, η κατάρτιση αυτοτελών ετήσιων ή πολυετών προγραμμάτων δημοσίων επενδύσεων, η παροχή κατευθύνσεων και οδηγιών για την εκπόνηση τουριστικών προγραμμάτων και η μελέτη, οργάνωση και συντονισμός της δράσης των υπηρεσιών για την ασφάλεια του θαλασσίου χώρου του Αιγαίου. Περαιτέρω, στη διάταξη του άρθρου 64 παρ. 1 του Ν.1943/1991, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 9 του Ν. 2085/1992, ορίζεται ότι με απόφαση των Υπουργών Προεδρίας της Κυβέρνησης και Οικονομικών, καθορίζονται περιοχές της Χώρας ως προβληματικές λόγω ιδιαιτεροτήτων από άποψη, ιδίως, συνθηκών διαβίωσης, επικοινωνίας ή στέγασης και ότι αυτές διακρίνονται σε κατηγορία Α' ή Β', ανάλογα με τον βαθμό προβληματικότητάς τους. Τέλος, με τη ΔΙΔΑΔ/Φ.50/265/29847/30-10-1992 (ΦΕΚ Β/11-11-1992) κοινή απόφαση των Υπουργών Προεδρίας της Κυβέρνησης και Οικονομικών, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του ανωτέρω άρθρου, ο Νομός Λέσβου καθορίστηκε ως προβληματική περιοχή Α' κατηγορίας. Από τις παραπάνω διατάξεις και ιδίως από την κοινή υπουργική απόφαση, με την οποία χορηγήθηκε το προαναφερόμενο επίδομα μόνο στους υπαλλήλους του Υπουργείου Αιγαίου που υπηρετούν στη Μυτιλήνη, ενώ εξαιρέθηκαν από την καταβολή του οι υπάλληλοι του ίδιου Υπουργείου που υπηρετούν σε περιοχές εκτός των νήσων του Αιγαίου, συνάγεται ότι το επίδομα αυτό θεσπίστηκε ως κίνητρο για την προσέλκυση και παραμονή των υπαλλήλων του Υπουργείου Αιγαίου στην παραμεθόρια περιοχή της Μυτιλήνης, η οποία έχει χαρακτηριστεί, εξαιτίας των συνθηκών διαβίωσης, επικοινωνίας και στέγασης που επικρατούν σε αυτή, ως προβληματική περιοχή Α' κατηγορίας. Εξάλλου, το προαναφερόμενο επίδομα δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνάπτεται με τα καθήκοντα που έχουν ανατεθεί στους υπαλλήλους του
Υπουργείου αυτού και τούτο διότι δεν χορηγήθηκε σε όλους, αλλά μόνο σε όσους υπηρετούν στη Μυτιλήνη, ενώ με το ΠΔ 1/1986 δεν διαφοροποιούνται τα καθήκοντα των τελευταίων έναντι των αυτών συναδέλφων τους, οι οποίοι υπηρετούν σε άλλες περιοχές.

   Συνεπώς, σύμφωνα με τα ανωτέρω και δεδομένου ότι στην προαναφερόμενη υπουργική απόφαση δεν προσδιορίζεται ειδικότερα η έννοια των συνθηκών με τις οποίες προσφέρουν την εργασία τους οι ανωτέρω υπάλληλοι ούτε αναφέρεται ότι η τελευταία παρέχεται υπό ιδιαίτερες συνθήκες, το επίδομα αυτό χορηγήθηκε αποκλειστικά ως κίνητρο για την προσέλκυση και εγκατάσταση υπαλλήλων στην πιο πάνω παραμεθόρια περιοχή. Επομένως, η μη χορήγησή του στους υπαλλήλους άλλων Υπουργείων, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, οι οποίοι διέπονται από το ίδιο με τους υπαλλήλους του Υπουργείου Αιγαίου μισθολογικό καθεστώς του Ν. 1505/1984 και υπηρετούν κάτω από τις ίδιες συνθήκες, δηλαδή στην πόλη της Μυτιλήνης, στην ευρύτερη περιοχή του Νομού Λέσβου ή σε παραμεθόριες νήσους που εντάσσονται στη χωρική αρμοδιότητα του Υπουργείου Αιγαίου και έχουν χαρακτηριστεί, όπως ο νομός Λέσβου, ως προβληματικές περιοχές κατηγορίας Α', συνιστά άνιση μεταχείριση προσώπων που τελούν υπό τις ίδιες συνταγματικές εγγυήσεις. Το συμπέρασμα αυτό ενισχύεται και από το γεγονός ότι εκ των υστέρων ο νομοθέτης, με το άρθρο 10 παρ. 4 του Ν. 2470/97 "Αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις", κατάργησε το προαναφερόμενο επίδομα και με το άρθρο 8 παρ. 5 του ίδιου νόμου, χορήγησε επίδομα προβληματικών και παραμεθόριων περιοχών σε όλους τους υπαλλήλους του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ που υπηρετούν σε περιοχές που έχουν χαρακτηριστεί ως προβληματικές και παραμεθόριες. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Μυτιλήνης, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε τα ακόλουθα: Οι ενάγοντες καί ήδη αναιρεσίβλητοι, είναι υπάλληλοι της Διεύθυνσης Μεταφορών και Επικοινωνιών της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης του Νομού Λέσβου, που εδρεύει στη Μυτιλήνη και συνδέονται με αυτήν με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου, υπηρετούσαν δε συνεχώς στην παραπάνω υπηρεσία, ο πρώτος από τις 15-3-1995 έως τις 31-12-1996 και η δεύτερη από τις 1-6-1994 έως τις 31-12-1996. Κατά τα χρονικά αυτά διαστήματα οι ενάγοντες δεν λάμβαναν το χορηγούμενο ως κίνητρο προσέλκυσης και παραμονής τους στις Υπηρεσίες του ανωτέρω Υπουργείου, λόγω των συνθηκών εργασίας τους, προαναφερόμενο ειδικό επίδομα, το οποίο ανερχόταν σε 18.000 δραχμές μηνιαίως από τη 1-6-1994 και σε 25.000 δραχμές μηνιαίως από τη 1-7-1996. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Πολυμελές Πρωτοδικείο έκρινε ότι η μη χορήγηση στους αναιρεσιβλήτους του επιδόματος αυτού συνιστά αδικαιολόγητη δυσμενή σε βάρος τους διάκριση έναντι των υπαλλήλων του Υπουργείου Αιγαίου και για την άρση της ανισότητας αυτής πρέπει και αυτοί να λάβουν το παραπάνω επίδομα. Με την κρίση του αυτή δεν παραβίασε τις διατάξεις που προεκτέθηκαν και επομένως είναι αβάσιμος ο περί του αντιθέτου από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, παραπεμφθείς στην Ολομέλεια, μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως.
   Κατ' ακολουθίαν πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, μειωμένα όμως, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ.1 του ν.3693/1957, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την υπ' αριθμ. 134423/8-12-1992 απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β' 11/20-1-1993), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 του ν.1738/1987.

   ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
   Απορρίπτει την από 4 Ιανουαρίου 2002 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 50/2001 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης.
   Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει σε τριακόσια πενήντα (350) ευρώ.
   Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιουνίου 2009.
   Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 24 Σεπτεμβρίου 2009.