Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΡΓΑΣΙΑΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΡΓΑΣΙΑΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 16 Ιουνίου 2011

Διεθνής Οργάνωση Εργασίας: Καθιέρωση Διεθνών Κανόνων για τους Οικιακούς Μισθωτούς


Εκπρόσωποι Κυβερνήσεων, εργαζομένων και εργοδοτών υιοθέτησαν, κατά την 100ή ετήσια Διάσκεψη της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας (ΔΟΕ), μία σειρά διεθνών ιστορικών μέτρων, τα οποία θα συμβάλλουν στη βελτίωση των συνθηκών εργασίας δεκάδων εκατομμυρίων οικιακών μισθωτών παγκοσμίως. Οι εκπρόσωποι της Διάσκεψης ψήφισαν το Σύμφωνο για τους Οικιακούς Μισθωτούς καθώς και τη συνοδευτική αυτού "Σύσταση". Η ΔΟΕ είναι ο μόνος τριμερής οργανισμός των Ηνωμένων Εθνών και καθένα από τα 183 Κράτη Μέλη εκπροσωπείται από δύο κυβερνητικούς αξιωματούχους, έναν εργοδότη και έναν μισθωτό, με ανεξάρτητο δικαίωμα ψήφου. Το Σύμφωνο που υιοθετήθηκε από τη ΔΟΕ έχει ισχύ διεθνούς συνθήκης και είναι δεσμευτικό ως προς τα Κράτη Μέλη που το υπέγραψαν, ενώ η συνοδευτική Σύσταση παρέχει λεπτομερείς οδηγίες σχετικά με τον τρόπο εφαρμογής των κανόνων του Συμφώνου. Σύμφωνα με τους νέους κανόνες της ΔΟΕ, οι οικιακοί μισθωτοί πρέπει να απολαμβάνουν τα ίδια βασικά εργασιακά δικαιώματα, όπως και οι υπόλοιποι εργαζόμενοι: λογικά ωράρια εργασίας, εβδομαδιαία ανάπαυση (ρεπό) τουλάχιστον 24 συνεχών ωρών, ένα ελάχιστο όριο αμοιβών, ξεκάθαρη πληροφόρηση ως προς του όρους και τις συνθήκες εργασίας, καθώς και σεβασμό σε θεμελιώδεις αρχές και δικαιώματα στο χώρο εργασίας, που περιλαμβάνουν το δικαίωμα του «συνδικαλίζεσθαι» καθώς και το δικαίωμα συλλογικών διαπραγματεύσεων. Να σημειωθεί ότι το Σύμφωνο θα τεθεί σε ισχύ μόλις επικυρωθεί από δύο τουλάχιστον τουλάχιστον Κράτη Μέλη.

Δευτέρα 6 Ιουνίου 2011

50.000 απολύσεις στο Δημόσιο


Έως 50.000 απολύσεις από το Δημόσιο προβλέπει το Μνημόνιο ΙΙ. Μάλιστα είναι το σημείο το οποίο, μαζί με τις μαζικές και τυφλές ιδιωτικοποιήσεις-εκποιήσεις, συγκεντρώνει και τη συμφωνία της Ν.Δ., η οποία λανσάρισε εξάλλου και τον (νεοφιλελεύθερο) νεολογισμό της «εργασιακής εφεδρείας». Στόχος της τρόικας είναι η μείωση των μισθοδοτούμενων από το Δημόσιο κατά περίπου 170.000 άτομα, έτσι ώστε στο τέλος της περιόδου (2015) οι δημόσιοι υπάλληλοι να μειωθούν κάτω από 600.000 άτομα. Η εν λόγω δέσμευση δεν έχει ακόμη κοινοποιηθεί στα μέλη του υπουργικού συμβουλίου και αφορά άλλους 50.000 υπαλλήλους, πέραν των περίπου 120.000 συνταξιοδοτήσεων με τα... κίνητρα που θεσπίστηκαν πέρυσι για πρόωρη έξοδο από το Δημόσιο (σύνταξη με ανήλικο στους άνδρες, επέκταση του δικαιώματος συνταξιοδότησης και στους δύο τρίτεκνους συζύγους, μειωμένη σύνταξη των ανδρών στο 56ο -φέτος-, απειλές για το ύψος του εφάπαξ και των επικουρικών, ενιαίο μισθολόγιο μείωσης των αποδοχών κ.ά).
Οι εν λόγω απολύσεις θα γίνουν με τρεις τρόπους:
1. Μη ανανέωση των συμβάσεων ορισμένου χρόνου, οι οποίες λήγουν. Υπολογίζεται ότι περισσότεροι από 25.000 είναι οι εργαζόμενοι με συμβάσεις ορισμένου χρόνου, κυρίως σε Νομικά Πρόσωπα, οι οποίοι θα αποχωρήσουν μετά την ολοκλήρωση των συμβάσεών τους. Οι εν λόγω υπάλληλοι θα πάρουν και επίδομα ανεργίας. Κάτι που θα γίνει για πρώτη φορά στο Δημόσιο. Και αυτό, καθώς είναι η πρώτη φορά που οι δημόσιοι υπάλληλοι θα κληθούν να καταβάλουν εισφορές υπέρ του ΟΑΕΔ, οι οποίες δεν αποκλείεται να φτάσουν και στο 3% επί των κρατήσεων (βασικός μισθός συν το χρονοεπίδομα)
2. Εθελούσιες αποχωρήσεις για 2-5 έτη (ακόμη και μέχρι τη συμπλήρωση των ηλικιακών ορίων συνταξιοδότησης), οι οποίοι θα λαμβάνουν το 70% του βασικού μισθού - εκτός επιδομάτων. Αντιθέτως, θα παρακρατούνται στο σύνολό τους οι ασφαλιστικές εισφορές, διασφαλίζοντας έτσι την πλήρη σύνταξή τους από το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους (με 35ετία για όσους προσελήφθησαν προ του 1983 και στο 58ο -ξανά με 35ετία- για τους μεταγενέστερους).
3. Όσοι προέρχονται από καταργηθέντες ή συγχωνευθέντες οργανισμούς και εν αναμονή της κρίσης τους από το ΑΣΕΠ για μετάταξη σε άλλη υπηρεσία του Δημοσίου - εάν και εφόσον αυτό καταστεί εφικτό. Οι συγκεκριμένοι υπάλληλοι θα λαμβάνουν περίπου το 50% του βασικού μισθού. Σε περίπτωση που δεν κριθούν μετατάξιμοι, θα φτάσουν σε ηλικία συνταξιοδότησης με αυτές τις αποδοχές.
Είναι προφανές ότι με αυτά τα μέτρα επιδιώκεται οι υπάλληλοι στις υπό κατάργηση υπηρεσίες (σ.σ. ήδη ανακοινώθηκε η συγχώνευση ή κατάργηση 75 οργανισμών όπου απασχολούνται 7.500 άτομα) να επιλέξουν την εθελούσια έξοδο με το 70% του μισθού, παρά να υπαχθούν σε υποχρεωτική αργία εν όψει κρίσης για μετάταξη σε άλλη υπηρεσία και να λαμβάνουν έτσι το 50% των αποδοχών.* (Πηγή: enet.gr)

Πέμπτη 2 Ιουνίου 2011

Ελαστικοποίηση και Ακόμη Χαμηλότεροι Μισθοί


Δυνατότητα πρόσληψης νέων ηλικίας 18 έως 25 ετών με συμβάσεις διάρκειας μέχρι 24 μήνες και με αποδοχές έως 20% χαμηλότερες από τις προβλεπόμενες για νεοπροσλαμβανόμενο, δυνατότητα αυξομείωσης των ωρών απασχόλησης και επιμήκυνση των συμβάσεων ορισμένου χρόνου από δύο σε τρία χρόνια με δυνατότητα ανανέωσης τρεις φορές, προβλέπουν ρυθμίσεις που προτείνει το Υπουργείο Εργασίας για την ενίσχυση της απασχόλησης και τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας. Συγκεκριμένα, όπως αναφέρει σε ανακοίνωσή του το Υπουργείο Εργασίας, οι τρεις αυτές ρυθμίσεις προβλέπουν τα ακόλουθα:
1. Συμβάσεις ορισμένου χρόνου: Σύμφωνα με τις προωθούμενες αλλαγές, οι συμβάσεις ορισμένου χρόνου μπορούν να ανανεωθούν τρεις φορές και για διάστημα που να μην ξεπερνά τα τρία χρόνια. Επιπροσθέτως οι όποιες ανανεώσεις θα πρέπει να γίνουν εντός της τριετίας. Σε περίπτωση που είτε ξεπεράσουν τα τρία έτη, είτε τις τρεις ανανεώσεις, τότε θεωρείται ότι ο εργαζόμενος καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες και η σύμβασή του μετατρέπεται σε αορίστου χρόνου.
2. Διευθέτηση χρόνου εργασίας: Προτείνεται, ανάλογα με τις απαιτήσεις της περιόδου και τις ανάγκες της κάθε επιχείρησης, η δυνατότητα αυξομείωσης των ωρών απασχόλησης. Συγκεκριμένα, οι ώρες εργασίας μπορούν να αυξάνονται κατά δύο ώρες ημερησίως και συνολικά για έξι μήνες το χρόνο, με αντίστοιχη μείωση σε άλλη χρονική περίοδο.
Η προτεινόμενη διευθέτηση του χρόνου εργασίας μπορεί να γίνει με τους παρακάτω τρόπους:
- Με επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις εργασίας
- Με συμφωνία του εργοδότη και συνδικαλιστικής οργάνωσης
- Με συμφωνία του εργοδότη και του συμβουλίου των εργαζομένων
- Με συμφωνία του εργοδότη και ένωσης προσώπων.
Η ένωση προσώπων μπορεί να συσταθεί από το 25% τουλάχιστον των εργαζομένων της επιχείρησης όταν απασχολεί πάνω από 20 εργαζόμενους και το 15% όταν απασχολεί μέχρι 20 εργαζόμενους. Oι επιχειρησιακές ή κλαδικές συμβάσεις μπορούν να καθορίζουν άλλο σύστημα διευθέτησης του χρόνου εργασίας, ανάλογα με τις ιδιαιτερότητες του κλάδου ή της επιχείρησης.
3. Κίνητρο για πρόσληψη νέων: Η τρίτη ρύθμιση έχει στόχο τη διευκόλυνση των νέων για απόκτηση πρώτης εργασιακής εμπειρίας και ένταξής τους στην αγορά εργασίας με πλήρη ασφάλιση στους κλάδους σύνταξης, ασθενείας σε είδος και επαγγελματικού κινδύνου του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ. Οι ασφαλιστικές εισφορές αποδίδονται στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ από τον εργοδότη. Η ρύθμιση η οποία συμπληρώνει τα υπάρχοντα προγράμματα του ΟΑΕΔ επεκτείνοντας το πεδίο εφαρμογής σε όλους τους νέους και όχι μόνο στους εγγεγραμμένους ανέργους, αφορά στην πρόσληψη νέων ηλικίας 18 έως 25 ετών με συμβάσεις διάρκειας μέχρι 24 μήνες και με αποδοχές έως 20% χαμηλότερες από τις προβλεπόμενες για νεοπροσλαμβανόμενο. Προκειμένου να προσλάβουν νέους για απόκτηση εργασιακής εμπειρίας επιπλέον του υφιστάμενου προσωπικού, οι εργοδότες υποχρεούνται να μην έχουν προβεί κατά τους τελευταίους τρεις μήνες σε μείωση προσωπικού, αλλά ούτε και να κάνουν απολύσεις κατά τη διάρκεια της ισχύος αυτών των συμβάσεων. Στην περίπτωση εργοδοτών εποχικής λειτουργίας που συνάπτουν συμβάσεις εργασίας για την απόκτηση επαγγελματικής εμπειρίας, υποχρεούνται να μην έχουν προβεί σε μείωση του εποχικού προσωπικού που απασχολούν σε σχέση με τον αντίστοιχο μήνα του προηγούμενου έτους αλλά ούτε και να προβούν σε μείωση του προσωπικού που απασχολούν κατά τη διάρκεια ισχύος των συμβάσεων αυτών.
(Πηγή: naftemporiki.gr)

Δευτέρα 23 Μαΐου 2011

Όταν ο Ψυχαναγκαστικός Οργασμός Νίκησε το Διευθυντικό Δικαίωμα

Αυτή η είδηση υπέπεσε σήμερα στην αντίληψή μου και την παραθέτω αυτούσια και χωρίς σχόλια: 


Άδεια για να αυνανίζεται για ένα τέταρτο ανά δύο ώρες πήρε από δικαστήριο μια Βραζιλιάνα! Όπως αναφέρουν τα ξένα μέσα ενημέρωσης, η Άνα Καταλίνα Μπεζέρα Σιλβάρες… πάσχει από ψυχαναγκαστικό οργασμό γεγονός που την κάνει να θέλει συνεχώς να έχει οργασμό. Η 36χρονη ισχυρίζεται πως αισθάνεται μεγάλη καταπίεση όταν δε μπορεί να αυνανιστεί ενώ παλιότερα έκανε 40 αυνανισμούς καθημερινά. Η ίδια από μόνη της προσέφυγε στη Δικαιοσύνη ώστε να πάρει την άδεια να κάνει… ελεύθερα τη δουλειά της μιας και υπήρχαν προβλήματα στο λογιστικό γραφείο που εργάζεται. Παράλληλα, λαμβάνει ειδική θεραπεία (με δική της θέληση) ώστε να αυνανίζεται μόνο 18 φορές τη μέρα.
Δεν σχολιάζω. Θα αναφέρω μόνο την εύλογη απορία μιας φίλης: Η δίκη πόση ώρα κράτησε; 


Update 28/5/2011: 'Ανθραξ ο θησαυρός! Ήταν πολύ καλό για να 'ναι αληθινό. Σύμφωνα με τον Βραζιλιάνο δικηγόρο Άρθουρ Ροντρίγκεζ, ο οποίος έλεγξε την εγκυρότητα της είδησης, δεν υπάρχει δικαστήριο εργατικών διαφορών στην περιοχή όπου σύμφωνα με το "ρεπορτάζ" εκδόθηκε η δικαστική απόφαση και ο "γιατρός" που φέρεται να έδωσε την είδηση δεν είναι εγγεγραμένος σε κανέναν ιατρικό σύλλογο της χώρας. Ακόμα και ο δικαστής που φέρεται να εξέδωσε την επίμαχη απόφαση (Antonino Jurenski Garcia) είναι φανταστικό πρόσωπο! Αυτά προς αποκατάσταση της πεζής πραγματικότητας. 

Πέμπτη 28 Απριλίου 2011

Τρεις ανέξοδοι τρόποι να διεκδικήσετε τα δεδουλευμένα σας

Σύμφωνα με τον ειδικό Γραμματέα του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας, Μιχάλη Χάλαρη, το 30% των επιχειρήσεων καθυστερεί να καταβάλει το τελευταίο διάστημα έως και 4 μισθούς. Όπως προκύπτει από ετήσια έκθεση πεπραγμένων του ΣΕΠΕ, πάνω από τις μισές καταγγελίες εργαζομένων στο Σώμα για παραβίαση της εργατικής νομοθεσίας το 2010 αφορούσαν μη καταβολή δεδουλευμένων. Επειδή οι εποχές είναι δύσκολες και η προσφυγή στη δικαιοσύνη δυστυχώς πολυτέλεια, προτείνω τρεις ανέξοδους τρόπους να διεκδικήσετε τα χρήματά σας ή μάλλον να ασκήσετε πίεση στους εργοδότες, ώστε να πληρωθείτε:
α) Καταγγελία στην Επιθεώρηση Εργασίας: Το ΣΕΠΕ, βέβαια, δεν είναι δικαιοδοτικό όργανο. Αυτό σημαίνει ότι δεν εκδίδει δεσμευτικές για τον εργοδότη απόφασεις και δεν διαθέτει μέσα εξαναγκασμού προς συμμόρφωση. Είναι μία διοικητική υπηρεσία του Υπουργείου Εργασίας που απλώς διαμεσολάβει για την επίτευξη συμβιβαστικής επίλυσης των διαφορών που ανακύπτουν μεταξύ εργαζομένων και εργοδοτών, με αφορμή τις μεταξύ τους συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας. Ωστόσο, υποχρεούται να διατυπώνει την απόψή του στο Δελτίο Εργατικής Διαφοράς που συντάσσεται μετά την προσφυγή του μισθωτού και τη συζήτηση, αλλά σε περίπτωση μη συμμόρφωσης του εργοδότη περιορίζεται συνήθως σε μία σύσταση προς τον εργαζόμενο να προσφύγει "στα αρμόδια πολιτικά δικαστήρια". Βέβαια, το ΣΕΠΕ μπορεί να επιβάλει διοικητικές κυρώσεις (πρόστιμα) στον εργοδότη ή ακόμα να υποβάλει για λογαριασμό του μισθωτού μηνυτήρια αναφορά ενώπιον του αρμόδιου Εισαγγελέα, για τη μη καταβολή των πάσης φύσεως δεδουλευμένων αποδοχών του (βλ. αμέσως παρακάτω) Η προσφυγή στο ΣΕΠΕ πολλές φορές μπορεί να φέρει αποτελέσματα, τις περισσότερες φορές όμως όχι. Το σίγουρο είναι ότι δεν χάνετε κάτι (ούτε σε κόπο ούτε σε χρήμα). Αντιθέτως, σε περίπτωση που αποφασίσετε να προσφύγετε στα δικαστήρια για την καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών σας, έχετε στα χέρια σας ακόμη ένα έγγραφο (το "Δελτίο Εργατικής Διαφοράς"), από το οποίο μπορεί να προκύπτουν - έστω και εμμέσως - οι οφειλές του εργοδότη σας.
β) Υποβολή μήνυσης κατά του εργοδότη για μη καταβολή ή για καθυστέρηση στην καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών (Μπορείτε να την υποβάλετε μόνος/η ή μέσω του ΣΕΠΕ). Το εν λόγω αδίκημα προβλέπεται στο άρθρο μόνο του Α.Ν. 690/1945. Σύμφωνα με αυτό "κάθε εργοδότης ή διευθυντής ή επιτετραμμένος ή με οποιονδήποτε τίτλο εκπρόσωπος οποιασδήποτε επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή εργασίας, ο οποίος δεν καταβάλλει εμπρόθεσμα στους απασχολουμένους σε αυτόν τις οφειλόμενες συνεπεία της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας πάσης φύσεως αποδοχές, που καθορίζονται είτε από τη σύμβαση εργασίας είτε από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας είτε από αποφάσεις διαιτησίας είτε από το νόμο ή έθιμο είτε σύμφωνα με το άρθρο 10 του ν. 3198/1955, συνεπεία της θέσεως των εργαζομένων σε κατάσταση διαθεσιμότητας, τιμωρείται κατόπιν μηνύσεως των ενδιαφερομένων ή των οργάνων του Υπουργείου Εργασίας ή των οργάνων της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης που είναι εντεταλμένα για την εφαρμογή της εργατικής νομοθεσίας ή της οικείας Αστυνομικής Αρχής ή της οικείας επαγγελματικής οργάνωσης των εργαζομένων, με φυλάκιση μέχρι έξι (6) μήνες και χρηματική ποινή, της οποίας το ποσό δεν μπορεί να ορίζεται κάτω του 25% ούτε πάνω του 50% του καθυστερούμενου χρηματικού ποσού, για την εξεύρεση του οποίου οι τυχόν σε είδος οφειλόμενες αποδοχές πρέπει να αποτιμώνται, με τη σχετική απόφαση, σε χρήμα". Η ποινική απόφαση που θα εκδοθεί ΔΕΝ θα σας επιδικάσει χρήματα. Θα επιβάλλει ποινή φυλάκισης και χρηματική ποινή στον εργοδότη σας. Υπό το φόβο μίας ποινικής καταδίκης (ακόμα κι αν δεν μπει φυλακή), είναι πολύ πιθανό να πληρώσει. Στο ποινικό δικαστήριο για παράβαση του παραπάνω νόμου δεν επιτρέπεται παράσταση πολιτικής αγωγής, δηλαδή δεν επιτρέπεται να παρασταθείτε με δικηγόρο. Εξάλλου, δεν σας χρειάζεται δικηγόρος (αυτό σημαίνει ότι γλιτώνετε τα έξοδα παράστασης). 
γ) Σε περίπτωση σημαντικής καθυστέρησης (η καθυστέρηση π.χ. τριών ή τεσσάρων μηνών είναι μία τέτοια περίπτωση) μπορείτε να ασκήσετε το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας σας. Για τις προϋποθέσεις άσκησης αυτού του δικαιώματος και τις συνέπειες του στην σχέση εργασίας δείτε εδώ.
Τρόποι υπάρχουν κι άλλοι. Απλώς αυτοί είναι τζάμπα!       

Τρίτη 19 Απριλίου 2011

Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα: Απαγόρευση βιντεοεπιτήρησης των εργαζομένων

Η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα εξέδωσε την Οδηγία 1/2011, που αφορά στη χρήση συστημάτων βιντεοεπιτήρησης για την προστασία προσώπων και αγαθών. Η εν λογω Οδηγία εφαρμόζεται  στην επεξεργασία δεδομένων εικόνας ή/και ήχου που πραγματοποιείται μέσω συστημάτων βιντεοεπιτήρησης από πάσης φύσεως δημόσιους φορείς ή από φυσικά ή νομικά πρόσωπα για τον σκοπό της προστασίας προσώπων ή/και αγαθών στον οποίο εντάσσονται και ειδικές περιπτώσεις παροχής υπηρεσιών υγείας. 
Ειδικά, όσον αφορά στους χώρους εργασίας, το άρθρο 7 της Οδηγίας προβλέπει ότι το σύστημα βιντεοεπιτήρησης δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται για την επιτήρηση των εργαζομένων εντός των χώρων αυτών, εκτός από ειδικές εξαιρετικές περιπτώσεις όπου αυτό δικαιολογείται από τη φύση και τις συνθήκες εργασίας και είναι απαραίτητο για την προστασία της υγείας και της ασφάλειας των εργαζομένων ή την προστασία κρίσιμων χώρων εργασίας (π.χ.  στρατιωτικά εργοστάσια, τράπεζες,  εγκαταστάσεις υψηλού κινδύνου).  Για παράδειγα,  σε έναν τυπικό χώρο γραφείων επιχείρησης, η βιντεοεπιτήρηση πρέπει να περιορίζεται σε χώρους εισόδου και εξόδου, χωρίς να επιτηρούνται συγκεκριμένες αίθουσες γραφείων ή διάδρομοι.  Εξαίρεση μπορεί να αποτελούν συγκεκριμένοι χώροι,  όπως ταμεία ή χώροι με χρηματοκιβώτια,  ηλεκτρομηχανολογικό εξοπλισμό κλπ.,  υπό τον όρο ότι οι κάμερες εστιάζουν στο αγαθό που προστατεύουν κι όχι στους χώρους των εργαζομένων.  Επίσης,  σε ειδικούς χώρους,  όπως χώροι με ηλεκτρομηχανολογικές εγκαταστάσεις ο υπεύθυνος βάρδιας ή ο υπεύθυνος ασφαλείας μπορεί να παρακολουθεί σε πραγματικό χρόνο τους χειριστές μηχανημάτων υψηλής επικινδυνότητας, με σκοπό να επέμβει άμεσα αν συμβεί κάποιο περιστατικό ασφαλείας.  
Τονίζεται, πάντως ότι σε κάθε περίπτωση, τα δεδομένα που συλλέγονται μέσω συστήματος βιντεοεπιτήρησης δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιηθούν ως αποκλειστικά κριτήρια για την αξιολόγηση της συμπεριφοράς και της αποδοτικότητας των εργαζομένων.

Παρασκευή 15 Απριλίου 2011

15.611 παραβιάσεις της εργατικής νομοθεσίας το 2010

Δόθηκε στη δημοσιότητα η έκθεση πεπραγμένων του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας για το 2010, σύμφωνα με την οποία οι υπηρεσίες του ΣΕΠΕ πραγματοποίησαν συνολικά 56.769 ελέγχους κατά το έτος 2010 και προχώρησαν στην επιβολή 15.611 κυρώσεων εις βάρος εργοδοτών που παραβίασαν την εργατική νομοθεσία, εκ των οποίων 5.933 μηνύσεις, 8.313 πρόστιμα συνολικού ύψους 16.053.300 ευρώ και 1.365 διακοπές εργασιών.

Η υπηρεσία Τεχνικών και Υγειονομικών Επιθεωρητών διερεύνησε τις αιτίες 5.721 εργατικών ατυχημάτων.  Τα 94 από αυτά ήταν θανατηφόρα, τα 31 εκ των οποίων χαρακτηρίσθηκαν ως οφειλόμενα σε παθολογικά αίτια με βάση τις ιατροδικαστικές εκθέσεις.

Οι Κοινωνικοί Επιθεωρητές του ΣΕΠΕ διενέργησαν 20.555 εργατικές διαφορές εκ των οποίων επιλύθηκαν οι 9.435 με την καταβολή 20.699.232 ευρώ στους εργαζόμενους, Παράλληλα συμμετείχαν σε 8.758 κοινούς ελέγχους μεικτών κλιμακίων ΣΕΠΕ-ΙΚΑ κατά τους οποίους σε σύνολο 25.786 εργαζομένων, 6.855 βρέθηκαν ανασφάλιστοι και επιβλήθηκαν 2.742 πρόστιμα ύψους 3.233.500 ευρώ.
Σύμφωνα με την ανακοίνωση του οργανισμού στο ετήσιο πρόγραμμα δράσης που καταρτίστηκε για το 2011 προβλέπεται η διενέργεια συνολικά 65.299 ελέγχων. (πηγή: www.enet.gr)

Τετάρτη 13 Απριλίου 2011

Δημόσιοι Υπάλληλοι: Άδειες άνευ αποδοχών και μερική απασχόληση


Τη δυνατότητα να παίρνουν οι δηµόσιοι υπάλληλοι άδειες άνευ αποδοχών και παράλληλα να µπορούν να απασχολούνται στον ιδιωτικό τοµέα διερευνά η κυβέρνηση. 

Ειδικότερα, μάλιστα, σύµφωνα µε τα σενάρια που µελετά το κυβερνητικό επιτελείο, εάν ο αριθµός των υπαλλήλων που βγαίνουν ετησίως στη σύνταξη δεν είναι αντίστοιχος µε τον στόχο, τότε θα µπορούσαν να δοθούν κίνητρα στους δηµοσίους υπαλλήλους να αποχωρήσουν προσωρινά από τη θέση τους διασφαλίζοντας όµως τη δυνατότητα επιστροφής τους.
Όπως εξηγούν κυβερνητικοί παράγοντες, θα µπορούσε κάποιος δηµόσιος υπάλληλος να πάρει άδεια άνευ αποδοχών, να εργαστεί για πέντε χρόνια στον ιδιωτικό τοµέα και αµέσως µετά να επιστρέψει στη θέση του έχοντας µάλιστα αποκτήσει και την εµπειρία της εργασίας από την ελεύθερη αγορά.
Ακόμα η κυβέρνηση εξετάζει και το ενδεχόµενο να επιτραπεί η δυνατότητα µερικής απασχόλησης στο Δηµόσιο. Αυτό στην πράξη σηµαίνει, σύµφωνα µε κυβερνητικά στελέχη, ότι µία µητέρα ανήλικων παιδιών για παράδειγµα θα µπορούσε να εργάζεται µόνο τρεις ηµέρες την εβδοµάδα, κάτι που σηµαίνει ότι και η µισθοδοσία της θα τύχαινε της ανάλογης προσαρµογής. Η μερική απασχόληση θα αφορά κατά κύριο λόγο - αν όχι αποκλειστικά - τους νεοπροσλαμβανόμενους.
Έτσι, στο πλαίσιο του κανόνα 5 αποχωρήσεις/1 πρόσληψη, ορισμένοι από τους νέους υπαλλήλους μπορεί να δουλεύουν σε καθστώς μερική απασχόλησης.
(πηγή: www.tanea.gr)

Παρασκευή 8 Απριλίου 2011

Δανεισμός Μισθωτών

Ανέβασα χθες μια κανούρια θεματική ενότητα υπό τον τίτλο "Δανεισμός Μισθωτών", όπως βλέπετε στο πάνω δέξια μέρος του blog. Κάποιος φίλος με ρώτησε αν με τον όρο αυτό εννοώ τα κάθε λογής δάνεια που παίρνουν οι εργαζόμενοι από τις τράπεζες. ΟΧΙ ! Φυσικά και δεν εννοώ αυτό. Η εποχή των πιστώσεων τελείωσε για όλους, είμαστε στην εποχή των εισπράξεων. Οπότε, αν ήθελα να ασχοληθώ με αυτού του είδους τα δάνεια, θα ανέβαζα σελίδα με τον πολύ πιασάρικο τελευταία τίτλο "υπερχρεωμένα νοικοκυριά" και όχι "δανεισμός μισθωτών". 
Στη νέα αυτή ενότητα περιγράφονται οι όροι εγκυρότητας της παραχώρησης ενός μισθωτού από μία επιχείρηση σε άλλη, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των μερών (δανείζοντος και δανειζόμενου εργοδότη και εργαζομένου) καθώς και ορισμένα άλλα ενδιαφέροντα νομικά ζητήματα που προκύπτουν από αυτή την τριμερή σχέση. Σημειώνω εδώ ότι δεν πρόκειται για τις περιπτώσεις του κατ' επάγγελμα δανεισμού που συνδέεται με το φαινόμενο της προσωρινής απασχόλησης και στις οποίες εμπλέκονται οι Εταιρίες Προσωρινής Απασχόλησης, αλλά για εκείνες του λεγόμενου γνήσιου δανεισμού. Για την προσωρινή απασχόληση και το μη γνήσιο δανεισμό θα ανέβει προσεχώς νέα θεματική ενότητα, με τίτλο "ελαστικές σχέσεις εργασίας" (ή κάτι παρόμοιο).  

Τετάρτη 24 Μαρτίου 2010

Στον Άρειο Πάγο για συνδικαλισμό στρατιωτικών


Η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, στην οποία παραπέμφθηκε το ζήτημα ως μείζονος σπουδαιότητας, καλείται να αποφανθεί αν είναι επιτρεπτή η άσκηση συνδικαλιστικής δράσης στις Ενοπλες Δυνάμεις.
Αφορμή αποτέλεσε απόφαση του Εφετείου Αθηνών που δεν επέτρεψε την ίδρυση συνδικαλιστικού σωματείου με τίτλο Ενωση Αξιωματικών Ενόπλων Δυνάμεων, απορρίπτοντας τη σχετική αίτηση. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, σε αντίθεση με το Πρωτοδικείο, που το 2005 είχε δεχτεί ότι είναι συνταγματικά ανεκτή η ίδρυση του σωματείου, έκρινε ότι ο περιορισμός που θέτει το Σύνταγμα και η νομοθεσία ως προς τον συνδικαλισμό στις Ενοπλες Δυνάμεις είναι θεμιτός και ότι στην περίπτωση αυτή δεν μπορούν να εφαρμοστούν αναλογικά οι διατάξεις περί συνδικαλισμού στην ΕΛΑΣ. Οι εφέτες υποστήριξαν ότι οι σκοποί του καταστατικού του σωματείου είναι αντίθετοι στις συνταγματικές επιταγές και πάσχουν από ακυρότητα, καθώς προκύπτει πρόθεση ανάμειξης στον τρόπο οργάνωσης και λειτουργίας των Ενόπλων Δυνάμεων και τον τρόπο προστασίας της έννομης τάξης που συνταγματικώς έχει ανατεθεί στην κρατική εξουσία. Η υπόθεση παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια από το Δ' τμήμα, το οποίο δεν τοποθετήθηκε στα νομικά ζητήματα. (Πηγή: www.enet.gr)

Τετάρτη 3 Μαρτίου 2010

ΑΠ 873/2009 - Έννοια εργοδότη: Είναι ο αληθινός φορέας της επιχείρησης και όχι εκείνος που ανήγγειλε τη σύμβαση εργασίας.


Αριθμός 873/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα 

 ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ [...]
 Επειδή, από το συνδυασμό των άρθρων 648, 651, 652 και 653 ΑΚ προκύπτει ότι επί 
συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας ο μισθωτής της εργασίας (εργοδότης) είναι συνήθως, αλλά 
όχι πάντοτε, ο κύριος της επιχειρήσεως προς εξυπηρέτηση των συμφερόντων της οποίας 
συνάπτεται η σύμβαση. Εάν υφίσταται αμφισβήτηση ως προς το πρόσωπο του εργοδότη, για τον 
προσδιορισμό της ως άνω ιδιότητας αποβλέπουμε πρώτα στο πρόσωπο εκείνου προς το συμφέρον 
του οποίου παρέχεται η εργασία, αυτός δε είναι ο φορέας της επιχειρήσεως και περαιτέρω 
αποβλέπομε στο πρόσωπο, φυσικό ή νομικό που φέρει τις δαπάνες και τους κινδύνους της 
επιχειρήσεως. Στην προκείμενη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το 
Εφετείο δέχτηκε ανελέγκτως τα εξής: Δυνάμει του υπ' αριθ. ...συμβολαίου της 
συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Πουλαντζά-Αγρέβη συνεστήθη η έκτη αναιρεσίβλητη εδρεύουσα 
στο ... μονοπρόσωπη τότε εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την αρχική επωνυμία "... ....-
Διαφήμηση στο διαδίκτυο και Υπηρεσίες Μέσων Επικοινωνίας" και το διακριτικό τίτλο "...". 
Μοναδικός εταίρος της πιο πάνω εταιρίας που προέβη στη σύσταση αυτής υπήρξε η εδρεύουσα 
στο Μόναχο της Γερμανίας δεύτερη αναιρεσείουσα εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την τότε 
επωνυμία "... ..... ..... .....", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο της Χ1. Ο 
τελευταίος συνδεόταν με την εν λόγω αλλοδαπή εταιρία με σχέση εξαρτημένης εργασίας 
δυνάμει της από 1-7-2000 σχετικής συμβάσεως μεταξύ τους, ενώ με το πιο πάνω συμβόλαιο 
ορίστηκε ως διαχειριστής και νόμιμος εκπρόσωπος της νεοϊδρυθείσας ελληνικής εταιρίας. 
Ακολούθως με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, η δεύτερη 
αναιρεσείουσα η οποία στο μεταξύ είχε μεταβάλει την επωνυμία της σε "...", μεταβίβασε 
μέρος των εταιρικών μεριδίων της ως άνω ελληνικής εταιρίας κατά ποσοστό 21,3% στην 
εδρεύουσα στο Μόναχο της Γερμανίας πρώτη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρία με την τότε 
επωνυμία "..... ... ...". Έτσι η ως άνω ελληνική εταιρία μετατράπηκε σε πολυπρόσωπη 
εταιρία περιορισμένης ευθύνης, με αντίστοιχη τροποποίηση του καταστατικού της που 
δημοσιεύθηκε νόμιμα, ενώ διαχειριστής της παρέμεινε ο ίδιος ως άνω Χ1 με εξουσίες 
εκπροσώπησης και διαχείρισης της. Στη συνέχεια η παραπάνω ελληνική εταιρία, 
εκπροσωπούμενη από τον ως άνω διαχειριστή της, προσέλαβε με συμβάσεις εξαρτημένης 
εργασίας αορίστου χρόνου τους πέντε πρώτους αναιρεσιβλήτους και ειδικότερα: α) τον πρώτο 
την 17-9-2001 ως διευθυντή marketing και πωλήσεων με μηνιαίες αποδοχές 4.402 ευρώ, β) το 
δεύτερο την 31-1-2001 ως γενικό διευθυντή marketing με μηνιαίες αποδοχές 3.143 ευρώ, γ) 
την τρίτη την 5-2-2002 ως υπάλληλο γραφείου στον τομέα των πωλήσεων με μηνιαίες αποδοχές 
2.347,76 ευρώ, δ) την τέταρτη την 1-11-2001 ως γραμματέα με μηνιαίες αποδοχές 672 ευρώ 
και ε) την πέμπτη την 7-3-2001 ως υπεύθυνη πωλήσεων και εξυπηρέτησης πελατών με μηνιαίες 
αποδοχές 918,50 ευρώ. Με την έναρξη των εργασιών της ως άνω ελληνικής εταιρίας οι 
αναιρεσείουσες αλλοδαπές μητρικές εταιρίες ενίσχυαν οικονομικά αυτή προκειμένου να 
ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της. Είναι δε χαρακτηριστικό ότι οι αναιρεσείουσες συνεχώς 
για χρονικό διάστημα δύο ετών απέστειλαν προς την τελευταία εμβάσματα ύψους 13.000.000 
δρχ. περίπου, για τη μισθοδοσία των εργαζομένων αυτής, σύμφωνα και με τον τηρούμενο 
λογαριασμό στην Τράπεζα ... ....... Οι αναιρεσείουσες ισχυρίζονται ότι οι ως άνω 
αποστολές χρημάτων προς την ελληνική θυγατρική τους εταιρία αποτελούσαν παροχές και 
προσωρινές διευκολύνσεις με τη μορφή δανείων που θα καλύπτονταν από τα έσοδα της 
τελευταίας, σύμφωνα με τις διαβεβαιώσεις του διαχειριστή της, δηλαδή θα επιστρέφονταν σ' 
αυτές αν υλοποιούνταν το προσοδοφόρο επιχειρησιακό σχέδιο που είχε εκπονήσει και 
σχεδιάσει ο ίδιος. Πλην όμως ο ισχυρισμός αυτός των αναιρεσειουσών δεν ασκεί έννομη 
επιρροή στην αποδεικνυόμενη, όχι μόνο από τις εν λόγω χρηματοδοτήσεις, αλλά και από τα 
πιο κάτω λοιπά στοιχεία, πλήρη διοικητική και λειτουργική εξάρτηση της ελληνικής και 
θυγατρικής εταιρίας από τις αναιρεσείουσες αλλοδαπές μητρικές εταιρίες, χωρίς να 
αναιρείται αυτή από την όποια λογιστική αιτιολόγηση των εκροών των κεφαλαίων αυτών από 
τα ταμεία των τελευταίων. Οι πέντε πρώτοι αναιρεσίβλητοι εργαζόμενοι, κατά την εκτέλεση 
των καθηκόντων τους υπάγονταν μεν φαινομενικά στον έλεγχο του ως άνω διαχειριστή της 
ελληνικής θυγατρικής εταιρίας, στην πραγματικότητα όμως ελάμβαναν οδηγίες, εντολές και 
κατευθύνσεις για την εκτέλεση της ως άνω εργασίας τους απ' ευθείας από τα στελέχη των 
αλλοδαπών μητρικών επιχειρήσεων, χωρίς τη μεσολάβηση του πρώτου. Ακόμη οι εν λόγω 
αναιρεσίβλητοι, εκτός από την πιο πάνω υποχρέωση επικοινωνίας είχαν και την υποχρέωση 
απευθείας ενημερώσεως των στελεχών των αναιρεσειουσών εταιριών για τον κύκλο εργασιών 
(τζίρο) της ελληνικής εταιρίας, αλλά και για κάθε σημαντικό θέμα αυτής, με την αποστολή 
σχετικών εβδομαδιαίων αναφορών τους. Επίσης τα στελέχη των αναιρεσειουσών εταιριών 
παρακολουθούσαν και αξιολογούσαν την απόδοση του προσωπικού όλων των επιχειρήσεων του 
ομίλου, μεταξύ δε αυτών και των πέντε πρώτων αναιρεσιβλήτων έτσι ώστε στην 
πραγματικότητα να ασκείται το διευθυντικό δικαίωμα επ' αυτών εκ μέρους των πρώτων. Τούτο 
ήταν δυνατό να πραγματοποιηθεί παρά τη μεσολάβηση μεγάλων αποστάσεων μεταξύ των τόπων 
εγκαταστάσεως των εταιριών του ομίλου, ενόψει της ευρείας χρήσης των νέων τεχνολογιών 
για την επικοινωνία μεταξύ αυτών. Ακόμη είναι χαρακτηριστικό ότι τα στελέχη των ως άνω 
εταιριών συνόδευαν τον Χ1 στις επαγγελματικές του συναντήσεις με υποψήφιους πελάτες 
προκειμένου να προσδώσουν κύρος και αξιοπιστία στην έκτη αναιρεσίβλητη, αφού αυτή 
εμφανιζόταν ως μέλος του Ομίλου εταιριών ........ Τα παραπάνω ενισχύονται και από το 
Εγχειρίδιο Εσωτερικής Επικοινωνίας και το Εγχειρίδιο Εταιρικού Σχεδιασμού του παραπάνω 
Ομίλου στην Ευρώπη, στα οποία απεικονίζονται με χαρακτηριστικά διαγράμματα οι σχέσεις 
της μητρικής με τις θυγατρικές εταιρίες, ενώ τονίζεται η διεθνής συνοχή και η λειτουργία 
του Ομίλου ως ενιαίας επιχείρησης για την επίτευξη επικερδών επιχειρήσεων. Αναφέρεται δε 
σ' αυτά ότι όλες οι θυγατρικές εταιρίες απαιτείται να εφαρμόσουν σε κάθε περίπτωση και 
στο σύνολο τους τις κατευθυντήριες γραμμές που είναι δεσμευτικές ... Επίσης, η δεύτερη 
αναιρεσείουσα αλλοδαπή μητρική εταιρία κατά της σύσταση της έκτης αναιρεσίβλητης όρισε 
ως κεφάλαιο αυτής το ελάχιστο απαιτούμενο από τον τότε ισχύοντα νόμο ποσόν των 6.000.000 
δρχ. (άρθρο 4 του ν. 3190/1955), γεγονός που είχε ως συνέπεια να εξαρτάται η επιβίωση 
της από τη χρηματοδότηση της εκ μέρους των μητρικών εταιριών. Τούτο υποδηλώνει τον πλήρη 
έλεγχο και τη δεσπόζουσα επιρροή της ελληνικής θυγατρικής εταιρίας από τις 
αναιρεσείουσες μητρικές εταιρίες, δεδομένου ότι η πρώτη δεν είχε καμιά πραγματική 
δυνατότητα να αποφασίσει η ίδια για το μέλλον της και γι' αυτήν ακόμη την ύπαρξη της. 
....Ο ισχυρισμός των αναιρεσειουσών περί πλήρους ελευθερίας και ανεξαρτησίας του 
διαχειριστή της έκτης αναιρεσίβλητης είναι αβάσιμος και αναιρείται από τον ίδιο τον 
τρόπο κατάργησης τούτου από τις αλλοδαπές μητρικές εταιρίες και διορισμού πληρεξουσίων 
της επιλογής τους και συγκεκριμένα στελεχών αυτών για να προβούν στις καταγγελίες των 
συμβάσεων εργασίας των εργαζομένων και στις λοιπές ενέργειες.....Οι ενάγοντες - πέντε 
πρώτοι αναιρεσίβλητοι -, προσέφεραν κανονικά τις υπηρεσίες τους χωρίς να δημιουργηθεί 
κανένα πρόβλημα έως και την 31-5-2002, οπότε για πρώτη φορά δεν τους καταβλήθηκαν οι 
δεδουλευμένες αποδοχές τους και συγκεκριμένα ο μισθός του Μαΐου 2002. Στις διαμαρτυρίες 
τους προς τον διαχειριστή της έκτης αναιρεσίβλητης και τους νομίμους εκπροσώπους των 
αναιρεσειουσών, οι τελευταίοι τους διαβεβαίωσαν ότι επρόκειτο για προσωρινή ταμειακή 
δυσχέρεια λόγω καθυστέρησης των εμβασμάτων από τη Γερμανία. Ενόψει των διαβεβαιώσεων 
αυτών οι ενάγοντες εξακολούθησαν κανονικά την εργασία τους μέχρι 1-7-2002, οπότε ο 
διαχειριστής της έκτης αναιρεσίβλητης Χ1 μαζί με τον εμφανισθέντα εκπρόσωπο των 
αναιρεσειουσών εταιριών Ε1 τους ανακοίνωσε ότι οι τελευταίες είχαν αποφασίσει να 
καταγγείλουν τις συμβάσεις εργασίας τους χωρίς την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης 
τους. Μετά ταύτα την 4 και 5/7-2002 επιδόθηκε στον καθένα ξεχωριστά η καταγγελία της 
συμβάσεως εργασίας τους που είχε υπογραφεί από τον ως άνω Ε1, χωρίς όμως να τους 
καταβληθεί και η νόμιμη αποζημίωση. Τότε οι ενάγοντες για πρώτη φορά πληροφορήθηκαν ότι 
η έκτη αναιρεσίβλητη, φερόμενη ως εργοδότρια εταιρία, είχε υποβάλει την από 1-7-2002 
δήλωση αναστολής πληρωμών της, ενώ ο έως τότε διαχειριστής της Χ1 είχε υποβάλει την 
παραίτηση του, με ισχύ από την 1-7-2002, από τη θέση του διαχειριστή μετά την από 15-5-
2002 καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του από την Γερμανική εταιρία η οποία ως εταίρος 
της ελληνικής Ε.Π.Ε τον είχε ορίσει διαχειριστή. Μετά την παραίτηση του ως άνω 
διαχειριστή η διαχείριση και εκπροσώπηση της έκτης αναιρεσίβλητης περιήλθε στους 
εταίρους αυτής αναιρεσείουσες εταιρίες, οι οποίες την ασκούσαν με τους νομίμους 
εκπροσώπους τους. Ακολούθως, η έκτη αναιρεσίβλητη κηρύχθηκε σε κατάσταση πτωχεύσεως με 
την υπ' αριθμ. 1432/7-11-2002 απόφαση του Πολυμελούς πρωτοδικείου Αθηνών με ημερομηνία 
παύσεως πληρωμών την 1-7-2002. .... Στη συνέχεια το Εφετείο δέχτηκε ότι με βάση τα 
παραπάνω, η έκτη αναιρεσίβλητη ελληνική θυγατρική εταιρία βρισκόταν υπό την απόλυτη 
κυριαρχική εξάρτηση των αναιρεσειουσών εταιριών και ως εκ τούτου οι πέντε πρώτοι 
αναιρεσίβλητοι τυπικά μόνο ήταν προσωπικό της πρώτης, ενώ στην πραγματικότητα ήταν 
προσωπικό των τελευταίων..... Η περιορισμένη χορήγηση κεφαλαίων στην ελληνική θυγατρική 
εταιρία την καθιστούσε εξ αρχής αφερέγγυο ως προς τις αναληφθείσες υποχρεώσεις, ενώ η 
απόφαση τους να διακόψουν τη μηνιαία χρηματοδότηση της προεξοφλούσε την αδυναμία της να 
ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της. Η συμπεριφορά των αναιρεσειουσών αλλοδαπών εταιριών, 
έναντι των πέντε πρώτων αναιρεσιβλήτων, ήταν κακόπιστη, δεδομένου ότι αν και ασκούσαν οι 
ίδιες στην πραγματικότητα τις εργοδοτικές λειτουργίες, από το Μάιο του έτους 2002 
μεθόδευσαν την κατάρρευση της ελληνικής θυγατρικής τους εταιρίας με την απότομη διακοπή 
καταβολής των λειτουργικών δαπανών και μισθών, την απόλυση του διαχειριστή που ήταν 
δικός τους υπάλληλος, καθώς και τη ρητή εξουσιοδότηση σε στελέχη τους να προβούν στην 
απόλυση του προσωπικού χωρίς την καταβολή αποζημιώσεων. Αυτές δε ενώ διαβεβαίωναν τους 
πέντε πρώτους αναιρεσείοντες εργαζομένους για τα αντίθετα, στη συνέχεια εντελώς 
καταχρηστικά πρόβαλαν τον ισχυρισμό της νομικής αυτοτέλειας της ελληνικής θυγατρικής 
τους εταιρίας και παρέπεμψαν αυτούς στις διαδικασίες της πτωχευτικής εκκαθάρισης. Με 
βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι εφόσον οι αναιρεσείουσες ασκούσαν 
συστηματικά τις εργοδοτικές λειτουργίες έναντι των πέντε πρώτων αναιρεσιβλήτων, η 
επίκληση της νομικής τους αυτοτέλειας της ελληνικής θυγατρικής εταιρίας, προς αποφυγή 
των πηγαζουσών από τις ως άνω συμβάσεις εργασίας των πέντε αναιρεσιβλήτων υποχρεώσεων 
τους είναι καταχρηστική και απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την έφεση που είχαν ασκήσει 
οι αναιρεσείουσες κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε γίνει δεκτή ως νόμιμη 
και κατ' ουσίαν βάσιμη η αγωγή των εν λόγω αναιρεσιβλήτων για καταβολή των οφειλομένων 
δεδουλευμένων αποδοχών, αποζημιώσεως λόγω απολύσεως κ.λ.π. Με την κρίση του αυτή το 
Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις προαναφερθείσες διατάξεις 
ουσιαστικού δικαίου, διέλαβε δε στην απόφαση του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις 
αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ιδιότητα των 
αναιρεσιουσών Εταιριών ως ουσιαστικών εργοδοτών των πέντε πρώτων αναιρεσιβλήτων, προς 
τις οποίες παρείχαν την εργασία τους και από τις οποίες ελάμβαναν τον συμφωνηθέντα μισθό 
τους και ορθώς απέρριψε τον ισχυρισμό των αναιρεσειουσών περί μη ευθύνης αυτών λόγω της 
νομικής αυτοτέλειας τους, δεδομένου ότι με βάση τα πιο πάνω δεκτά γενόμενα ο εν λόγω 
ισχυρισμός δεν ασκεί έννομη επιρροή. Επομένως όλοι οι λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 559 
αρ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.  

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ 

 Απορρίπτει την από 1-5-2007 αίτηση των αλλοδαπών εταιριών με την επωνυμία: α) ..... .. 
και β) ..... ...... ...., για αναίρεση της 1702/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. 

 Και 

 Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στη δικαστική δαπάνη των παρόντων αναιρεσιβλήτων την 
οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1200) ευρώ.

 Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαρτίου 2009.

 Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Απριλίου 2009.

         Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ                                Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ 

Δευτέρα 4 Ιανουαρίου 2010

ΑΠ 1583/2009 - Μερική απασχόληση, Καταχρηστική άσκηση δικαιώματος, Παραίτηση μισθωτού από δικαίωμα, Αδικοπραξία. Άκυρη σύμβαση μερικής απασχόλησης που δεν έγινε κατά τον αναγκαίο έγγραφο τύπο. Παράνομη παρακράτηση διαβατηρίου και λοιπών νομιμοποιητικών εγγράφων αλλοδαπού εργαζομένου από τους εργοδότες του προκειμένου να μην ασκήσει τα παρεχόμενα από την εργατική νομοθεσία δικαιώματά του, εξύβριση και εξαναγκασμός του να αποχωρήσει από την εργασία του. Συνιστούν αδικοπρακτική συμπεριφορά που προκάλεσε στον αλλοδαπό εργαζόμενο ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας αυτός δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης.

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα----- 
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Μαϊου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1)Χ1 και 2)Χ2, αμφοτέρων κατοίκων .... Ο 1ος παραστάθηκε στο ακροατήριο και ο 2ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Λάλλα. 
Του αναιρεσιβλήτου: ..., κατοίκου... ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πέτρο Μαρκέτο.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με το άρθρο 2 του ν. 2639/1998 αντικαταστάθηκε το άρθρο 38 του Ν. 1892/1990 και ορίστηκε στην παράγραφο 1 ότι κατά τη σύσταση της συμβάσεως εργασίας, ή κατά τη διάρκειά της, ο εργοδότης και ο μισθωτός μπορούν με έγγραφη ατομική σύμβαση να συμφωνήσουν, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ημερήσια ή εβδομαδιαία ή δεκαπενθήμερη ή μηνιαία εργασία, η οποία θα είναι μικρότερης διάρκειας από την κανονική (μερική απασχόληση) και ότι η συμφωνία αυτή, εφόσον μέσα σε δεκαπέντε (15) ημέρες από την κατάρτισή της, δεν γνωστοποιηθεί στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας, τεκμαίρεται ότι καλύπτει σχέση εργασίας με πλήρη απασχόληση. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι για την κατάρτιση της συμβάσεως μερικής απασχολήσεως απαιτείται κατά το νόμο έγγραφος τύπος, ο οποίος είναι συστατικός, η δε μη τήρηση αυτού συνεπάγεται την ακυρότητα του συγκεκριμένου όρου της σχετικής συμβάσεως. Η εν λόγω ακυρότητα, η οποία, κατά το άρθρο 159 ΑΚ., είναι απόλυτη και λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, δεν θεραπεύεται και αν ακόμη εκπληρωθεί η σύμβαση με επίγνωση της ελλείψεως του απαιτούμενου τύπου. Εξάλλου, από τα άρθρα 57,59,299,914, 919, 932 ΑΚ και 361 ΠΚ συνάγεται ότι αν κάποιος παράνομα προσβάλλεται στην προσωπικότητά του, ιδίως δε στην τιμή ή την υπόληψή του, από συμπεριφορά άλλου, νοούμενη ως θετική πράξη ή ως παράλειψη θετικής πράξεως, επιβαλλόμενης σ' αυτόν από το νόμο ή από δικαιοπραξία ή από την, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, καλή πίστη, ή προσβάλλεται στην προσωπικότητά του κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη, προσβάλλεται δε από πρόθεση, το δικαστήριο μπορεί, αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, να καταδικάσει τον προσβολέα να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη εκείνου που έχει προσβληθεί. Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος υπάρχει όταν, από την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν, η εκ των υστέρων άσκηση του δικαιώματος έρχεται σε προφανή αντίθεση προς την ευθύτητα και εντιμότητα που πρέπει να κρατούν στις συναλλαγές, ή προς τα επιβαλλόμενα χρηστά συναλλακτικά ήθη, ή προς τον κοινωνικό ή τον οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, έτσι ώστε η ενάσκηση του δικαιώματος αυτού να προσκρούει στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλ' απαιτείται να συντρέχουν επιπρόσθετα ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή τις καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που τίθενται με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. Τέλος, οι αναιρετικοί λόγοι των αριθμών 1 εδαφ. α και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύονται, ο μεν πρώτος, αν το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών διαπιστώσεων του στο εννοιολογικό περιεχόμενο του εν λόγω κανόνα, ο δε δεύτερος, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος. Η θεμελίωση του τελευταίου λόγου προϋποθέτει ελλείψεις σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όπως είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε, κατά κρίση ανέλεγκτη, τα ακόλουθα: " Οι εναγόμενοι (αναιρεσείοντες), ο πρώτος των οποίων Χ1 είναι πατέρας του δεύτερου τούτων Χ2, διατηρούν από κοινού επιχείρηση παραγωγής και εμπορίας γαλακτοκομικών προϊόντων βοοειδών τα οποία εκτρέφονται σε αγρόκτημα τους (φάρμα), που κείται στη θέση ... της νήσου .... Περαιτέρω, ο ενάγων (αναιρεσίβλητος) ο οποίος φέρει ιθαγένεια χώρας εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ειδικότερα εκείνης του Πακιστάν, προσελήφθη από τους εναγόμενους κατά μήνα Αύγουστο του έτους 1999, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του στην προαναφερόμενη επιχείρηση αυτών ως ανειδίκευτος εργάτης, εκτελώντας τις εργασίες του ταΐσματος και ποτίσματος των βοοειδών και προεχόντως της καθαριότητας της ανωτέρω φάρμας, εργαζόμενος επί έξι ημέρες την εβδομάδα και επί οκτώ ώρες ημερησίως, και αμειβόμενος με τις καθοριζόμενες από τις εκάστοτε ισχύουσες Εθνικές Γενικές Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας αποδοχές, που αντιστοιχούν σε ανειδίκευτο, άγαμο και χωρίς προϋπηρεσία εργάτη. Σε εκτέλεση λοιπόν των μεταξύ των διαδίκων συμφωνηθέντων ο ενάγων προσέφερε, υπό την προαναφερόμενη ιδιότητα του, τις υπηρεσίες του στην επιχείρηση των εναγομένων κατά το από μηνός Αυγούστου 1999 μέχρι και 17.9.2003 χρονικό διάστημα, εργαζόμενος καθημερινά συμπεριλαμβανομένων και των ημερών του Σαββάτου και της Κυριακής - επί έντεκα (11) ώρες και ειδικότερα από την 06.30 πρωινή ώρα μέχρι και την 12.30 μεταμεσημβρινή ώρα και από την 16.00 απογευματινή ώρα μέχρι την 21.00 βραδινή ώρα και κατά το μεσολαβούν χρονικό διάστημα από την 12.30 μεταμεσημβρινή ώρα μέχρι την 16.00 απογευματινή ώρα αναπαυόταν, ενώ, κατά την μη πληττόμενη με έφεση ή αντέφεση εκ μέρους του ενάγοντος παραδοχή της εκκαλουμένης αυτός εργαζόταν επί εννέα (9) ώρες ημερησίως. Η κρίση του Δικαστηρίου περί του ότι ο ενάγων προσελήφθη από τους εναγόμενους κατά μήνα Αύγουστο του 1999, και όχι όπως αυτοί αβάσιμα διατείνονται την 1.11.2001, ενισχύεται ιδίως από την ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης Μ1, έχοντος άμεση και προσωπική γνώση νια το ζήτημα τούτο, και από το περιεχόμενο της από 18.9.2003 έγκλησης του ενάγοντος και των λοιπών σ' αυτή αναφερομένων συμπατριωτών του κατά των εναγομένων, η οποία υποβλήθηκε στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιώς την 1.10.2003, ήτοι σε χρόνο πολύ προγενέστερο της έγερσης της ένδικης αγωγής - που συντάχθηκε και κατατέθηκε στις 29.7.2005 - και στην δεύτερη σελίδα της οποίας έγκλησης σαφής γίνεται λόγος για πρόσληψη του ενάγοντος κατά μήνα Αύγουστο του 1999, γεγονός (χρόνος πρόσληψης) που ως εκ του χρόνου αναφοράς του κρίνεται ότι ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Στη συνέχεια η κρίση του Δικαστηρίου περί του ότι ο ενάγων εργαζόταν - κατά τις παραδοχές της εκκαλουμένης - εννέα ώρες ημερησίως, συμπεριλαμβανομένης και της ημέρας της Κυριακής, και όχι τέσσερις ώρες μόνο, ήτοι από 10.30 έως 12.30 και από 17.00 έως 19.00, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι εναγόμενοι, στηρίζεται τόσο στην εκτίμηση της ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου κατάθεσης του προαναφερόμενου μάρτυρα απόδειξης και του περιεχομένου των προσαγόμενων από τον ενάγοντα ενόρκων βεβαιώσεων, όσο και στις παρατηρήσεις ότι α) η παρεχόμενη από αυτόν εργασία αφορούσε βοοειδή, ο αριθμός των οποίων ανερχόταν αα) κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ανωμοτί κατάθεση του εκ των εναγομένων Χ1 σε 155 έως 160, αβ) κατά την ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης σε άνω των 300 και αγ) κατά την μη πληττόμενη με λόγο έφεσης παραδοχή της εκκαλουμένης σε 200 τουλάχιστον, β) τα βοοειδή αυτά κινούνταν και αφόδευαν στο στεγασμένο για τις ανάγκες αυτών 70% της επιφανείας της 15 περίπου στρεμμάτων φάρμας των εναγομένων, ταϊζόμενα και ποτιζόμενα από τον ενάγοντα και άλλους τέσσερις συμπατριώτες του, οι οποίοι (ενάγων και συμπατριώτες του) καθάριζαν και την κοπριά αυτών, μη επαρκούσης, κατά την κοινή λογική, για τις εργασίες αυτές απασχόλησης τεσσάρων μόνο ωρών ημερησίως και γ) δεν μνημονεύουν αυτοί (εναγόμενοι) ποίος πραγματοποιούσε τις προαναφερόμενες εργασίες κατά τις Κυριακές, η ανάγκη εκτέλεσης των οποίων αναμφισβήτητα συνέτρεχε και κατά τις ημέρες αυτές. Ακόμη η κρίση του Δικαστηρίου περί του ότι η πρόσληψη του ενάγοντος έγινε και από τους δύο εναγόμενους και όχι μόνο από τον δεύτερο τούτων Χ2, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται αυτοί, ενισχύεται αφενός από την ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης Μ1, και αφετέρου από το περιεχόμενο των προσαγομένων από τους εναγόμενους υπ' αριθμ. 1573 και 1574/4.4.2007 ενόρκων βεβαιώσεων ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πειραιώς των μαρτύρων ... και .... Περαιτέρω, η προαναφερόμενη κρίση του Δικαστηρίου περί του χρόνου πρόσληψης του ενάγοντος, της διάρκειας της ημερήσιας εργασίας του, της εργασίας του κατά την ημέρα της Κυριακής (η εργασία κατά την ημέρα του Σαββάτου συνομολογείται από τους εναγόμενους τόσο με όσα εκθέτουν αυτοί στην τρίτη σελίδα των ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου προτάσεων τους, όσο και με τις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου χωρίς όρκο καταθέσεις τους), και περί του ότι προσελήφθη αυτός και από τους δύο εναγόμενους, δεν μεταβάλλεται από τα προς απόδειξη των αντιθέτων ισχυρισμών τους προσκομιζόμενα από αυτούς έγγραφα της γνωστοποίησης των όρων ατομικής σύμβασης εργασίας προς τον εργαζόμενο και την Επιθεώρηση Εργασίας, καθώς και της αναγγελίας πρόσληψης του στον Ο.Α.Ε.Δ., δεδομένου ότι δεν αποδεικνύεται από τους εναγόμενους - ούτε και επικαλούνται αυτοί - ότι η σύναψη της σχετικής ατομικής σύμβασης εργασίας έγινε κατά τον αναγκαίο και προβλεπόμενο από το άρθρο 2 § 1 του ν. 2639/1998 έγγραφο τύπο, η έλλειψη του οποίου δεν μπορεί να υποκατασταθεί από τα προαναφερόμενα έγγραφα, έτσι ώστε η μη τήρηση αυτού, και στην περίπτωση ακόμη που μια τέτοια συμφωνία περί μερικής απασχόλησης του ενάγοντος είχε πράγματι καταρτισθεί, να συνεπάγεται την κατά το άρθρο 159 του ΑΚ απόλυτη ακυρότητα του συγκεκριμένου όρου της, η οποία λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως. Εξάλλου, και λόγω ακριβώς της προαναφερόμενης έλλειψης της απαιτούμενης από το νόμο άδειας εργασίας του αλλοδαπού ενάγοντος, η μεταξύ αυτού και των εναγομένων καταρτισθείσα σύμβαση εξαρτημένης εργασία, ήταν, σύμφωνα με τα άρθρα 3, 174 και 180 του ΑΚ, άκυρη, φέρουσα τον χαρακτήρα απλής σχέσης εργασίας και παρέμεινε τοιαύτη μέχρι και τις 28.2.2002, οπότε εφοδιάσθηκε αυτός για πρώτη φορά με την προαναφερόμενη άδεια και η σύμβαση εργασίας του ισχυροποιήθηκε έκτοτε ως εξαρτημένη τοιαύτη αορίστου χρόνου. Δικαιούται λοιπόν αυτός να διεκδικήσει για το χρονικό διάστημα που προσέφερε τις υπηρεσίες του στους εναγόμενους χωρίς άδεια εργασίας, αξιώσεις σχετικά με δεδουλευμένες αποδοχές, αμοιβή για υπερεργασία, παράνομη υπερωρία και εργασία κατά τις Κυριακές, σύμφωνα με τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού-δεδομένου ότι -στην αγωγή διαλαμβάνεται τέτοια βάση- ως εξοικονομηθείσα από τον εργοδότη δαπάνη, στην οποία θα έπρεπε να υποβληθεί για τη μισθοδοσία άλλου μισθωτού της ίδιας με αυτόν ειδικότητας και απόδοσης που θα είχε απασχοληθεί στην ίδια εργασία, ενώ αξιώσεις του αναφορικά με την προσαύξηση 75% για παρασχεθείσα εργασία κατά τις Κυριακές, τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, την προβλεπόμενη από το άρθρο 1 § 2 του ν. 435/1976 προσαύξηση κατά ποσοστό 100% για παράνομες υπερωρίες, καθώς και την, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 4 του ν. 2874/2000, προσαύξηση 150% για παράνομη υπερωριακή απασχόληση, δύναται να στηρίξει ευθέως στους σχετικούς εργατικούς νόμους. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του περιεχομένου της εκκαλουμένης απόφασης, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με βάση τις προαναφερόμενες παραδοχές του περί του χρόνου πρόσληψης του ενάγοντος, των ημερών της εβδομαδιαίας εργασίας του και των ωρών της ημερήσιας απασχόλησής του, προέβη, με βάση τις λεπτομερώς αναφερόμενες νόμιμες ημερήσιες αποδοχές του, όπως αυτές προκύπτουν από τις Εθνικές Γενικές Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας των ετών 2000 έως και 2003, και σε συνδυασμό και προς τα ποσά που φέρονται ως καταβληθέντα σε αυτόν από τους εναγόμενους, σε επιδίκαση α) διαφορών αποδοχών του χρονικού διαστήματος από 1.1.2000 μέχρι 17.9.2003, συνολικού ύψους 7.253,65 ευρώ, β) αμοιβής υπερεργασίας του χρονικού διαστήματος από 1.1.2000 μέχρι 31.3.2001, συνολικού ύψους 1987,09 ευρώ, γ) αμοιβής παράνομης υπερωριακής απασχόλησης του ιδίου ως άνω χρονικού διαστήματος (1.1.2000 έως 31.3.2001), συνολικού ύψους 2.386,38 ευρώ, δ) αμοιβής ιδιόρρυθμης υπερωριακής εργασίας του χρονικού διαστήματος από 1.4.2001 μέχρι 17.9.2003, συνολικού ύψους 1914,43 ευρώ, ε) αμοιβής παράνομης υπερωριακής εργασίας του ιδίου ως άνω χρονικού διαστήματος (1.4.2001 μέχρι 17.9.2003), συνολικού ύψους 11.693,63 ευρώ, στ) αμοιβής για την εργασία του καθ'εκάστη Κυριακή του από 1.1.2000 μέχρι 17.9.2003 χρονικού διαστήματος, συνολικού ύψους 6.424,84 ευρώ, ζ) αμοιβής για παράνομη υπερωριακή απασχόληση επί μία ώρα κάθε Κυριακής του από 1.1.2000 μέχρι 17.9.2003 χρονικού διαστήματος, συνολικού ύψους 2.545,98 ευρώ, η) επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων των ετών 2000 έως και 2003, συνολικού ύψους 2.183,48 ευρώ και θ) επιδομάτων εορτών Πάσχα των ιδίων ως άνω ετών 2000 έως και 2003, συνολικού ύψους 1.194,99 ευρώ. Συνολικά δε για τις προαναφερόμενες αιτίες επιδικάσθηκε στον ενάνοντα το ποσό των 37,584.47 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο, αφότου κάθε μερικότερο τμήμα εκάστου των προαναφερομένων ποσών ήταν κατά νόμο καταβλητέο. Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι καταχρηστικά ασκείται το αγωγικό εν προκειμένω δικαίωμα του ενάγοντος και ζητούν την εκ του λόγου τούτου απόρριψη της αγωγής, το μεν διότι ασκήθηκε αυτή δύο περίπου έτη μετά την κατά την 17.9.2003 επισυμβάσα λύση της μεταξύ αυτού και εκείνων καταρτισθείσας εργασιακής σύμβασης, χωρίς κατά το διάστημα τούτο να έχει προβάλει αυτός οποιαδήποτε αξίωση ή να έχει διατυπώσει παράπονο για οφειλόμενες σε αυτόν αποδοχές, το δε διότι ουδέν οφείλουν σ' αυτόν από οποιαδήποτε από τις προαναφερόμενες αιτίες, διότι του έχουν καταβάλει κάθε ποσό που δικαιούταν αυτός να λάβει από την μεταξύ αυτών και εκείνου καταρτισθείσα σύμβαση εργασίας. Προς ενίσχυση δε του ισχυρισμού τους αυτού προσκομίζουν και επικαλούνται προεχόντως την από του έτους 2003 υπεύθυνη δήλωση του ενάγοντος, του άρθρου 8 του ν. 1599/1986, την επί της οποίας γνησιότητα της υπογραφής του έχει βεβαιώσει με την από 29.12.2003 σχετική επισημείωση ο Αρχιφύλακας του Α.Τ. ..... Ο εν λόγω ισχυρισμός των εναγομένων πρέπει να απορριφθεί ως νομικά αβάσιμος και τούτο διότι κρίνεται ότι η μετά διετία από την λύση της επίμαχης εργασιακής σύμβασης έγερση της αγωγής, άνευ ουδεμιάς στο χρονικό τούτο διάστημα εκ μέρους του ενάγοντος διαμαρτυρίας και όχλησης προς καταβολή των οφειλομένων σ' αυτόν από τους εναγόμενους, σε συνδυασμό με τα αναγραφόμενα στην ως άνω υπεύθυνη δήλωση περί ανυπαρξίας οιασδήποτε εργοδοτικής οφειλής έναντι αυτού, κρίνεται ότι δεν αποτελούν συμπεριφορά ικανή να δημιουργήσει την πεποίθηση ότι ο τελευταίος αυτός δεν θα ασκήσει τις εν λόγω αξιώσεις του. Η κρίση δε αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται και από το γεγονός ότι η τυχόν περιεχόμενη στη δήλωση αυτή παραίτηση του ενάγοντος από τα δικαιώματα του προς λήψη των οφειλομένων κατά νόμο ελαχίστων ορίων των αποδοχών του, καθώς και η παραίτηση του από άλλα δικαιώματα του που απορρέουν από τη σχέση εργασίας και αναγνωρίζονται από κανόνες δημόσιας τάξης, είναι άκυρη και δεν επάγεται έννομα αποτελέσματα, ενώ και αν ήθελε εκτιμηθεί το περιεχόμενο της εν λόγω επίμαχης δήλωσης ότι περιέχει παραίτηση του ενάγοντος από το δικαίωμα λήψης των νομίμων αποδοχών του ή άλλων παροχών, έστω και υπό τη μορφή άφεσης χρέους (άρθρ. 454 ΑΚ), είναι και πάλιν άκυρη και θεωρείται ως μη γενόμενη. Τέλος σε κάθε περίπτωση και ως άφεση χρέους εκτιμώμενη των πηγαζουσών από την εργασιακή σύμβαση αξιώσεων του ενάγοντος είναι και πάλιν άκυρη, ως αόριστη, αφού δεν μνημονεύονται σ' αυτή τα ποσά που καταβλήθηκαν κατά περίπτωση και για κάθε αιτία. Επίσης, αν ήθελε εκτιμηθεί η δήλωση αυτή ως περιέχουσα εξώδικη ομολογία του ενάγοντα περί ανυπαρξίας οιασδήποτε εργοδοτικής οφειλής έναντι αυτού εκ μέρους των εναγομένων, πρέπει και πάλιν να απορριφθεί ως κατ' ουσία αβάσιμη, αφού, εκτιμώμενη αυτή ελευθέρως από το Δικαστήριο (άρθρο 352 § 2 Κ.Πολ.Δ.), κρίνεται, με βάση τα αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας, ότι δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι δεν δημιουργείται πεποίθηση στο Δικαστήριο τούτο ότι ο ενάγων είχε σαφή επίγνωση του περιεχομένου της, αφού δεν γνωρίζει αυτός την ελληνική γραφή και ανάγνωση και δεν κατανοεί επαρκώς την ελληνική γλώσσα. Ακόμη η περί κατά τα άνω απόρριψη ως νομικά αβάσιμου του περί ου ο λόγος ισχυρισμού των εναγομένων κρίση αυτού του Δικαστηρίου, δεν μεταβάλλεται από την απαραδέκτως γενομένη το πρώτον στην παρούσα κατ' έφεση δίκη προσπάθεια αυτών να διανθιστεί - ενισχυθεί ο ισχυρισμός αυτός (άρθρο 527 Κ.Πολ.Δ.) με την επίκληση -προσθήκη του μη ενισχυόμενου σε κάθε περίπτωση από τα στοιχεία της δικογραφίας γεγονότος ότι τυχόν αποδοχή της αγωγής θα έχει "..δυσβάστακτες οικονομικές συνέπειες για εμάς, που ευρισκόμεθα σε δεινή οικονομική θέση, αδυνατούντες να ανταποκριθούμε στις εκ των δανείων υποχρεώσεις μας, γεγονός που θέτει σε άμεσο κίνδυνο αυτή ταύτη την βιωσιμότητα της μονάδας...". Περαιτέρω, και εφόσον κατά τα δεκτά γενόμενα α) ο ενάγων προσλήφθηκε από τους εναγόμενους κατά μήνα Αύγουστο του 1999 και όχι την 1.11.2001, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται αυτοί και β) κατά τις μη μεταβαλλόμενες με την παρούσα απόφαση παραδοχές της εκκαλουμένης, εργαζόταν αυτός επί εννέα ώρες ημερησίως μέχρι και τις 17.9.2003, και όχι επί τέσσερις ώρες κάθε ημέρα, όπως επίσης αβάσιμα υποστηρίζουν αυτοί, ορθά το πρωτοβάθμιο δικαστήριο επιδίκασε με την εκκαλουμένη απόφαση του απαιτήσεις του της χρονικής περιόδου από 1.1.2000 μέχρι 31.10.2001 και ορθά υπολόγισε τα σχετικά κονδύλια με βάση ημερήσια εργασία του ενάγοντος, διάρκειας εννέα ωρών και όχι τεσσάρων και, συνεπώς, τα αντιθέτως προβαλλόμενα με τον τέταρτο λόγο της κρινόμενης έφεσης είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Περαιτέρω, όπως προαναφέρθηκε, ο ενάγων προσέφερε τις συμφωνηθείσες υπηρεσίες του στους εναγόμενους μέχρι και τις 17.9.2003, οπότε και εξαναγκάσθηκε να αποχωρήσει από την εργασία του, δεδομένου ότι, καθ' όλο το χρονικό διάστημα της απασχόλησης του στην επιχείρηση των εναγομένων, οι τελευταίοι παρακρατούσαν παράνομα αρχικά το διαβατήριο του και στη συνέχεια και τα λοιπά νομιμοποιητικά έγγραφα του (άδεια εργασίας, άδεια παραμονής), προκειμένου να μην ασκήσει αυτός τα παρεχόμενα από την εργατική νομοθεσία δικαιώματά του και τον εξύβρισαν όταν ζήτησε αυτός να του αποδοθούν, πράγμα (απόδοση των εγγράφουν) που έγινε μετά από παρέμβαση του Γραμματέα της Πακιστανικής Κοινότητας, η οποία παρέμβαση και προκάλεσε την μήνιν των εναγομένων. Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι ο ενάγων και οι συμπατριώτες του ..., ... και ..., οι οποίοι μαζί με αυτόν εργάζονταν στην προαναφερόμενη επιχείρηση των εναγομένων, υπέβαλαν ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιά, την 1.10.2003, την από 18.9.2003 έγκληση τους κατά των κατηγορουμένων, καταμηνύοντας αυτούς για τις τελεσθείσες σε βάρος τους αξιόποινες πράξεις, οι οποίες αναφέρονται παραπάνω, αλλά και για τις ειδικότερα μνημονευόμενες σ' αυτή πράξεις που αναφέρονται σε παραβάσεις της εργατικής νομοθεσίας. Η έγκληση αυτή τέθηκε στο αρχείο με την υπ' αριθμ. 450/28.6.2004 διάταξη του προαναφερόμενου Εισαγγελέα, από το περιεχόμενο της οποίας προκύπτει ότι έγινε τούτο (δηλ. η θέση στο αρχείο) διότι αναζητηθέντες οι ως άνω εγκαλούντες δεν ευρέθησαν για να καταθέσουν σχετικά με τα από αυτούς καταγγελλόμενα, αλλά και διότι τα όσα οι προταθέντες από αυτούς μάρτυρες κατέθεσαν στα πλαίσια της διενεργηθείσης προκαταρκτικής εξέτασης, δεν τα γνώριζαν από ιδία αντίληψη αλλά από διηγήσεις των εγκαλούντων. Πλην όμως τα έγγραφα αυτά (έγκληση και διάταξη του Εισαγγελέα), σε συνδυασμό λαμβανόμενα και προς τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας, δεν μεταβάλλουν την κατά τα άνω κρίση του Δικαστηρίου περί του ότι πράγματι ο ενάγων εξαναγκάσθηκε να αποχωρήσει από την εργασία του λόγω της συμπεριφοράς των εναγομένων και κατόπιν εξύβρισης τους από αυτούς, αφού το τελευταίο τούτο ενισχύεται ιδίως από την ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης. Υπό τα προαναφερόμενα και δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά το δικαστήριο οδηγείται στην κρίση ότι ο ενάγων υπέστη από την προς αυτόν αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων ηθική βλάβη, προς αποκατάσταση της οποίας δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης. Έτσι λαμβάνοντας υπόψη τις ειδικές συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, την υπαιτιότητα των εναγομένων, το είδος της βλάβης και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών, πρέπει για την αιτία αυτή να επιδικασθεί στον ενάγοντα το εύλογο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ. Ακολούθως, το Εφετείο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της ομοίως κρίνασας πρωτόδικης αποφάσεως. Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο δεν παρεβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τις προπαρατεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, ούτε εκείνες των άρθρων 424, 454, 679 ΑΚ και 2 παρ. 1 του ν. 2556/1997, διέλαβε δε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των διατάξεων αυτών. Επομένως, οι περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., απορρέοντες, πρώτος, κατά το πρώτο και τρίτο μέρη του, δεύτερος, κατά το πρώτο μέρος του και κατά το δεύτερο σκέλος του τρίτου μέρους του, τρίτος, κατά το πρώτο και δεύτερο μέρη του, τέταρτος, κατά το δεύτερο σκέλος του δευτέρου μέρους του, και πέμπτος κατά το πρώτο σκέλος του δευτέρου μέρους του, λόγοι του αναιρετηρίου είναι αβάσιμοι. Ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., δημιουργείται αν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να λάβει υπόψη του, κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσεως, αποδεικτικά μέσα που παραδεκτώς και νομίμως επικαλέσθηκαν οι διάδικοι και τα οποία ήταν χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη πραγματικών γεγονότων με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως (Ολ. ΑΠ 42/2002). Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς στην απόφαση να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά, εκτός αν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και, ιδίως, από τις αιτιολογίες, καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων, οπότε είναι ουσιαστικά βάσιμος ο κρίσιμος λόγος αναιρέσεως. Στην προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από την επισκόπησή της, το Εφετείο βεβαιώνει ότι προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς τη μερική παραδοχή της αγωγής του αναιρεσιβλήτου έλαβε υπόψη του και όλα χωρίς εξαίρεση τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη βεβαίωση αυτή, αλλά και από τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει, χωρίς καμία αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του όλα τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο αποδεικτικά έγγραφα και ειδικότερα: 1) το υπ' αριθμ. .... ειδικό βιβλίο καταχωρήσεως προσωπικού του ΙΚΑ, 2) την από 1-11-2001 έγγραφη προς τον ΟΑΕΔ αναγγελία προσλήψεως, 3) τα με αριθμ. ..., ...,... και ... έγγραφα της Νομαρχίας Πειραιώς, 4) την από 22-5-2007 μήνυση του πρώτου των αναιρεσειόντων και 5) τις από 4-12-2003 και 22-12-2003 υπεύθυνες δηλώσεις του αναιρεσίβλητου. Επομένως, οι εκ του άρθρου 559 αριθμ. 11 Κ.Πολ.Δ., περί του αντιθέτου δεύτερος κατά το δεύτερο μέρος του, τρίτος κατά το δεύτερο μέρος του, τέταρτος κατά το δεύτερο μέρος του, και πέμπτος, κατά το τρίτο μέρος του λόγοι της αναιρετικής αιτήσεως είναι αβάσιμοι. Από τις διατάξεις των άρθρων 670 και 671 Κ.Πολ.Δ, οι οποίες έχουν εφαρμογή και στην κατ' έφεση δίκη ('άρθρο 674 παρ. 2 του αυτού Κώδικα), προκύπτει ότι κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα, τα οποία εκτιμά ελευθέρως, χωρίς να υποχρεούται να τηρήσει τους κανόνες του νόμου ως προς την αποδεικτική δύναμη αυτών, εξαιρέσει της δικαστικής ομολογίας. Ενόψει τούτων, η διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 12 Κ.Πολ.Δ., με την οποία ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, δεν έχει εφαρμογή στην περίπτωση αυτή, ως ασυμβίβαστη με την ως άνω ειδική διαδικασία, που προβλέπεται από τα άρθρα 663 επ. Κ.Πολ.Δ. Επομένως, οι εκ του άρθρου 559 αριθμ. 12 Κ.Πολ.Δ., πρώτος, κατά το πρώτο μέρος του, και δεύτερος κατά τα δεύτερα σκέλη των πρώτου και δευτέρου μερών του, λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως με τους οποίους προβάλλονται οι αιτιάσεις ότι το Εφετείο παραβίασε τους κανόνες του νόμου ως προς τη αποδεικτική δύναμη της από 1-11-2001 έγγραφης συμβάσεως μερικής απασχολήσεως, του υπ' αριθμ. ...ειδικού βιβλίου καταχωρήσεως προσωπικού του ΙΚΑ και της από 1-11-2001 έγγραφης προς τον ΟΑΕΔ αναγγελίας προσλήψεως που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες προς ανταπόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών, είναι απαράδεκτοι. Με τον τέταρτο, κατά τα πρώτο και τρίτο μέρη του, λόγο της αναιρετικής αιτήσεως, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 11 Κ.Πολ.Δ., καταλογίζονται στο Εφετείο οι πλημμέλειες: α) ότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις των οποίων δεν είχε γίνει νόμιμη επίκληση και συγκεκριμένα τις 5276/2006 και 5277 ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων και την από 18-9-2003 έγκληση, που χωρίς σχετική επίκλησή τους προσκόμισε ο αναιρεσίβλητος και β) ότι δεν έλαβε υπόψη δικαστική ομολογία του αναιρεσίβλητου, ενυπάρχουσα στις από 11-6-2007 ενώπιον αυτού (Εφετείου) έγγραφες προτάσεις του, περί προσλήψεως του αναιρεσίβλητου κατά την 1-11-2001. Ως προς την πρώτη αιτίαση ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των ως άνω προτάσεων του αναιρεσίβλητου, ο τελευταίος αυτός επικαλέστηκε ρητά και ειδικά τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα (ένορκες βεβαιώσεις και έγκληση) που προσκόμισε (βλέπε εν τέλει των σελίδων 18 και 11 των ανωτέρω προτάσεων). Ως προς την δεύτερη αιτίαση ο ίδιος λόγος είναι επίσης αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των άνω προτάσεων, δεν περιέχεται σ' αυτές η εκτεθείσα ομολογία του αναιρεσίβλητου, αλλά, αντίθετα, προβάλλεται με ανεπτυγμένους σχετικούς ισχυρισμούς ότι η πρόσληψή του έγινε τον Αύγουστο του 1999 και όχι την 1-11-2001, όπως οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονταν.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων οι οποίοι τείνουν στη θεμελίωση ή κατάλυση ασκηθέντος ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, είτε ως επιθετικού, είτε ως αμυντικού, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι λόγοι εφέσεως, των οποίων η λήψη υπόψη και παραδοχή θα είχε ως συνέπεια την κατά το άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως. Όμως ο παραπάνω λόγος δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό ή λόγο εφέσεως και τον απέρριψε για οποιονδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο. Επομένως, ο πέμπτος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 8 Κ.Πολ.Δ., αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια της παρά το νόμο μη λήψεως υπόψη του και με τον δεύτερο λόγο της εφέσεώς τους προβληθέντος ισχυρισμού των αναιρεσειόντων περί μερικής, επί 4ώρο ημερησίως, και όχι πλήρους απασχολήσεως του αναιρεσίβλητου, είναι αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι ο ανωτέρω, με λόγο εφέσεως, ισχυρισμός που προέβαλλαν οι αναιρεσείοντες ελήφθη υπόψη και απερρίφθη από το, δεχθέν ολική απασχόληση του αναιρεσίβλητου, Εφετείο ως ουσιαστικά αβάσιμος.


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ 
Απορρίπτει την από 22-10-2008 αίτηση των Χ1 και Χ2 περί αναιρέσεως της 632/2008 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς. Και, 
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιουνίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιουνίου 2009.

Τετάρτη 23 Δεκεμβρίου 2009

ΑΠ 1510/2009 - Η μετακίνηση εργαζομένου από θέση αποθηκάριου σε θέση οδηγού - φύλακα, χωρίς μείωση των αποδοχών του, δεν συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα 
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Μαϊου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ1, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του 
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας, με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΑΕΡΙΟΥ Α.Ε", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 566 παρ.1, 118 περ.4 και 559 αριθ.20 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως κατά τον οποίο το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο αποδεικτικού εγγράφου, πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο ,εκτός άλλων, το ακριβές περιεχόμενο του εγγράφου και εκείνο το οποίο εξέλαβε ως περιεχόμενό του το Εφετείο, ώστε να κριθεί αν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένως ανέγνωσε το έγγραφο αυτό και συνεπεία της εσφαλμένης αναγνώσεώς του, δέχθηκε ως περιεχόμενο του εγγράφου διαφορετικό από εκείνο που περιέχει .Ως έγγραφα δε, των οποίων η παραμόρφωση ιδρύει το λόγο αυτό, θεωρούνται εκείνα που χρησιμεύουν, σύμφωνα με τα άρθρα 339 και 442 επ. Κ.Πολ.Δ ως αποδεικτικά μέσα. Υπό την έννοια αυτή, δεν αποτελούν έγγραφα και άρα δεν επιδέχονται παραμόρφωση και οι επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις εργασίας κατά το κανονιστικό τους μέρος ως αποτελούσες κανόνες δικαίου. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 556 παρ.1 και 578 Κ.Πολ.Δικ. για την άσκηση της αναίρεσης απαιτείται έννομο συμφέρον, η ύπαρξη του οποίου κρίνεται από την προσβαλλομένη απόφαση κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 68 Κ.Πολ.Δικ. Ο διάδικος δεν έχει έννομο συμφέρον να προσβάλλει την απόφαση με αναίρεση, όταν επικαλείται την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας σε ζητήματα που κρίθηκαν πλεοναστικώς και όλως παρέργως, ως προς τα οποία, μη στηρίζοντα το διατακτικό αυτής, δεν παράγεται δεδικασμένο. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, και κατά το πρώτο μέρος αυτού, από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλομένη απόφαση παραμόρφωσε το περιεχόμενο των παρακάτω έγγραφων, από τα οποία προκύπτει ο αγωγικός ισχυρισμός του περί πρόκλησης μισθολογικής και βαθμολογικής υποβάθμισης του, εξαιτίας της τοποθέτησης αυτού από την εργοδότιδα του αναιρεσίβλητη στη θέση του οδηγού-φύλακα απ'αυτή του υπευθύνου γραφείου αποθήκης, την οποία κατείχε προηγουμένως: 1) της από 27-8-1997 σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου, που συνήφθη μεταξύ του αναιρεσείοντος και της αναιρεσίβλητης,2)της από 1-12-1997 σύμβασης αορίστου χρόνου μεταξύ των ίδιων συμβαλλομένων,3) της από Αύγουστο 1998 απόδειξη πληρωμής του αναιρεσείοντος, 4)της από Ιανουαρίου 2003 απόδειξη πληρωμής του αναιρεσείοντος,5) της από 11-8-2004 αίτησης του ίδιου για χορήγηση άδειας,6)του από 28-8-2000 υπηρεσιακού σημειώματος,7)του από 7-6-2002 οργανογράμματος της αναιρεσίβλητης,8)της Επιχειρησιακής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας της αναιρεσίβλητης,9)του Εσωτερικού Κανονισμού Εργασίας αυτής, 10) της από 25-8-2004 επιστολής διαμαρτυρίας του Συλλόγου Εργαζομένων της αναιρεσίβλητης, και 11) του από 8-5-2002 εγγράφου, με τον ίδιο δε λόγο και κατά το άλλο μέρος του, από τον αριθμό 19 του ως άνω άρθρου, προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλομένη απόφαση έχει αντιφατική αιτιολογία ως προς την κρίση της περί μη βλαπτικής μεταβολής των όρων εργασίας του αναιρεσείοντος, με την προαναφερθείσα αλλαγή του αντικειμένου της εργασίας του, με το να δεχθεί σε ένα σημείο της ότι "έστω αν αντικειμενικά είναι βλαπτική για τον ενάγοντα (η τοποθέτησή του στη θέση του οδηγού-φύλακα),υπό την έννοια ότι συνιστούσε τοποθέτηση σε θέση ιεραρχικά κατώτερη....",ενώ σε άλλο σημείο αυτής δέχθηκε ότι "...θέση που σε κάθε περίπτωση είναι παράλληλη με εκείνη του φύλακα οδηγού, χωρίς υφιστάμενο προσωπικό και με απαιτούμενα τα ίδια προσόντα....".
Όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, το Εφετείο σε σχέση με την κυρία βάση της ένδικης αγωγής, δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής:Η αναιρεσίβλητη (Δημόσια Επιχείρηση Αερίου ΑΕ) προσέλαβε τον αναιρεσείοντα, κατόπιν διαγωνισμού του Ανωτάτου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού, αρχικά με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου τρίμηνης διάρκειας (1-9-1997 εώς 30-11-97) και στη συνέχεια από 1-2-1997 με Σύμβαση αορίστου χρόνου, αντί της αμοιβής που θα όριζαν για το κλάδο του οι σχετικές σ.σ.ε και δ.α, σε θέση φύλακα οδηγού και με καθήκον να ελέγχει τη Ζώνη Διέλευσης του Κεντρικού Αγωγού του αερίου, με περιπολίες οι οποίες γινόταν καθημερινά με υπηρεσιακό όχημα και μία φορά το xρόνο πεζή, με σκοπό την πρόληψη ή τον περιορισμό ζημιών, που θα προκληθούν από φυσικά φαινόμενα ή από τρίτους. Σύμφωνα με την προκήρυξη του Α.Σ.Ε.Π., που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ τεύχος προκηρύξεων ΑΣΕΠ αρ. φύλλου 3/13-2-1996 τα προσόντα, τα οποία απαιτούνταν και είχε ο αναιρεσείων για την κατάληψη της θέσεως του φύλακα ήταν απολυτήριος τίτλος δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και επαγγελματική άδεια οδήγησης Β' κατηγορίας. Στην ατομική εργασιακή σύμβαση περιλήφθηκε ειδικός όρος, σύμφωνα με τον οποίο η εργοδότιδα "...δικαιούται να μεταβάλλει τη θέση ή και τον τόπο εργασίας του εργαζομένου, χωρίς τούτο να συνιστά βλαπτική μεταβολή των όρων απασχόλησης, σύμφωνα με τους κανονισμούς της Εταιρείας και τις λειτουργικές της ανάγκες..".Μέχρι την 31-8-2000 ο αναιρεσείων παρείχε υπηρεσίες φύλακας όπως είχε προσληφθεί. Ωστόσο, την 17-7-2000 υπέβαλε αρμοδίως αίτημα αλλαγής θέσης από φύλακα σε διοικητικό υπάλληλο, επικαλούμενος λόγους υγείας. Προς απόδειξη της καταστάσεως του επισύναψε στην αίτησή την από 6-3-200 βεβαίωση του καθηγητή ... (ορθοπεδικού), σύμφωνα με την οποία έπασχε από "από επίπονη σωματική εργασία".Το αίτημα του έγινε δεκτό και με το από 28-8-2000 υπηρεσιακό σημείωμα του Γεν. Διευθ. Κατασκευών, Λειτουργίας και συντήρησης, .... από την 1-9-2000 τοποθετήθηκε ως υπεύθυνος της αποθήκης υλικών του ΚΕΣ .... Ακολούθως με την υπ'αριθμ. 372/2000 απόφαση της διοίκησης της αναιρεσίβλητης του ανατέθηκαν την 7-6-2002 καθήκοντα υπευθύνου γραφείου αποθήκης (αποθηκαρίου) στο Τμήμα Λειτουργίας και Συντήρησης ... με καθήκοντα τη διαχείριση αποθηκών-υλικών, δηλαδή τις απογραφές, τον έλεγχο υλικών και απόσυρση αυτών, και τη συμμετοχή στη μηχανογράφηση αυτών, σε συνεργασία με την Κεντρική Αποθήκη. Για τη νέα θέση του απαιτούνταν τίτλος σπουδών δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, όπως και για τη θέση του φύλακα, για την οποία προσλήφθηκε. Εν τέλει ο αναιρεσείων ζήτησε και έλαβε, για λόγους προσωπικούς και οικογενειακούς, άδεια άνευ αποδοχών για το χρονικό διάστημα από 10-9-2003 έως 31-7-2004.Όταν επέστρεψε, πληροφορήθηκε την 2-8-2004 από τον τομεάρχη ότι η εργοδότιδα καλεί να προσφέρει τις υπηρεσίες του στη θέση του φύλακα, για την οποία είχε αρχικά προσληφθεί με την αιτιολογία ότι δεν υπήρχε πλέον επαρκές (για πλήρη απασχόληση) αντικείμενο στη θέση του αποθηκάριου διότι στο δεκάμηνο διάστημα που έλειπε είχαν μεταβληθεί οι υπηρεσιακές ανάγκες της εταιρίας. Ο ενάγων αντέδρασε στην αλλαγή αυτή και προσέφυγε την 5-8-2004 στο Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας ισχυριζόμενος ότι η ανωτέρω μεταβολή συνιστούσε μονομερή βλαπτική μεταβολή εκ μέρους της εργοδότιδας. Η αναιρεσίβλητη δεν άλλαξε απόφαση και την 9-8-2004 του κοινοποίησε υπηρεσιακό σημείωμα του Γενικού Διευθυντή του Κλάδου Μεταφοράς ..., με το οποίο τον καλούσε να αναλάβει εργασία. Ο αναιρεσείων αυθημερόν της απέστειλε εξώδικη δήλωση αποκρούοντας την αλλαγή της θέσης του ως μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως του, προσφέροντας ωστόσο τις υπηρεσίες του υπευθύνου γραφείου αποθήκης. Αξίωσε δε τη λήψη νομότυπης απόφασης με προηγούμενη γνωμοδότηση του υπηρεσιακού συμβουλίου. Ακολούθως, η αναιρεσίβλητη με την υπ'αριθμ. 10/1 από 6-9-2004 απόφαση του Υπηρεσιακού Συμβουλίου της γνωστοποίησε την 1-10-2004 στον αναιρεσείοντα ότι η αλλαγή της θέσεως του εγκρίθηκε και από το Υπηρεσιακό Συμβούλιο και προσυπογράφηκε από τον Πρόεδρο και τον Διευθύνοντα Σύμβουλο της ... . Ωστόσο πρέπει να σημειωθεί ότι το υπηρεσιακό συμβούλιο της αναιρεσίβλη της στην ανωτέρω εισήγησή του έκανε και την εξής μνεία: "...εκφράζει την επιθυμία η εταιρία να λάβει υπόψη τους λόγους υγείας που ο κ. Χ1 (αναιρεσείων)" επικαλείται ως αδυναμία επιστροφής στην ανωτέρω θέση, εφόσον αυτοί τεκμηριωθούν σύμφωνα με τις ισχύουσες σύννομες διαδικασίες".Τελικά ο αναιρεσείων απέστειλε στην αναιρεσίβλητη την από 5-10-2004 νέα εξώδικη δήλωσή του, με την οποία δήλωσε ότι εμμένει στην προηγούμενη δήλωσή του. Από τότε είναι εκτός εργασίας, αλλά απασχολείται επαγγελματικά σε σταθερή και μόνιμη βάση ως φροντιστής μαθηματικός σε φροντιστήριο της πόλης του (...) που προετοιμάζει μαθητές δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Όπως προαναφέρθηκε, στην ένδικη ατομική εργασιακή σύμβαση είχε περιληφθεί ειδικός όρος, σύμφωνα με τον οποίο η εργοδότιδα "...δικαιούται να μεταβάλλει τη θέση ή και τον τόπο εργασίας του εργαζομένου, χωρίς τούτο να συνιστά βλαπτική μεταβολή των όρων απασχόλησης, σύμφωνα με τους κανονισμούς της εταιρίας και τις λειτουργικές της ανάγκες...".Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 24 παρ.6 του από 2-4-2002 Εσωτερικού Κανονισμού Εργασίας που διέπει τις σχέσεις της αναιρεσίβλητης και του προσωπικού της: "...όταν πρόκειται για αλλαγή θέσης σε άλλη ειδικότητα απαιτείται γνωμοδότηση του Υπηρεσιακού Συμβουλίου, ενώ "οι αλλάγες αυτές δεν συνεπάγονται καμία μείωση αποδοχών".Επομένως, η απόφαση της αναιρεσίβλητης να μεταθέσει τον αναιρεσείοντα στη θέση του φύλακα (ουσιαστικά να τον επαναφέρει στη θέση του) αποτελούσε συμβατικό της δικαίωμα και γι'αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί ως μονομερής και απαγορευμένη από το άρθρο 7 του ν.2112/1920, έστω και αν αντικειμενικά είναι βλαπτική για τον αναιρεσείοντα υπό την έννοια ότι συνιστούσε τοποθέτηση σε θέση ιεραρχικά κατώτερη. Πάντως μείωση των αποδοχών του δεν επέφερε διότι ρητά αναφέρεται στην από 8-4-2004 επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στην αναιρεσίβλητη εταιρία (άρθρο 6 παρ.4) ότι "το επίδομα θέσεως δεν μπορεί να μειωθεί σε περίπτωση αλλαγής καθηκόντων".
Συνεπώς η μετακίνηση του αναιρεσείοντος δεν συνεπάγονταν μείωση των αποδοχών που λάμβανε ως αποθηκάριος, θέση που σε κάθε περίπτωση είναι παράλληλη με εκείνη του φύλακα-οδηγού, χωρίς υφιστάμενο προσωπικό και με απαιτούμενα τα ίδια τυπικά προσόντα. Επομένως, η πρώτη βάση της αγωγής ότι συντρέχει μονομερής μεταβολή των εργασιακών όρων είναι ουσιαστικά αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί....