Δευτέρα 20 Φεβρουαρίου 2012

Το Μονομελές Πρωτοδικείο της Αθήνας δικαίωσε εργαζόμενους με συμβάσεις μαθητείας (stage)


Απόφαση-δικαίωση για τους εργαζόμενους με συμβάσεις μαθητείας (stage) εξέδωσε το Μονομελές Πρωτοδικείο της Αθήνας, κρίνοντας ότι στην πραγματικότητα κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες και γι’ αυτό οι συμβάσεις τους πρέπει να μετατραπούν σε εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Ανάβοντας το «πράσινο φως» για να μπορέσουν να επιστρέψουν στην εργασία τους ως υπάλληλοι στις εφορίες, το Πρωτοδικείο υποχρέωσε το Δημόσιο να τους επαναπροσλάβει καταβάλλοντάς τους τις αποδοχές που κανονικά δικαιούται ένας υπάλληλος με βάση την προϋπηρεσία τους (περίπου τετραετής) και τα τυπικά τους προσόντα.
Αναδρομικά
Παράλληλα το δικαστήριο (213/12) έκανε δεκτό και το αίτημα αναδρομικής καταβολής των νόμιμων αποδοχών που έπρεπε να εισπράττουν αυτό το διάστημα, ενώ κήρυξε την απόφασή του προσωρινά εκτελεστή, επιτρέποντας έτσι την άμεση επιστροφή στις εργασίες τους και την άμεση είσπραξη των οφειλομένων. Οι εργαζόμενοι είχαν συμβάσεις μαθητείας του ΟΑΕΔ παρέχοντας τις υπηρεσίες τους ανασφάλιστοι και με μηνιαίες αποδοχές περίπου 500 ευρώ στις εφορίες, με την υποχρέωση υπογραφής διαδοχικών συμβάσεων που τιτλοφορούνταν ως «συμφωνητικά εργασίας», δήθεν για να αποκτήσουν εργασιακή εμπειρία.(Πηγή: e-themis)

Δευτέρα 9 Ιανουαρίου 2012

Αποχή Δικηγόρων 11-13 Ιανουαρίου

Η Συντονιστική Επιτροπή Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος που συνήλθε έκτακτα σήμερα αποφάσισε πανελλαδική αποχή δικηγόρων την 11, 12 και 13 Ιανουαρίου 2012, σε ένδειξη διαμαρτυρίας για τις διατάξεις περί δικηγορικών εταιριών και για τα φορολογικά μέτρα. Η Ολομέλεια των Προέδρων θα συνέλθει στην Αθήνα την Τετάρτη 11/1/2012.

Παρασκευή 9 Δεκεμβρίου 2011

ΣτΠ: Πρόστιμο 6.000 Ευρώ σε Εργοδότη που Απέλυσε Έγκυο με την Πρόφαση ότι η Σύμβασή της ήταν Ορισμένου Χρόνου

Εργαζόμενη επί τέσσερα έτη ως πωλήτρια ζήτησε αναρρωτική άδεια εξ αιτίας προβλημάτων που αντιμετώπιζε στην εγκυμοσύνη της. Ο εργοδότης της ισχυρίστηκε ότι η σύμβαση εργασίας της ήταν ορισμένου χρόνου και ότι είχε λήξει. Η εργαζόμενη, η οποία πίστευε ότι εργαζόταν με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, προσέφυγε στην Επιθεώρηση Εργασίας, η οποία ενημέρωσε το Συνήγορο του Πολίτη για το θέμα. Ο ΣτΠ ερεύνησε την υπόθεση και κατέληξε ότι δεν δικαιολογείτο ο περιορισμός της διάρκειας της σύμβασης της εργαζομένης σε τέσσερα έτη. Επομένως, καταχρηστικά η σύμβαση χαρακτηρίστηκε ως τετραετούς διάρκειας. Με βάση τα ανωτέρω, ο ΣτΠ εισηγήθηκε στην Επιθεώρηση Εργασίας την επιβολή προστίμου σε βάρος του εργοδότη. Η εισήγηση έγινε δεκτή και επιβλήθηκε στον εργοδότη πρόστιμο 6.000€

Ριζικές Αλλαγές στη Δικαιοσύνη

Διαρθρωτικές αλλαγές στη Δικαιοσύνη με σκοπό την ταχύτερη απονομή της και την αντιμετώπιση των φαινομένων Αρνησιδικίας περιλαμβάνει το νομοσχέδιο που έδωσε στη δημοσιότητα ο υπουργός Δικαιοσύνης.

Όπως αναφέρεται στο νομοσχέδιο, που περιλαμβάνει 80+1 σημεία παρέμβασης στα Πολυμελή Πρωτοδικεία υπάρχουν συχνά 30 ή 40 υποθέσεις στο δικάσιμο μιας μέρας, με αποτέλεσμα να δικάζονται εν τέλει μόλις 3-5 υποθέσεις και οι υπόλοιπες να αναβάλλονται, συχνά για δύο χρόνια.


Συγκεκριμένα στο πλαίσιο των Πολιτικών Δικών λαμβάνονται μέτρα που αφορούν σε:

 ► Οργάνωση της δικαστικής μεσολάβησης.
 ► Αλλαγές στα συναινετικά και μη διαζύγια.
 ► Αντιμετώπιση του προβλήματος της αναβολής υποθέσεων.
 ► Αποσυμφόρηση των Πολυμελών Πρωτοδικείων (Όπως αναφέρεται στο νομοσχέδιο, που περιλαμβάνει 80+1 σημεία παρέμβασης στα Πολυμελή Πρωτοδικεία υπάρχουν συχνά 30 ή 40 υποθέσεις στο δικάσιμο μιας μέρας, με αποτέλεσμα να δικάζονται εν τέλει μόλις 3-5 υποθέσεις και οι υπόλοιπες να αναβάλλονται, συχνά για δύο χρόνια)
 ► Μεταφέρεται από τα Πρωτοδικεία στα Ειρηνοδικεία η εκδίκαση των υποθέσεων της εκουσίας δικαιοδοσίας.
 ► Το Ειρηνοδικείο αποκτά την αρμοδιότητα στο σύνολο των ενεργειών για τις δημοσιεύσεις των διαθηκών και την έκδοση κληρονομητηρίου.
 ► Τροποποιήσεις στη διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων.
 ► Ειδικές προβλέψεις σχετικά με εργατικές διαφορές.


Στο πλαίσιο των Ποινικών Δικών λαμβάνονται μέτρα που αφορούν στη Δικαιοκρατική αντιμετώπιση του τεράστιου όγκου μηνύσεων και εγκλήσεων. (Υπολογίζεται ότι μόνο στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών όλο το 2011 έχουν εισαχθεί περίπου 330.000 μηνύσεις- εγκλήσεις ενώ το 2010 έφτασαν τις 672.014).

Έτσι, μεταξύ άλλων:

 ►  Καταργείται η υποχρεωτικότητα της προκαταρκτικής εξέτασης στα πλημμελήματα.
 ► Ανώνυμες καταγγελίες τίθενται αμέσως στο αρχείο.
 ► Ο μηνυτής στα κατ’ έγκληση διωκόμενα εγκλήματα καταθέτει παράβολο υπέρ του Δημοσίου ποσού εκατό (100) ευρώ.
 ► Θεσπίζεται Μονομελές Εφετείο Κακουργημάτων για συγκεκριμένα κακουργήματα που δεν επιφέρουν ποινή ισόβιας κάθειρξης, όπως υποθέσεις ναρκωτικών, διακεκριμένες κλοπές, ληστείες, του νόμου περί αλλοδαπών, του νόμου περί λαθρεμπορίας, του νόμου περί πνευματικής ιδιοκτησίας, του νόμου περί τυχερών παιχνιδιών και του νόμου περί αθλητικής βίας.
 ► Προσωρινή κράτηση μπορεί να διαταχθεί και όταν το έγκλημα τελέστηκε κατ' εξακολούθηση ή στο πλαίσιο εγκληματικής οργάνωσης ή υπάρχει μεγάλος αριθμός παθόντων απ' αυτό.
 ► Σε περίπτωση διαφωνίας ανακριτή και εισαγγελέα για την προσωρινή κράτηση, αποφαίνεται το δικαστικό συμβούλιο την ίδια ημέρα, που απολογήθηκε ο κατηγορούμενος. Μέχρι την έκδοση της απόφασης ο κατηγορούμενος κρατείται.
 ► Η αναβολή γίνεται σε δικάσιμο, στην οποία προεδρεύει ο ίδιος δικαστής που προήδρευε του δικαστηρίου, που χορήγησε την αναβολή.
 ► Τα ποσά που προβλέπονται ως κατώτατα όρια για το χαρακτηρισμό μιας πράξης ως κακούργημα αναπροσαρμόζονται ως ακολούθως: Το ποσό των 15.000 ευρώ σε 100.000 ευρώ, το ποσό των 73.000 σε 300.000 ευρώ και το ποσό των 150.000 ευρώ σε 500.000 ευρώ. 


Όσον αφορά στη Διοικητική Δίκη, συμπληρώνεται και ενισχύεται ο θεσμός της πιλοτικής δίκης στο Συμβούλιο της Επικρατείας.

Συγκεκριμένα, μεταξύ άλλων:

 ► Συγκροτείται ειδικός δικαστικός σχηματισμός στο Συμβούλιο της Επικρατείας για την εκδίκαση διαφορών που αφορούν τις στρατηγικές επενδύσεις.
 ► Εισάγεται ο θεσμός της ενιαίας ενδικοφανούς προσφυγής. Δηλαδή οι διοικητικές αμφισβητήσεις επιλύονται χωρίς την ανάγκη του διοικούμενου να προσφεύγει στα διοικητικά δικαστήρια.
 ► Γίνεται υποχρεωτική η αναγραφή ηλεκτρονικής διεύθυνσης του δικηγόρου που υπογράφει το δικόγραφο ή και του προσφεύγοντας.
 ► Σε περίπτωση που η δημόσια διοίκηση δεν αποστέλλει το φάκελο στο δικαστήριο, το δικαστήριο μπορεί να συνάγει τεκμήριο ομολογίας σε βάρος του δημοσίου για την πραγματική βάση των ισχυρισμών του αιτούντος και να προχωρήσει στην εκδίκαση της υπόθεσης.
 ► Θεσπίζεται το δικαίωμα αποζημιώσεως των διαδίκων λόγω υπέρβασης της εύλογης διάρκειας της δίκης ( εκτός από το δημόσιο και τους κυβερνητικούς οργανισμούς).
 ► Το δικαστήριο θα μπορεί να επιβάλλει δικαστική δαπάνη έως τριπλάσια της εκάστοτε οριζόμενης, στις περιπτώσεις που ο ηττηθείς διάδικος συνέβαλε με τη δικονομική του συμπεριφορά στην καθυστέρηση της εκδίκασης.

Ηλεκτρονική Δικαιοσύνη

Το νομοσχέδιο περιλαμβάνει διατάξεις με τις οποίες θεσπίζεται η αναγραφή, επάνω στο δικόγραφο, υποχρεωτικά, της ηλεκτρονικής διεύθυνσης των δικηγόρων που καταθέτουν τα σχετικά ένδικα μέσα. Εισάγεται ο θεσμός της ηλεκτρονικής κατάθεσης δικογράφων εφόσον υπάρχει η δυνατότητα προηγμένης ηλεκτρονικής υπογραφής. Οι διατάξεις αυτές αφορούν το Συμβούλιο της Επικρατείας, τα Διοικητικά Δικαστήρια και το Ελεγκτικό Συνέδριο και έρχονται να συμπληρώσουν αντίστοιχες διατάξεις που πρόκειται να τεθούν σε εφαρμογή στα πολιτικά και ποινικά δικαστήρια, στο πλαίσιο του προγράμματος e-justice.
(Πηγή: www.enet.gr)

Τετάρτη 28 Σεπτεμβρίου 2011

ΔΣΑ: Δελτίο Τύπου Για Αυτόφωρο σε Φορολογικές Παραβάσεις


Πρόσφατα διά της υπ' αριθμ. 6/2011 εγκυκλίου του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου δίδονται, μεταξύ άλλων, συστάσεις για την εφαρμογή της αυτόφωρης διαδικασίας στα εγκλήματα της φοροδιαφυγής και της μη καταβολής βεβαιωμένων χρεών προς το Δημόσιο.

Εντούτοις, τόσο η καθιέρωση της ανωτέρω διαδικασίας για τα εν λόγω αδικήματα, όσο και η τεκμηρίωση που επιχειρείται στην προαναφερθείσα εγκύκλιο ως προς την αναγκαιότητα εφαρμογής της, γεννούν εύλογες απορίες και ερωτηματικά, καθώς μεταφέρουν πλέον την προβληματική του ζητήματος από το επίπεδο της νομιμότητας σε αυτό της σκοπιμότητας.
Ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών δεν μπορεί παρά να εκφράσει τον έντονο θεσμικό προβληματισμό του για την αντίθετη προς θεμελιώδεις αρχές του Ποινικού Δικαίου διεύρυνση της έννοιας του «αυτοφώρου», όπως η τελευταία διαμορφώθηκε με τις διατάξεις του Ν. 3943/2011. Ειδικότερα, η εφεξής θεώρηση ως χρόνου τέλεσης των αδικημάτων φοροδιαφυγής του χρονικού διαστήματος από την ημέρα κατά την οποία για πρώτη φορά όφειλε να ενεργήσει ο υπαίτιος έως τη συμπλήρωση χρόνου αντίστοιχου με το 1/3 της - κατά περίπτωση προβλεπόμενης - προθεσμίας παραγραφής έχει ως αποτέλεσμα όλα συλλήβδην τα εγκλήματα που προβλέπονται στις διατάξεις του Ν. 2523/1997 να θεωρούνται διαρκή και, κατά συνέπεια, αυτόφωρα. Η θεώρηση, ωστόσο, αυτή έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 7 παρ. 1 του Συντάγματος.
’λλωστε, και στην ίδια την ανωτέρω εγκύκλιο επισημαίνονται οι θεωρητικές αντιρρήσεις στην προπεριγραφείσα νομοθετική παρέμβαση και προφανώς, ως δείγμα αδυναμίας ανάπτυξης πειστικού αντιλόγου, αναφέρεται ρητά ότι το ζήτημα «θα κριθεί στην πράξη από τα δικαστήρια». Εντούτοις, αποδεκτή θεωρείται, κατά το συντάκτη της εγκυκλίου, η εφαρμογή της αυτόφωρης διαδικασίας «σε περιπτώσεις ακραίας και προκλητικής φοροδιαφυγής», χαρακτηρισμών γενικών και αόριστων που προσβάλλουν κατάφωρα την αρχή της ασφάλειας δικαίου.
Η κατάθεση των προαναφερθεισών ενστάσεων και προβληματισμών γίνεται φυσικά και πάνω στη βάση ότι οι φορολογικές ποινικές υποθέσεις έχουν ως αφετηρία μια διοικητικού δικαίου διαφορά, που διέπεται από ιδιαίτερες αρχές και δικούς της κανόνες, οι οποίοι δυσχερώς δύνανται να αντιμετωπισθούν με επάρκεια εντός της ab initio συνοπτικής αυτόφωρης διαδικασίας.
Με ιδιαίτερη λύπη και απογοήτευση διαπιστώνουμε πως και η ανωτέρω εγκύκλιος, εντάσσεται σε μία προσπάθεια στήριξης και ενίσχυσης με κάθε τρόπο ενός παραπαίοντος φοροεισπρακτικού μηχανισμού, αντί να συμβάλλει στην ορθολογική και αποτελεσματική αντιμετώπιση των σχετικών εγκλημάτων, που είναι το ζητούμενο. Σε κάθε περίπτωση, είναι αδιανόητο και ανεπίτρεπτο για μια δημοκρατικά δομημένη πολιτεία η χρονίζουσα αδυναμία ενός κρατικού μηχανισμού να επιτύχει τους επιδιωκόμενους δημοσιονομικούς στόχους του να επιδιώκεται να θεραπευτεί κατά τρόπο αποσπασματικό διά ρυθμίσεων που προσλαμβάνουν τη μορφή νομοθετικών ακροβασιών και συνοδεύονται από ελλειμματική δικαστική προστασία, χωρίς σεβασμό στα θεμελιώδη και συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα του πολίτη, φορολογουμένου και κατηγορουμένου.
                                                            Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΔΣΑ
ΓΙΑΝΝΗΣ Δ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ

Παρασκευή 23 Σεπτεμβρίου 2011

Αίτηση Ακύρωσης του ΔΣΑ για το Τέλος Επιτηδεύματος

Ο ΔΣΑ κατέθεσε σήμερα αίτηση ακύρωσης ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την οποία ζητεί την ακύρωση της απόφασης  ΠΟΛ. 1167/02-08-2011 (Φ.Ε.Κ. Β' 1835/17-08-2011) του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών, κατά το μέρος αυτής (άρθρα 3 και 4), που αφορά στην επιβολή του Τέλους Επιτηδεύματος, το οποίο θεσπίζεται με τις διατάξεις του άρθρου 31 του Ν. 3986/2011. Μάλιστα, ο ΔΣΑ ζητεί την εισαγωγή της υπόθεσης στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, αφού - σύμφωνα με το δικόγραφο της Αίτησης - υφίσταται ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος,  που έχει συνέπειες για ευρύτερο κύκλο προσώπων, καθώς αφορά στην πλειοψηφία των Μελών των Δικηγορικών Συλλόγων, αλλά και όλων των ελευθέρων επαγγελματιών και επιτηδευματιών και, ως εκ τούτου, συντρέχει νόμιμη περίπτωση για την εισαγωγή της υποθέσεως στην πλήρη Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 1 του Ν. 3900/2010 και 14~2 περ. β' του Π.Δ. 18/1989.
Το πλήρες περιεχόμενο του δικογράφου μπορείτε να το δείτε εδώ. 

Πέμπτη 22 Σεπτεμβρίου 2011

Κατατέθηκε η Πρώτη Προσφυγή για το Τέλος Ακινήτων και την Εισφορά Αλληλεγγύης

Στο Συμβούλιο της Επικρατείας προσέφυγε σήμερα ο δικηγόρος Αθηνών Άγγελος Τσιγκρής ο οποίος στρέφεται κατά της από 2.8.2011 απόφασης του υπουργού Οικονομικών (ΠΟΛ.1167) που καθορίζει τη "διαδικασία για την βεβαίωση και είσπραξη της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης στα φυσικά πρόσωπα, της έκτακτης εισφοράς σε αντικειμενικές δαπάνες και του τέλους επιτηδεύματος". 

Ο δικηγόρος υποστηρίζει ότι η επίμαχη υπουργική απόφαση είναι αντισυνταγματική, παράνομη και αντίθετη στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ).
Ειδικότερα, υπογραμμίζει ότι παραβιάζονται οι διατάξεις του άρθρου 78 του Συντάγματος που καθιερώνουν τις αρχές της φοροδοτικής ικανότητας των πολιτών, της φορολογικής ισότητας και της νομιμότητας του φόρου. Αλλά πέρα από το χαρακτηρισμό της επίμαχης οικονομικής επιβάρυνσης ως τέλους αυτό συνιστά φόρο.
Σύμφωνα με τον Άγγελο Τσιγκρή: "Το τέλος επιτηδεύματος έχει όλα τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του φόρου και συγκεκριμένα πρόκειται για χρηματική, υποχρεωτική και οριστική οικονομική επιβάρυνση των φορολογουμένων, επιτηδευματιών και ελεύθερων επαγγελματιών, προς το κράτος προς εκπλήρωση δημοσίου σκοπού που πραγματοποιείται με βάση προνόμια δημόσιας εξουσίας και η οποία δίνεται χωρίς ειδικό αντάλλαγμα. Σε κάθε περίπτωση η έλλειψη ειδικού ανταλλάγματος, η οποία συνιστά την ειδοποιό διαφορά μεταξύ φόρου και ανταποδοτικού τέλους, φανερώνει την πραγματική φύση του επιβαλλόμενου τέλους επιτηδεύματος ως φόρου". 
Ο δικηγόρος, επικαλείται νομολογία τόσο του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου όσο και του Συμβουλίου της Επικρατείας, σύμφωνα με την οποία "μια οικονομική επιβάρυνση έχει το χαρακτήρα φόρου και όχι τέλους, ακόμη και αν ονομάζεται έτσι, σε περίπτωση που δεν προβλέπεται ειδικό αντάλλαγμα από το κράτος ή άλλο δημόσιο φορέα". Συνεπώς, συνεχίζει ο δικηγόρος, "το επιβαλλόμενο με τις διατάξεις του άρθρου 31 του Ν. 3986/2011 τέλος επιτηδεύματος συνιστά φόρο και όχι τέλος, παρά τον εκ νόμου διδόμενο σε αυτό χαρακτηρισμό, ελλείψει παροχής ειδικού ανταλλάγματος στους υπόχρεους". Στην πραγματικότητα, με το προβλεπόμενο τέλος επιτηδεύματος, επιβάλλεται κεφαλικός φόρος, δεδομένου ότι οι φορολογούμενοι, επιτηδευματίες και ελεύθεροι επαγγελματίες, αποτελούν αυτοί καθαυτοί τη βάση επιβολής του εν λόγω φόρου.
Ακόμη, στο σκεπτικό της προσφυγής, αναφέρεται ότι "η επιβολή "κεφαλικού φόρου", όπως το τέλος (φόρος) επιτηδεύματος, παραβιάζει και την αρχή της φοροδοτικής ικανότητας που κατοχυρώνεται στην παράγραφο 5 του άρθρου 4 του Συντάγματος". Οι φορολογούμενοι "θα πρέπει να φορολογούνται ανάλογα με τις δυνάμεις τους, δηλαδή τη φοροδοτική τους ικανότητα και όχι με κριτήρια, όπως για παράδειγμα ο τόπος εγκατάστασής τους, τα οποία δεν είναι κατάλληλα και αντικειμενικά για την ανεύρεση της φοροδοτικής τους ικανότητας". Με τον τρόπο αυτό παραβιάζεται και η συνταγματική αρχή της ισότητας την οποία επιβάλλει η Πολιτεία και μεταχειρίζεται με ομοιόμορφο τρόπο τους φορολογούμενους που τελούν υπό όμοιες συνθήκες από την πλευρά της φοροδοτικής ικανότητας.
Η επιβολή "κεφαλικού φόρου" μόνο στους ελεύθερους επαγγελματίες και στους επιτηδευματίες και όχι στους λοιπούς φορολογούμενους παραβιάζει την αρχή της φορολογικής ισότητας. Πολύ περισσότερο παραβιάζεται η εν λόγω αρχή, καθώς προβλέπονται και εξαιρέσεις από την επιβολή του τέλους επιτηδεύματος. 
Παράνομη χαρακτηρίζεται και η πρόβλεψη της επίμαχης απόφασης που αναφέρει ότι η κατάθεση προσφυγής στα Διοικητικά Δικαστήρια δεν αναστέλλει την είσπραξη του τέλους επιτηδεύματος. Και αυτό γιατί ο πρόσφατος νόμος 3943/2011 με την κατάθεση προσφυγής αναστέλλεται η πληρωμή του 50% του τέλους, φόρου κ.λπ.
Ως προς την ειδική εισφορά αλληλεγγύης ο κ. Τσιγκρής υπογραμμίζει ότι παραβιάζει τις συνταγματικές αρχές της φοροδοτικής ικανότητας και της μη αναδρομικότητας των φορολογικών νόμων. Συγκεκριμένα, αναφέρει, με το "άρθρο 29 του Ν. 3986/2011 θεσπίζεται αναδρομικά εφαρμογή φορολογικού τεκμηρίου και διαδικασίας και μεθόδου εξεύρεσης της φορολογητέας ύλης, καθώς και η αναδρομική κατάργηση υφιστάμενου φορολογικού καθεστώτος που προβλέπει φορολογικές αλλαγές".
Ο φόρος αλληλεγγύης παραβιάζει και τις συνταγματικές αρχές της φορολογικής ισότητας και της προοδευτικότητας του φόρου και αυτό γιατί οι "φορολογικοί συντελεστές επιβάλλονται στο σύνολο των εισοδημάτων των φορολογουμένων και όχι σε μέρος των εισοδημάτων αυτών με βάση την προοδευτική κλίμακα υπολογισμού του φόρου, όπως προβλέπεται στο φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων".
Η εισφορά αλληλεγγύης και το τέλος επιτηδεύματος παραβιάζουν την ΕΣΔΑ, καθώς και τα δύο επιβάλλονται για το ίδιο οικονομικό αντικείμενο προσβάλλοντας έτσι το κατοχυρωμένο περιουσιακό δικαίωμα των φορολογουμένων.
Τέλος, σημειώνει ότι το ύψος των νέων έκτακτων φόρων είναι δυσανάλογα μεγάλο σε σχέση με τη φοροδοτική ικανότητα των φορολογούμενων και ενδέχεται οι φορολογούμενοι να στερηθούν την ιδιοκτησία τους, αφού για να καταβάλουν το ποσό των αμφισβητούμενων φόρων, θα πρέπει να προβούν στη λήψη μέτρων (π.χ. λήψη δανείων), ενώ σε περίπτωση μη συμμόρφωσής τους με την υποχρέωση αυτή υπάρχει ο κίνδυνος να ληφθούν μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος της περιουσίας τους, όπως για παράδειγμα επιβολή κατάσχεσης στην ακίνητη περιουσία. (Πηγή: www.enet.gr)