Η διάθεση ψηφιακών πιστοποιητικών στους δικηγορικούς συλλόγους της χώρας βρέθηκε στο επίκεντρο της συνάντησης που είχαν ο υφυπουργός Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, Μανούσος Βολουδάκης και ο υφυπουργός Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, Κώστας Καραγκούνης.
Κατά τη συνάντηση συμφωνήθηκε το χρονοδιάγραμμα για την επίτευξη των στόχων της συνεργασίας των δύο υπουργείων για το θέμα, με πρώτο βήμα την έκδοση ψηφιακών πιστοποιητικών για τους δικηγόρους, η οποία θα αρχίσει μέσα στον Σεπτέμβριο.
Συζητήθηκαν επίσης οι διαδικασίες ηλεκτρονικής κατάθεσης δικογράφου, οι λειτουργικές προδιαγραφές των ψηφιακών πιστοποιητικών και οι ενέργειες που πρέπει να γίνουν ώστε να υπάρξει η σχετική εκπαίδευση των δικηγόρων για τη χρήση των ψηφιακών υπογραφών τους.
Στη συνάντηση, μετείχαν επίσης ο γενικός γραμματέας του υπουργείου Δικαιοσύνης, ο πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών και αρμόδιοι υπηρεσιακοί παράγοντες των δυο υπουργείων.
Ο ΔΣΑ κατέθεσε σήμερα αίτηση ακύρωσης ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την οποία ζητεί την ακύρωση της απόφασης ΠΟΛ. 1167/02-08-2011 (Φ.Ε.Κ. Β' 1835/17-08-2011) του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών, κατά το μέρος αυτής (άρθρα 3 και 4), που αφορά στην επιβολή του Τέλους Επιτηδεύματος, το οποίο θεσπίζεται με τις διατάξεις του άρθρου 31 του Ν. 3986/2011. Μάλιστα, ο ΔΣΑ ζητεί την εισαγωγή της υπόθεσης στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, αφού - σύμφωνα με το δικόγραφο της Αίτησης - υφίσταται ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος, που έχει συνέπειες για ευρύτερο κύκλο προσώπων, καθώς αφορά στην πλειοψηφία των Μελών των Δικηγορικών Συλλόγων, αλλά και όλων των ελευθέρων επαγγελματιών και επιτηδευματιών και, ως εκ τούτου, συντρέχει νόμιμη περίπτωση για την εισαγωγή της υποθέσεως στην πλήρη Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 1 του Ν. 3900/2010 και 14~2 περ. β' του Π.Δ. 18/1989.
Το πλήρες περιεχόμενο του δικογράφου μπορείτε να το δείτε εδώ.
Ο ΔΣΑ εξέδωσε ενημερωτικό σημείωμα για τα νέα δεδομένα, που δημιουργούν στην παροχή των δικηγορικών υπηρεσιών οι σχετικές διατάξεις του Ν. 3919/2011 και του Ν. 3943/2011, το περιεχόμενο του οποίου έχει ως ακολούθως:
"Τα κατωτέρω διατυπώνονται με την επισήμανση ότι πρόκειται για νεοεισαγόμενες νομοθετικές διατάξεις, οι οποίες αφενός δεν έχουν τύχει αυθεντικής ερμηνείας και αφετέρου δεν έχουν δοκιμαστεί στην πράξη. Ως εκ τούτου, διά του παρόντος επιχειρείται μια συνοπτική περιγραφή του πλαισίου εφαρμογής του νέου καθεστώτος κατά τα ουσιώδη σημεία του και καταγράφονται κάποιες απόψεις ως προς τη δέουσα φορολογική αντιμετώπιση του ζητήματος, οι οποίες παρίστανται ορθολογικές με βάση τα όσα είχαν γίνει δεκτά έως σήμερα.
·Το γραμμάτιο παύει να συνδέεται με την προείσπραξη αμοιβής και εκδίδεται πλέον αποκλειστικώς για λόγους υπολογισμού και καταβολής των πάσης φύσεως κρατήσεων υπέρ του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου των Ασφαλιστικών Ταμείων, του Ταμείου Συνεργασίας και του Διανεμητικού Λογαρισμού.
·Υπόχρεος προς καταβολή των κρατήσεων είναι ο ίδιος ο Δικηγόρος, πλην της περιπτώσεως της έμμισθης εντολής, όπου υπόχρεος προς καταβολή είναι ο εντολέας, ευθύνεται όμως εις ολόκληρον και ο Δικηγόρος.
·Δεδομένου αφενός ότι το ανωτέρω γραμμάτιο δεν συνδέεται με αμοιβή και αφετέρου ότι υπόχρεος προς καταβολή των κρατήσεων είναι ο ίδιος ο Δικηγόρος, επί του γραμματίου αυτού δεν υπολογίζεται Φ.Π.Α. από τον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο, όπως επιβεβαιώνει προφορικώς και η Διεύθυνση Φ.Π.Α. του Υπουργείου Οικονομικών.
·Για την προκαταβολή φόρου 15%, εκκρεμεί έκδοση Κ.Υ.Α. Η πρόταση της Ολομέλειας Προέδρων Δ.Σ. είναι να συντελείται η ανωτέρω προκαταβολή μέσω του Δικηγορικού Συλλόγου, να περιορίζεται στις δικαστηριακές πράξεις και να υπολογίζεται μόνο επί του ποσού της «νόμιμης αμοιβής» (όχι στην επιπλέον αμοιβή, όχι στις εξώδικες, όχι στα συμβόλαια) όπως και θα γίνεται μέχρι και την έκδοση της Κ.Υ.Α.
·Ανεξαρτήτως του ύψους της συμφωνηθείσης αμοιβής, οι κρατήσεις υπολογίζονται πάντοτε επί των «ποσών αναφοράς», που προβλέπουν οι διατάξεις των άρθρων 96 και 161 του Κ.Δ. όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 5 ν.3919/2011(ΦΕΚ32/2.4.2011)
·Δεν υπάρχουν πλέον ελάχιστες αμοιβές, αλλά η αμοιβή συμφωνείται ελεύθερα μεταξύ Δικηγόρου και εντολέως.
·Η αμοιβή του Δικηγόρου καθορίζεται με έγγραφη συμφωνία ή, ελλείψει αυτής, ισχύουν ως «νόμιμες αμοιβές», τις οποίες αυτός μπορεί να αξιώσει και δικαστικώς, οι αμοιβές της Κ.Υ.Α. 1117864/2297/Α0012/07.12.2007 (Φ.Ε.Κ. 2422 Β’) ή οι αμοιβές των διατάξεων των άρθρων 100 επ. του Κ.Δ.
·Η έλλειψη έγγραφης συμφωνίας δεν συνδέεται με την επιβολή κυρώσεων, ιδίως φορολογικών.
·Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 20§7 του Ν. 3943/2011, μέχρι την 20ή ημέρα του μηνός Φεβρουαρίου κάθε έτους ο Δικηγόρος υποχρεούται να υποβάλει στη Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία της περιφέρειας, όπου βρίσκεται η επαγγελματική του έδρα, κατάσταση των εγγράφων συμφωνιών, που έχει συνάψει με τους εντολείς του κατά την προηγούμενη διαχειριστική περίοδο, στην οποία αναγράφονται το ονοματεπώνυμο, η διεύθυνση, ο Α.Φ.Μ. του κάθε εντολέως του, η δικηγορική υπηρεσία που παρασχέθηκε και η συμφωνηθείσα αμοιβή.
·Στα συμβόλαια δεν προβλέπονται «νόμιμες αμοιβές» και, κατά συνέπεια, ελλείψει έγγραφης συμφωνίας, δεν υπάρχει συγκεκριμένο ποσό αμοιβής, το οποίο δύναται να αξιώσει ο Δικηγόρος.
·Σε περίπτωση λήψεως της «νόμιμης αμοιβής» σε δικαστηριακές πράξεις, ο Δικηγόρος δεν μπορεί να αφαιρέσει από αυτή ως εισόδημα το ποσό των κρατήσεων, που κατέβαλε στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο, διότι πρόκειται για δύο αυτοτελή συστήματα υπολογισμού: ένα για τον υπολογισμό της αμοιβής του Δικηγόρου και ένα ανεξάρτητο - μη συνδεόμενο με την αμοιβή – για τον υπολογισμό των κρατήσεων, υπόχρεος δε για την καταβολή των τελευταίων είναι ο ίδιος ο Δικηγόρος.
·Εάν ο Δικηγόρος συμφωνήσει να λάβει το ποσό των κρατήσεων από τον εντολέα επιπλέον της αμοιβής του και εντάξει το ποσό αυτών στην Α.Π.Υ. του, τότε ο Φ.Π.Α. επιβάλλεται επί του συνολικού ποσού της Α.Π.Υ. (αμοιβή + κρατήσεις), αλλά ως ακαθάριστο εισόδημα θεωρείται μόνο η αμοιβή, ήτοι από το συνολικό ποσό της Α.Π.Υ. αφαιρούνται οι κρατήσεις, κατ’ επίκληση των παλαιών ΠΟΛ. 1035/2001 και 1220/2001".
Τη διαφωνία τους στο νέο τρόπο φορολόγησης εξέφρασαν για άλλη μια φορά οι Δικηγορικοί Σύλλογοι της χώρας, κατά τη διάρκεια της Ολομέλειας, η οποία πραγματοποιήθηκε την Κυριακή 29/5/2011. Το συγκεκριμένο θέμα μαζί με την επικείμενη απελευθέρωση του επαγγέλματος απασχόλησαν σχεδόν αποκλειστικά τις εργασίες της χθεσινής Ολομέλειας.
Ας σημειωθεί ότι, όπως προβλέπεται στις σχετικές διατάξεις των Ν. 3919/2011 και Ν. 3943/2011, την 1η Ιουλίου 2011 θα πρέπει να έχουν ολοκληρωθεί τα Προεδρικά Διατάγματα για το «άνοιγμα» του επαγγέλματος καθώς και οι υπουργικές αποφάσεις για το νέο τρόπο φορολόγησης του κλάδου. Γι’ αυτό το σκοπό άλλωστε έχει συσταθεί και ήδη λειτουργεί στο Υπουργείο Δικαιοσύνης ειδική Επιτροπή, υπό την προεδρία του τέως αντιπροέδρου του ΣτΕ κ. Μιχάλη Βροντάκη, στην οποία συμμετέχουν και τα μέλη της Συντονιστικής Επιτροπής της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων.
Ειδικότερα για το θέμα της φορολόγησης, επισημάνθηκε το ανεφάρμοστο της κυβερνητικής πρότασης και γι’ αυτό συντάχθηκε σχέδιο Υπουργικής Απόφασης (ΥΑ), με την οποία καθορίζεται ο τρόπος αμοιβής και παρακράτησης φόρου των δικηγορικών αμοιβών. Στο συγκεκριμένο κείμενο – πρόταση (ΥΑ), το οποίο ετέθη προς έγκριση ενώπιον της Ολομέλειας και έγινε ομόφωνα δεκτό, ουσιαστικά προτείνεται η εξακολούθηση του ισχύοντος συστήματος της παρακράτησης του φόρου, με συντελεστή 15% στα γραμμάτια προείσπραξης από τους Δικηγορικούς Συλλόγους.
Επίσης, προς διευκόλυνση των εργασιών της Ολομέλειας αποφασίστηκε η σύσταση και στελέχωση με προσωπικό και τεχνικό εξοπλισμό “Γραφείου Ολομέλειας”, καθώς και η δημιουργία σχετικής ιστοσελίδας. (Πηγή: lawnet.gr)
Με το υπ' αριθμ. πρωτ. Δ15Β103867ΕΞ2011/7-4-2011 έγγραφο του Υπουργείου Οικονομικών/Διεύθυνση Βιβλίων και Στοιχείων, διευκρινίσθηκαν τα εξής:
α) Δικαιολογητικό εγγραφής του μερίσματος των δικηγόρων στα βιβλία τους αποτελεί το δικαιολογητικό καταβολής αυτού, δηλαδή η βεβαίωση που εκδίδεται από τον οικείο δικηγορικό σύλλογο για την καταβολή του υπόψη μερίσματος. Εφόσον η βεβαίωση αυτή εκδίδεται σε ετήσια βάση (μια φορά το χρόνο) στα βιβλία διενεργείται εγγραφή στο τέλος της διαχειριστικής περιόδου με βάση την υπόψη βεβαίωση και ανεξάρτητα από το χρόνο είσπραξης του μερίσματος.
β) Οι δικηγόροι που παρέχουν τις υπηρεσίες τους αποκλειστικά με πάγια αντιμισθία (μισθωτές υπηρεσίες), χωρίς δηλαδή να αποκτούν εισοδήματα και από την παροχή λοιπών δικηγορικών υπηρεσιών (ως ελεύθεροι επαγγελματίες), δεν απαιτείται να καταχωρούν το μέρισμα που λαμβάνουν από τον οικείο δικηγορικό σύλλογο στα φορολογικά βιβλία που τυχόν έχουν θεωρήσει σε χρόνο που ασκούσαν το δικηγορικό επάγγελμα (ως ελεύθεροι επαγγελματίες).
Οχι μόνο οι «μαχόμενοι» δικηγόροι, αλλά και οι έμμισθοι που παρέχουν τις υπηρεσίες τους σε διάφορους οργανισμούς, φορείς, εταιρείες κ.λπ., είναι υποχρεωμένοι να καταβάλλουν ΦΠΑ ύψους 23% για την προσφορά των νομικών τους υπηρεσιών.
Χθες το Συμβούλιο της Επικρατείας ακύρωσε την πράξη του υπουργείου Οικονομικών με την οποία απαλλάχθηκαν από τον ΦΠΑ μόνο οι έμμισθοι δικηγόροι, κρίνοντας ότι η συγκεκριμένη απαλλαγή είναι ανυπόστατη.
Στο ΣτΕ προσέφυγε ο δικηγόρος Παν. Γιαννόπουλος υποστηρίζοντας ότι παραβιάζεται η συνταγματική αρχή της ισότητας με την επιβολή ΦΠΑ μόνο στους «μαχόμενους» και με την απαλλαγή των εμμίσθων από τον ΦΠΑ.
Το Β' τμήμα ΣτΕ επισήμανε (909/11) ότι ο ν. 3842/10 επέβαλε γενικά ΦΠΑ στις δικηγορικές υπηρεσίες, που μέχρι τότε εξαιρούνταν από το φορολογικό αυτό καθεστώς. Ωστόσο με νεότερη εγκύκλιο το υπουργείο Οικονομικών απάλλαξε τους εμμίσθους από τον ΦΠΑ, απαλλαγή που δεν έλαβε ποτέ νόμιμη υπόσταση, αφού δεν δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ, όπως έκρινε το ΣτΕ, αφήνοντας να εννοηθεί ότι υπήρχαν και άλλοι λόγοι ακυρότητας. (Πηγή: ΕΘΝΟΣ)
Με την Σ.τ.Ε. 3690/2009 (Ολομ.) ακυρώθηκε η 44728/19.12.2007 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Αττικής, κατά το μέρος που θεσπίζει όριο ηλικίας για την αποχώρηση των δικηγόρων, οι οποίοι υπηρετούν με σχέση έμμισθης εντολής στο Δήμο Αθηναίων, ως εκδοθείσα άνευ νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως.
Ειδικότερα, με την απόφαση αυτή κρίθηκαν τα εξής: Από το συνδυασμό των διατάξεων του ν. 3584/2007 «Κύρωση του Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων», του άρθρου 83 παρ. 2 του π.δ. 410/1988, του άρθρου 30 παρ. 1 του ν. 4505/1966, των άρθρων 1 – 7 του ν.δ. 1827/1942 και των άρθρων 1, 38, 63, 63Α και 94 του ν.δ. 3026/1954 «Περί του Κώδικος των Δικηγόρων» προκύπτει ότι με τις διατάξεις του άρθρου 10 του ν. 3584/2007, οι οποίες αναφέρονται στο περιεχόμενο και την ψήφιση των Οργανισμών Εσωτερικής Υπηρεσίας των Ο.Τ.Α., δεν παρέχεται εξουσιοδότηση προς το αρμόδιο κατά τις διατάξεις αυτές όργανο, ήτοι στο Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας, να θεσπίζει εγκύρως όριο ηλικίας εξόδου από την υπηρεσία των δικηγόρων που υπηρετούν με σχέση εμμίσθου εντολής στους οικείους Δήμους. Τούτο δε διότι το μόνο θέμα, για το οποίο παρέχεται εξουσιοδότηση από το συγκεκριμένο νόμο και αφορά στους δικηγόρους, είναι η σύσταση των θέσεων δικηγόρων και η αντίστοιχη κατάργησή τους και όχι τα θέματα που αφορούν στην υπηρεσιακή τους κατάσταση -στην οποία περιλαμβάνεται και το θέμα εξόδου από την υπηρεσία λόγω συμπληρώσεως του ορίου ηλικίας-, για ορισμένα από τα οποία, άλλωστε, υφίστανται ρυθμίσεις ευθέως στον ίδιο το συγκεκριμένο νόμο (άρθρα 165 παρ. 5-7, 166, 167). Τυχόν αντίθετη εκδοχή θα έβαινε πέραν της εννοίας της διοικήσεως των τοπικών υποθέσεων από τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοικήσεως, εφόσον οι δικηγόροι που προσλαμβάνονται και υπηρετούν στους οργανισμούς αυτούς με σχέση εμμίσθου εντολής δεν αποτελούν διοικητικό προσωπικό των νομικών αυτών προσώπων. Περαιτέρω, υπέρ της εκδοχής αυτής συνηγορεί ότι, ακόμη και για το καθαρώς μόνιμο προσωπικό των δήμων, η πρόβλεψη για την έξοδο από την υπηρεσία, λόγω συμπληρώσεως ορίου ηλικίας, ρυθμίζεται ευθέως από διατάξεις του ν. 3584/2007 (άρθρα 156 και 159). Συνεπώς, ως προς το θέμα αυτό, της θεσπίσεως δηλαδή ορίου ηλικίας για την έξοδο από την υπηρεσία των δικηγόρων των Δήμων και των Κοινοτήτων, εξακολουθούν να ισχύουν οι σχετικές διατάξεις του Δικηγορικού Κώδικα (άρθρο 63Α). Ενόψει τούτων, η 44728/19.12.2007 απόφαση του Γ.Γ.Π. Αττικής, κατά το μέρος που θεσπίζει όριο ηλικίας για την αποχώρηση των δικηγόρων, οι οποίοι υπηρετούν με σχέση έμμισθης εντολής στο Δήμο Αθηναίων, έχει εκδοθεί άνευ νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως.