Κυριακή 15 Νοεμβρίου 2009

Αλλαγές στους όρους επιβολής προσωρινής κράτησης

Τέθηκε σε ανοιχτή δημόσια διαβούλευση (μέχρι τις 18/11/2009) η νομοθετική πρωτοβουλία του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων για την λήψη άμεσων μέτρων αποσυμφόρησης των φυλακών και την βελτίωση των συνθηκών κράτησης στα σωφρονιστικά καταστήματα της χώρας. Τα βασικά σημεία της νομοθετικής πρωτοβουλίας που τίθενται σε δημόσια διαβούλευση αφορούν στα εξής : α) Τροποποίηση  των άρθρων 282 παρ.3 και 296 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας σχετικά με την προσωρινή κράτηση β) Τροποποίηση της νομοθεσίας για τα ναρκωτικά (άρθρο 30, άρθρο 40, άρθρο 42) γ) Μέτρα για την άμεση βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης στα καταστήματα κράτησης. Ειδικότερα, προβλέπεται αναδιατύπωση των κριτηρίων προφυλάκισης, που αυτή τη στιγμή «κρατούν» στις φυλακές πάνω από 3.200 υπόδικους σε σύνολο 11.700. Από εδώ και στο εξής θα προφυλακίζονται μόνον οι κατηγορούμενοι για πράξεις που τιμωρούνται με 20ετή και ισόβια κάθειρξη. Εξαιρούνται οι κατηγορούμενοι που είναι ύποπτοι φυγής και όσοι έχουν καταδικαστεί στο παρελθόν με ποινή κάθειρξης. Οσοι εξάλλου έχουν καταδίκες έως πέντε έτη, θα μπορούν να μετατρέψουν την ποινή τους σε χρηματική, προς τρία ευρώ την ημέρα. Ακόμη, διαχωρίζονται οι χρήστες ναρκωτικών ουσιών και τα «βαποράκια» από τους εμπόρους. Με το νέο καθεστώς, οι χρήστες θα αποφυλακίζονται μόλις εκτίσουν τα 2/5 της ποινής τους, ενώ οι έμποροι μικρών ποσοτήτων με κάθειρξη έως 10 έτη, θα αποφυλακίζονται με όρους, εφόσον έχουν εκτίσει τα 3/5 της ποινής. Αντιθέτως, οι ισοβίτες μεγαλέμποροι θα απολύονται υπό όρους, εφόσον έχουν εκτίσει τουλάχιστον 25 έτη. Από τις ρυθμίσεις εκτιμάται ότι θα ευεργετηθούν τα 2/3 από τους 4.900 καταδικασθέντες για ναρκωτικά.
Οι επιμέρους τροποποιήσεις:
ΚΩΔΙΚΑΣ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ
Το άρθρο 282 παρ. 3 ΚΠΔ αντικαθίσταται ως εξής: 
Προσωρινή κράτηση και περιοριστικοί όροι: 
1. Όσο διαρκεί η προδικασία, αν προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής του κατηγορουμένου για κακούργημα ή πλημμέλημα που τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών, είναι δυνατό να διαταχθούν περιοριστικοί όροι, εφόσον αυτό κρίνεται απολύτως αναγκαίο για την επίτευξη των αναφερόμενων στο άρθρο 296 σκοπών.
2. Περιοριστικοί όροι είναι ιδίως η παροχή εγγύησης, η υποχρέωση του κατηγορουμένου να εμφανίζεται κατά διαστήματα στον ανακριτή ή σε άλλη αρχή, η απαγόρευση να μεταβαίνει ή να διαμένει σε ορισμένο τόπο ή στο εξωτερικό, η απαγόρευση να συναναστρέφεται ή να συναντάται με ορισμένα πρόσωπα.
3. Προσωρινή κράτηση μπορεί να επιβληθεί αντί για περιοριστικούς όρους –εάν αιτιολογημένα κριθεί ότι οι τελευταίοι δεν επαρκούν-, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις της πρώτης παραγράφου του άρθρου αυτού, μόνο αν ο κατηγορούμενος διώκεται για κακούργημα και δεν έχει γνωστή διαμονή στη χώρα ή έχει κάνει προπαρασκευαστικές ενέργειες για να διευκολύνει τη φυγή του ή κατά το παρελθόν υπήρξε φυγόποινος ή φυγόδικος ή κρίθηκε ένοχος για απόδραση κρατουμένου ή παραβίαση περιορισμών διαμονής, εφόσον από τη συνδρομή των παραπάνω στοιχείων προκύπτει σκοπός φυγής ή κρίνεται αιτιολογημένα ότι αν αφεθεί ελεύθερος είναι πολύ πιθανό, όπως προκύπτει από προηγούμενες αμετάκλητες καταδίκες για κακούργημα ή από τα συγκεκριμένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της αποδιδόμενης σ’ αυτόν πράξης για την οποία απειλείται στο νόμο ισόβια κάθειρξη ή πρόσκαιρη κάθειρξη με ανώτατο όριο τα είκοσι έτη, να διαπράξει και άλλα εγκλήματα. Μόνο η κατά το νόμο βαρύτητα της πράξης δεν αρκεί για την επιβολή προσωρινής κράτησης». Σε εντελώς εξαιρετικές περιπτώσεις και εφόσον αιτιολογημένα κρίνεται ότι δεν επαρκούν οι περιοριστικοί όροι, μπορεί να επιβληθεί προσωρινή κράτηση και για το πλημμέλημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή, αν προκύπτει σκοπός φυγής του κατηγορουμένου, με βάση τα κριτήρια που αναφέρονται στο εδάφιο α΄ της παρούσας παραγράφου. Στην περίπτωση αυτή, το ανώτατο όριο της προσωρινής κράτησης είναι διάρκειας έως έξι μηνών, που μπορεί να παραταθεί για άλλους τρεις μήνες. 
«4. Οι περιοριστικοί όροι που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο για κακούργημα ή πλημμέλημα, εάν παραβιασθούν από αυτόν, είναι δυνατόν να αντικατασταθούν με προσωρινή κράτηση κατά το άρθρο 298.
«5. Η παράγραφος 3 του παρόντος εφαρμόζεται και για ανήλικο κατηγορούμενο που έχει συμπληρώσει το δέκατο τρίτο έτος της ηλικίας του, εφόσον η πράξη για την οποία κατηγορείται απειλείται στο νόμο με ποινή κάθειρξης τουλάχιστον δέκα ετών. Η αδυναμία παροχής εγγύησης δεν επιτρέπεται να οδηγήσει από μόνη της σε προσωρινή κράτηση.
Το άρθρο 296 ΚΠΔ αντικαθίσταται ως εξής: 
Ο σκοπός των περιοριστικών όρων είναι να αποτραπεί ο κίνδυνος τέλεσης νέων εγκλημάτων και να εξασφαλιστεί ότι εκείνος στον οποίο επιβλήθηκαν θα παραστεί οποτεδήποτε στην ανάκριση ή στο δικαστήριο και θα υποβληθεί στην εκτέλεση της απόφασης.


ΚΩΔΙΚΑΣ ΝΟΜΩΝ ΓΙΑ ΤΑ ΝΑΡΚΩΤΙΚΑ
Στο άρθρο 30 του ν. 3459/2006 προστίθεται παράγραφος 6, η οποία έχει ως εξής:
6. Ο κατά νόμο ποινικός χαρακτήρας των πράξεων που τελέστηκαν από δράστη, στο πρόσωπο του οποίου συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παρ. 1, κρίνεται με βάση την απειλούμενη στις παραγράφους 4 στοιχ. β΄ και γ΄ ποινή.
Το άρθρο
40 ν. 3459/2006 αντικαθίσταται ως εξής:
Έκτιση ποινών εμπόρων ναρκωτικών
Όσοι καταδικάσθηκαν, υπό τις επιβαρυντικές περιστάσεις των άρθρων 23 και 23 Α του παρόντος, σε ποινή ισόβιας κάθειρξης, μπορούν να απολυθούν υπό τον όρο της ανάκλησης εφόσον έχουν εκτίσει τουλάχιστον είκοσι πέντε έτη. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 105 επ. ΠΚ.
Το άρθρο 
2 παρ. 2 εδάφ. Β΄ του Ν. 3459/2006 αντικαθίσταται ως εξής:
β) Η κρίση για την επιβολή ή συνέχιση προσωρινής κράτησης πρέπει οπωσδήποτε να λαμβάνει υπόψη τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει αν ο κατηγορούμενος είναι εξαρτημένος.



ΝΕΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Τέλος ψηφίζονται νέες διατάξεις προς το σκοπό της αποσυμφόρησης των φυλακών και τη βελτίωση των συνθηκών κράτησης, οι οποίες έχουν ως εξής:
«1. Η στερητική της ελευθερίας ποινή, η οποία έχει καταγνωσθεί μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου και δεν έχει καταστεί αμετάκλητη, εφόσον δεν υπερβαίνει τα πέντε έτη, συμπεριλαμβανομένης και της πενταετούς κάθειρξης, μετατρέπεται, με αίτηση του καταδικασθέντος, σε χρηματική. Η αίτηση μετατροπής υποβάλλεται παραδεκτά εντός δύο μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση και γίνεται δεκτή εκτός εάν, με ειδικά αιτιολογημένη απόφαση, το δικαστήριο κρίνει, από την εν γένει συμπεριφορά του καταδικασθέντος, τη βαρύτητα του εγκλήματος και την προσωπικότητά του, ότι η μετατροπή δεν αρκεί για να αποτρέψει τον δράστη από την τέλεση άλλων, ανάλογης βαρύτητας, αξιόποινων πράξεων. Οι ως άνω διατάξεις εφαρμόζονται και για τα εγκλήματα που προβλέπονται στην παράγραφο 11 του άρθρου 82 του Ποινικού Κώδικα, καθώς και για τις ήδη συγχωνευθείσες ποινές, από τις οποίες η βαρύτερη δεν υπερβαίνει τα πέντε έτη κατά τα ανωτέρω. Η προθεσμία για την άσκηση τυχόν προβλεπομένων κατά της καταδικαστικής αποφάσεως ενδίκων μέσων αναστέλλεται κατά το διάστημα από της υποβολής της ανωτέρω αιτήσεως μέχρι της εκδόσεως αποφάσεως του δικαστηρίου περί της μετατροπής ή μη της ποινής. Αν η αίτηση γίνει δεκτή, το τυχόν ένδικο μέσο κατά της καταδικαστικής αποφάσεως θεωρείται ως μη ασκηθέν. 2. Το ποσό της μετατροπής καθορίζεται με ειδικά αιτιολογημένη απόφαση, αφού ληφθεί υπόψη η οικονομική κατάσταση του καταδικασμένου. Το ελάχιστο ποσό της κατά την προηγούμενη παράγραφο μετατροπής ορίζεται, για κάθε ημέρα φυλάκισης, σε τρία (3) ευρώ. Κατά τα λοιπά, εφαρμόζονται οι διατάξεις των παραγράφων 3 και 5 του άρθρου 82 του Ποινικού Κώδικα και της 50492/2008 (ΦΕΚ 1112 Β’) κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Δικαιοσύνης. 3. Η κατά τις διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων μετατραπείσα περιοριστική της ελευθερίας ποινή, που δεν υπερβαίνει τα πέντε έτη φυλάκισης, μπορεί να μετατρέπεται περαιτέρω, με την ίδια ή μεταγενέστερη απόφαση του δικαστηρίου που αποφάσισε τη μετατροπή, σε ποινή παροχής κοινωφελούς εργασίας, αν το ζητεί ή το αποδέχεται εκείνος που καταδικάσθηκε και εφόσον η παροχή τέτοιας εργασίας από τον συγκεκριμένο καταδικασμένο είναι εφικτή. Εάν ο κατάδικος που παρέχει κοινωφελή εργασία έχει εκτίσει με τον τρόπο αυτό τα τρία πέμπτα της ποινής του, μπορεί να τύχει απόλυσης υπό όρο κατ’ εφαρμογή του άρθρου 105 επ. ΠΚ».
Για συμμετοχή στη διαβούλευση κάντε κλικ
εδώ.





Παρασκευή 13 Νοεμβρίου 2009

Σε δημόσια διαβούλευση το νομοσχέδιο για τις προσλήψεις στο Δημόσιο

Η νομοθετική πρωτοβουλία "Αναμόρφωση συστήματος προσλήψεων και καθολική υπαγωγή τους στον πλήρη έλεγχο του ΑΣΕΠ", τίθεται σε δημόσια διαβούλευση έως και την Τετάρτη 18 Νοεμβρίου 2009 στις 12 το μεσημέρι, προκειμένου στη συνέχεια να κατατεθεί ως Σχέδιο Νόμου προς συζήτηση και ψήφιση στη Βουλή. Κύρια σημεία είναι η κατάργηση της προφορικής συνέντευξης, η κατάργηση της προσαύξησης κατά 50% των μονάδων λόγω εμπειρίας, η τροποποίηση διατάξεων που διέπουν την μοριοδότηση υποψηφίων καθώς και η υπαγωγή στον έλεγχο του ΑΣΕΠ των προσλήψεων που διενεργούν οι Ανεξάρτητες Αρχές. Για συμμετοχή στη διαβούλευση κάντε κλικ εδώ.

Τρίτη 10 Νοεμβρίου 2009

Παράνομη και Καταχρηστική η Απεργία στο Λιμάνι


Το Mονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά κήρυξε παράνομη στο σύνολό της και καταχρηστική, όσον αφορά στο δεύτερο σκέλος της, την απεργία της ΟΜΥΛΕ και της Ένωσης Λιμενεργατών από την 1η έως τις 16 Οκτωβρίου και από τις 3 Νοεμβρίου έως σήμερα μετά τη σχετική προσφυγή του ΕΒΕΑ και των υπόλοιπων επιμελητηρίων. Οι απεργοί θα συνεδριάσουν απόψε το βράδυ, προκειμένου να αποφασίσουν αν θα συνεχίσουν τις κινητοποιήσεις τους ή θα επιστρέψουν στην εργασία τους.
Στο σκεπτικό της δικαστικής απόφασης αναφέρεται ότι οι εργαζόμενοι είχαν γραπτές και προφορικές διαβεβαιώσεις ότι διασφαλίζονται οι θέσεις εργασίας. Η απόφαση προβλέπει ποινή φυλάκισης δύο μηνών για κάθε ημέρα απεργίας από δω και στο εξής και χρηματικό πρόστιμο 4.000 ευρώ ανά ημέρα απεργίας σε κάθε συνδικάτο.
Το 2008 είχε υπάρξει παρόμοια απόφαση, η οποία απαγόρευε στο μέλλον κινητοποιήσεις με αίτημα τη μη ιδιωτικοποίηση του Οργανισμού Λιμένος Πειραιώς. Για το λόγο αυτό οι εργαζόμενοι στην τωρινή απεργία τους είχαν θέσει ως αίτημα την κατοχύρωση των εργασιακών τους δικαιωμάτων.
Στο Πρωτοδικείο είχαν προσφύγει τα Επιμελητήρια της χώρας, καθώς και 48 επιχειρήσεις. Αργότερα σήμερα, αναμένεται να συνεδριάσει η ΟΜΥΛΕ.
Εν τω μεταξύ, το διοικητικό συμβούλιο του ΟΛΠ τοποθέτησε και επισήμως τον Γιώργο Ανωμερίτη στη θέση του διευθύνοντα συμβούλου του οργανισμού.
 (Πηγή: www.enet.gr)

Σάββατο 7 Νοεμβρίου 2009

Ημερίδα για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση


Ο Συνήγορος του Πολίτη διοργανώνει ημερίδα με θέμα "Ίση μεταχείριση ανδρών και γυναικών στην απασχόληση. Μια προυπόθεση για την έξοδο από την κρίση;". Η ημερίδα θα πραγματοποιηθεί την Τρίτη 10 Νοεμβρίου 2009 στην Αίθουσα του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών (Βασιλέως Κωνσταντίνου 48, Αθήνα). Δείτε εδώ το πρόγραμμα της εκδήλωσης.  

Παρασκευή 6 Νοεμβρίου 2009

Stage: Διέξοδος με μόρια (Πηγή: www.enet.gr)


Διέξοδο για τη συμμετοχή των πρώην απασχολουμένων στα προγράμματα (stage) του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα σε διαγωνισμούς του ΑΣΕΠ για την κατάληψη θέσεων ορισμένου χρόνου αναζητεί η κυβέρνηση.
Η λύση που προκρίνεται, αφού βέβαια δώσει και το πράσινο φως το ΑΣΕΠ, είναι οι stagers να έχουν ενισχυμένη μοριοδότηση για ισότιμη συμμετοχή τουλάχιστον σε σχέση με τους ανέργους, για την πλήρωση των θέσεων αυτών.Ο υπουργός Εργασίας Α. Λοβέρδος απαντώντας σε σχετικές ερωτήσεις του προέδρου της Κ.Ο. του ΣΥΡΙΖΑ Αλ. Τσίπρα και του πρώην υφυπουργού Απασχόλησης Γ. Κοντογιάννη χθες στη Βουλή γνωστοποίησε ότι το θέμα θα αντιμετωπιστεί με νομοθετική παρέμβαση του υπουργού Εσωτερικών.
Θέτοντας σειρά ερωτημάτων στα οποία απάντησε ο ίδιος ο υπουργός Εργασίας, διευκρίνισε: «Θα μπορούν οι stagers αυτοί να είναι υποψήφιοι; Βεβαίως θα μπορούν. Θα είναι υποψήφιοι όπως όλοι οι άλλοι; Οχι. Ηδη ο νόμος προβλέπει ότι αυτές οι συμβάσεις μαθητείας δίνουν μόρια. Δηλαδή αποτελούν προηγούμενη εμπειρία. Χρειάζεται να τονωθεί η συγκεκριμένη ρύθμιση σε ένα βαθμό λογικό, όπως για κάθε έναν που έχει μια εργασιακή εμπειρία και στον ιδιωτικό τομέα ενδεχομένως; Ναι. Χρειάζεται ενδεχομένως να γίνει αυτή η ρύθμιση νομοθετικά εν όψει αυτών των διαγωνισμών ορισμένου χρόνου; Ναι. Γιατί; Διότι οι ορισμένου χρόνου έχουν μια νομοθετική ρύθμιση που καθορίζει το πώς θα προσλαμβάνονται και βάσει της οποίας πρώτοι έρχονται οι άνεργοι και όχι αυτοί που έχουν μια μαθητεία».
Πάντως, η λύση που προκρίνει η κυβέρνηση δεν φάνηκε να ικανοποιεί τον Αλ. Τσίπρα, που καταλόγισε σε ΠΑΣΟΚ και Ν.Δ. «ότι έχουν λερωμένη τη φωλιά τους γι' αυτό το καθεστώς εργασιακής ανασφάλειας και αβεβαιότητας το οποίο έχει δημιουργηθεί τα τελευταία χρόνια στον δημόσιο και ευρύτερο δημόσιο τομέα, αλλά και στον ιδιωτικό τομέα».
Ο πρόεδρος της Κ.Ο. του ΣΥΡΙΖΑ εξέφρασε εξάλλου την ανησυχία του ότι «το σύστημα πελατειακών διευκολύνσεων θα περάσει στον ιδιωτικό τομέα για να μην πληρώνουν οι εργοδότες ασφαλιστικές εισφορές και για να έχουν ανασφάλιστη, φθηνή εργασία στη δούλεψή τους».

Τρίτη 3 Νοεμβρίου 2009

Εύστοχο σχόλιο στην ΜονΠρΘεσ 21178/2009 της Κυριακής Κ. Σαββίδου, Δικηγόρου, υπ. δρ. Νομικής

(Σημείωση: Πρόκειται για απόφαση που θεώρησε έγκυρη την καταγγελία σύμβασης εργασίας από την πλευρά του εργοδότη, λόγω μη συμμόρφωσης του εργαζομένου σε συνεχείς υποδείξεις για το μήκος της κώμης του! Βλ. στην ετικέτα "ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ")

Το κρίσιμο νομικό ζήτημα που ανακύπτει εν προκειμένω, συνίσταται στο κατά πόσο είναι επιτρεπτοί και σύννομοι, περιορισμοί στην εξωτερική εμφάνιση των εργαζομένων, επιβαλλόμενοι από τον εργοδότη κατ' ενάσκηση του διευθυντικού του δικαιώματος. Τυχόν καταφατική απάντηση στο ως άνω ερώτημα, οδηγεί ακολούθως στην ανάγκη οριοθέτησης των περιπτώσεων και προσδιορισμού κάποιων βασικών κριτηρίων, τα οποία θα δίνουν μια πρώτη ερμηνευτική κατεύθυνση κατά τη διαδικασία σχηματισμού της κρίσης σχετικά με τον εύλογο ή υπέρμετρο χαρακτήρα της αντίστοιχης εργοδοτικής απαίτησης. Η οριοθέτηση αυτή συνδέεται άρρηκτα και με το ζήτημα των εννόμων συνεπειών σε περίπτωση μη συμμόρφωσης του εργαζομένου προς τις  σχετικές εργοδοτικές υποδείξεις, συνηθέστερα δε με το ζήτημα της καταχρηστικής ή μη άσκησης του δικαιώματος καταγγελίας του εργοδότη εξ αυτού του λόγου. Δεδομένου ότι ο προσδιορισμός της εξωτερικής εμφάνισης κάθε ατόμου, αποτελεί ένα από τα μέσα αυτοδιάθεσης και ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητάς του, χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή ώστε να μη θίγεται ο πυρήνας του αντίστοιχου συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος του εργαζομένου, ενώ επιπρόσθετα θα πρέπει να τηρείται και η αρχή της αναλογικότητας, ώστε η επέμβαση στην προσωπική σφαίρα του μισθωτού να περιορίζεται μόνο στο αναγκαίο -για την εξυπηρέτηση των εύλογων εργοδοτικών συμφερόντων- μέτρο.
Πράγματι, σε ορισμένα είδη επιχειρήσεων (λ.χ. καζίνο, αλυσίδες πολυτελών εστιατορίων ή
χώρων αναψυχής), συνηθίζεται να προβλέπεται ρητά στη σύμβαση ή στον τυχόν υφιστάμενο
κανονισμό εργασίας, η υποχρέωση του εργαζομένου να τηρεί μια ευπρεπή και αξιοπρεπή εμφάνιση κατά την εκτέλεση των ανατεθέντων σε αυτόν καθηκόντων. Μάλιστα, στην πράξη, δεν αποκλείεται ο ίδιος ο εργοδότης να προβαίνει περαιτέρω σε επακριβή εξειδίκευση του όρου «ευπρεπής εμφάνιση», όπως στην κριθείσα υπόθεση, όπου επίμαχο στοιχείο, κατέστη το μήκος μαλλιών του ενάγοντος ως στοιχείο δηλωτικό της ευπρεπούς ή μη εμφάνισής του.
Αναμφισβήτητα, το διευθυντικό δικαίωμα και (στο πλαίσιο μιας απώτερης αναγωγής) το ρυθμιστικό πλέγμα των διατάξεων των άρθρων 5§§1 και 3, 17§1 και 106§2 του Συντάγματος, που διαμορφώνουν το κανονιστικό περιεχόμενο της συνταγματικά κατοχυρωμένης ελευθερίας επιχειρηματικής δράσης του εργοδότη, οριοθετούν το νομικό πλαίσιο μέσα στο οποίο οφείλει να λαμβάνει όλες τις πρόσφορες κατά την κρίση του αποφάσεις για την οργάνωση, λειτουργία και ανάπτυξη της επιχείρησής του. Μεταξύ δε αυτών, συγκαταλέγεται και ο τρόπος διαχείρισης της προσωπικής εργασίας τρίτων με τη σύναψη, διαμόρφωση ή και καταγγελία συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας. Ωστόσο, η οικονομική ελευθερία και εν γένει η ελευθερία επιχειρηματικής δράσης του εργοδότη, δεν είναι απεριόριστη, ούτε άλλωστε κατοχυρώνεται κατά τρόπο απόλυτο από το Σύνταγμα, αλλά τελεί ρητά υπό την επιφύλαξη των δικαιωμάτων των άλλων, του Συντάγματος και των χρηστών ηθών (αρ. 5§1 Σ), ενώ παράλληλα η ιδιωτική επιχειρηματική πρωτοβουλία επιβάλλεται να ασκείται κατά τρόπο που να μην θίγει την ελευθερία, την ανθρώπινη αξιοπρέπεια ή την εθνική οικονομία (αρ. 106§2 Σ). Όπως είναι γνωστό, η εργοδοτική αυτή ελευθερία προσκρούει στην ανάγκη προστασίας και διαφύλαξης των δικαιολογημένων συμφερόντων των εργαζομένων.
Από την άλλη πλευρά, η ελευθερία της εργασίας και ειδικότερα η παροχή_της υπό καθεστώς εξάρτησης, αποτελεί επίσης εκδήλωση της συνταγματικά κατοχυρωμένης οικονομικής ελευθερίας του αρ. 5§1 Σ (σε συνδυασμό με το αρ. 22§4 Σ), αλλά και στοιχείο της προστατευόμενης από το αρ. 2§1 Σ ανθρώπινης υπόστασης και αξίας. Πράγματι, η σύμβαση εργασίας και δη η εξαρτημένη, είναι ίσως η μόνη έννομη σχέση στην οποία συμπλέκονται ιδιαίτερα έντονα και στενά θέματα προσωπικής και συναλλακτικής ζωής, ώστε η θέση εργασίας εκτός από μέσο επιβίωσης του εργαζομένου και θεμέλιο της κοινωνικής και οικονομικής του υπόστασης, να είναι επιπλέον άρρηκτα συνδεδεμένη με το πρόσωπό του και να θεωρείται ορθώς στοιχείο της προσωπικότητάς του.
Όπως σε κάθε περίπτωση σύγκρουσης συνταγματικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων, έτσι και
εδώ επιβάλλεται η στάθμιση αυτών προς τον σκοπό της πρακτικής τους εναρμόνισης και με βασικό γνώμονα την αρχή της αναλογικότητας. Καθίσταται σαφές, ότι η απόλυτη ελευθερία του εργοδότη να καταγγέλλει οποτεδήποτε και για οποιονδήποτε λόγο τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, θα συνεπαγόταν ανεπίτρεπτη προσβολή των συνταγματικών δικαιωμάτων και ελευθεριών του εργαζομένου και ουσιαστικό αποκλεισμό της οικονομικής ελευθερίας του τελευταίου. Εξάλλου η άσκηση των συνταγματικών δικαιωμάτων υπόκειται και στη γενική επιταγή απαγόρευσης κατάχρησης κατά το αρ. 25§3 Σ.
Αντίστοιχα όμως, οι περιορισμοί του εργοδοτικού δικαιώματος δεν δύνανται να θίγουν το σκληρό πυρήνα αυτού και να αναιρούν τελικά την ίδια τη συνταγματική προστασία του, χάριν μιας απόλυτης προστασίας της θέσης εργασίας. Από την άλλη, η κατοχύρωση της οικονομίας της αγοράς και κατ'επέκταση του εντός αυτής ελεύθερου ανταγωνισμού, περιορίζει επίσης την παρέμβαση στην ελευθερία της επιχειρηματικής δράσης, η οποία όμως δεν είναι δυνατόν να φθάνει μέχρι του σημείου καταπάτησης κεκτημένων εργασιακών δικαιωμάτων και ελευθεριών.
Αν και στο πλαίσιο των ανωτέρω συνταγματικών αξιολογήσεων, η αξίωση του εργοδότη για
ευπρεπή εμφάνιση των υπαλλήλων του είναι καταρχάς θεμιτή και δικαιολογημένη, εν τούτοις η κατά απόλυτο και αυστηρό τρόπο συγκεκριμενοποίηση της εξωτερικής εμφάνισης του εργαζομένου εγείρει σημαντικά νομικά ζητήματα. Όπως είδαμε, το Σύνταγμα εγγυάται τα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα τόσο του εργοδότη όσο και του εργαζομένου, γεγονός που καθιστά επιτακτική, στο πλαίσιο της αντίστοιχης συνταγματικά επιβαλλόμενης αρχής, τη δίκαιη στάθμιση και εξισορρόπηση αυτών.
Έτσι, τα μέτρα που λαμβάνει ο εργοδότης για την καλύτερη κατά την κρίση του οργάνωση,
λειτουργία και ανάπτυξη της επιχείρησής του, θα πρέπει, στο μέτρο που θίγουν τα αντίστοιχα
συνταγματικά κατοχυρωμένα εργασιακά συμφέροντα, να αποτελούν στην εκάστοτε κρινόμενη περίπτωση και ενόψει των ειδικών κάθε φορά περιστάσεων, όχι απλώς πρόσφορο αλλά και αναγκαίο μέσο για την ικανοποίηση των καλόπιστων συμφερόντων του, καθώς η αρχή της καλής πίστης (αρ. 288, 281 ΑΚ) ερμηνευόμενη υπό το φως των ανωτέρω συνταγματικών διατάξεων, τον υποχρεώνει έμμεσα να επιλέγει, μεταξύ των περισσότερων πρόσφορων για την προστασία των συμφερόντων του μέτρων, εκείνο που είναι το λιγότερο επαχθές για τον εργαζόμενο (αρχή της αναλογικότητας), ώστε να επιτυγχάνεται με αυτόν τον τρόπο η μέγιστη δυνατή εξισορρόπηση  εργασιακού-εργοδοτικού συμφέροντος.
Σε απόλυτη αρμονία με τις ανωτέρω αξιολογήσεις, είναι ορθότερο να δεχθούμε, ότι το δικαίωμα του εργοδότη να καθορίζει την εξωτερική εμφάνιση του εργαζομένου πρέπει να περιορίζεται στο απολύτως αναγκαίο μέτρο. Επομένως, η απαίτηση του εργοδότη για την υιοθέτηση μιας αυστηρά συγκεκριμένης εικόνας εκ μέρους των υπαλλήλων του, θα πρέπει να κρίνεται σύννομη μόνο στο μέτρο, που κατά τις αντιλήψεις των σύγχρονων συναλλαγών και των κοινωνικών αντιλήψεων, θεωρείται ότι βρίσκεται σε άμεση εσωτερική συνάφεια με τη συγκεκριμένη εργασιακή θέση και αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την ομαλή παροχή της συμφωνημένης εργασίας. Με άλλα λόγια, τα κρίσιμα εργοδοτικά μέτρα, δεν αρκεί να είναι σημαντικά μόνο κατά την υποκειμενική αντίληψη του εργοδότη, αλλά θα πρέπει κατά αντικειμενική κρίση να εντάσσονται στις απαιτήσεις της συγκεκριμένης εργασίας για την οποία προσλήφθηκε ο μισθωτός.
Καταλήγουμε λοιπόν στο συμπέρασμα, ότι το συγκεκριμένο δικαίωμα του εργοδότη θα οριοθετείται κάθε φορά με βασικό γνώμονα τη φύση της εκάστοτε κρινόμενης θέσης εργασίας. Βάσει των όσων προαναφέρθηκαν, θα μπορούσαν, λόγου χάριν, να κριθούν εύλογοι, περιορισμοί στην εξωτερική εμφάνιση των υπαλλήλων, συνιστάμενοι στην ένδυσή τους με ειδική στολή, σκούφο ή (και) γάντια (π.χ. επί παρασκευής τροφίμων), την εν γένει υιοθέτηση μιας λιτής εμφάνισης χωρίς την υπερβολική χρήση κοσμημάτων κ.α. Οι εσωτερικές αξιολογήσεις που εμπεριέχονται στην επιλογή των ανωτέρω παραδειγμάτων, καταδεικνύουν ένα από τα βασικά βοηθητικά κριτήρια, που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την προσπάθεια οριοθέτησης του υπό εξέταση εργοδοτικού δικαιώματος. Πρόκειται για περιπτώσεις, όπου η δέσμευση των προσωπικών επιλογών του εργαζομένου, περιορίζεται στον τόπο και χρόνο εκτέλεσης της εργασίας του, δίχως να τον παρακωλύουν, στον εκτός εργασίας ιδιωτικό του βίο, να υιοθετεί τις όποιες προσωπικές επιλογές, αναπτύσσοντας ελεύθερα την προσωπικότητά του, έκφανση της οποίας αποτελεί και η επιλογή της εικόνας που επιθυμεί να προβάλλει προς τους τρίτους. Βέβαια, δεν αποκλείεται σε  ακραίες περιπτώσεις, συγκεκριμένες ιδιότητες του εργαζομένου, παρόλο που συναρτώνται άμεσα με την προσωπική του κατάσταση, να είναι τόσο «σπουδαίες», ώστε η ύπαρξη ή η έλλειψή τους να καθιστούν αδύνατη την παροχή της εργασίας για την οποία προσλήφθηκε (λ.χ. η εγκυμοσύνη σε θέση εργασίας μοντέλου ή αεροσυνοδού).
Ωστόσο, είναι αυτονόητο ότι, όταν πρόκειται για εργοδοτικά μέτρα και υποδείξεις που δεσμεύουν τις προσωπικές επιλογές του μισθωτού και στην εκτός εργασίας ιδιωτική του ζωή, θα πρέπει να είμαστε ακόμη πιο αυστηροί κατά την επιβολή ορίων στην αντίστοιχη ελευθερία του εργοδότη. Μια τέτοια περίπτωση αποτελεί και αυτή που απασχόλησε την ΜονΠρΘεσ 21178/2009 και συνίσταται στην επιβολή της τήρησης συγκεκριμένου μήκους μαλλιών των υπαλλήλων, μέτρο το οποίο τους υποχρεώνει συνακόλουθα στην υιοθέτηση της συγκεκριμένης επιλογής και στην εκτός εργασίας προσωπική τους ζωή.
Η επιβολή συγκεκριμένης εμφάνισης, συντείνει - και πολλές φορές αποσκοπεί - στην ομοιομορφία της εικόνας του προσωπικού, η οποία τίθεται εκτός των άλλων και για πρακτικούς λόγους, ήτοι λ.χ. να γίνονται ευχερώς αντιληπτοί οι υπάλληλοι της επιχείρησης από τους πελάτες και να διευκολύνεται έτσι η ταχύτερη και άμεση εξυπηρέτησή τους και να επιτυγχάνεται η εύρυθμη λειτουργία της επιχείρησης. Παρ' όλα αυτά, το μήκος μαλλιών συγκεκριμένου εργαζομένου, δεν φαίνεται να αποτελεί από μόνο του, στοιχείο ικανό να «θίξει» την ομοιομορφία της εικόνας των υπαλλήλων και να ανατρέψει την ευπρεπή εξωτερική εμφάνιση του προσωπικού, ακόμη και εάν η συγκεκριμένη επιχείρηση στοχεύει στην παροχή πολυτελών υπηρεσιών (λ.χ. τυχηρών παιγνίων) και ως εκ τούτου απευθύνεται σε αντίστοιχο πελατειακό κύκλο. Επίσης, δε θα πρέπει να παραβλέψουμε, ότι ακόμη και σε αυξημένου υγειονομικού ενδιαφέροντος επιχειρήσεις, όπου οποιοδήποτε ατομικό συμφέρον του εργαζομένου υποχωρεί έναντι του υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος, λαμβάνονται κατά πολύ ηπιότερα μέτρα από τα εδώ εξεταζόμενα.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν λ.χ. οι επισιτιστικές επιχειρήσεις, όπου υφίσταται απολύτως δικαιολογημένη ανάγκη να λαμβάνεται ιδιαίτερη πρόνοια αναφορικά με την εξωτερική εμφάνιση των υπαλλήλων και μάλιστα για λόγους προστασίας της δημόσιας υγείας και όπου οι σχετικές απαιτήσεις εξαντλούνται συνήθως στη σχολαστική τήρηση της ατομικής υγιεινής και στη λήψη διάφορων εύλογων μέτρων, όπως λ.χ. την υποχρεωτική κάλυψη της κεφαλής με σκούφο όσων εμπλέκονται στην παρασκευή τροφίμων, μέτρα τα οποία διασφαλίζουν πλήρως τον επιδιωκόμενο σκοπό, δίχως να συνιστούν επέμβαση στην προσωπική σφαίρα του εργαζομένου.
Η έννοια της ευπρεπούς εμφάνισης και εν γένει το εύλογο και θεμιτό των υπό κρίση κάθε φορά εργοδοτικών μέτρων, κρίνεται αντικειμενικά από το δικαστή σύμφωνα με την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, σε περίπτωση που η διαφορά αχθεί ενώπιον του δικαστηρίου, χωρίς μάλιστα να επιδρούν στον δικανικό συλλογισμό οι τυχόν υποκειμενικές σταθμίσεις και εκτιμήσεις του εργοδότη. Βασικά κριτήρια της εν λόγω κρίσης αποτελούν ενδεικτικά: η φύση της θέσης εργασίας, το είδος της επιχείρησης, ο επιδιωκόμενος από τον εργοδότη σκοπός με το συγκεκριμένο μέτρο, η αναγκαιότητα και προσφορότητα του μέσου για την επίτευξη του σκοπού, ο βαθμός και η ένταση επέμβασης στην προσωπική σφαίρα του εργαζομένου, το ανεκτό όριο θυσίας των αντίστοιχα θιγόμενων δικαιωμάτων και ελευθεριών εργοδότη-εργαζομένου κ.α.
Αυτονόητο είναι, ότι το δικαίωμα του εργοδότη να καταγγέλλει τη σύμβαση εργασίας εξαιτίας της άρνησης του προς απόλυση υπαλλήλου να υιοθετήσει την υποδεικνυόμενη εξωτερική εμφάνιση, συνδέεται άρρηκτα με τα όρια που τίθενται στο δικαίωμα του πρώτου να καθορίζει την εξωτερική εμφάνιση των υπαλλήλων του. Έτσι λοιπόν, οι λόγοι καταγγελίας, που συναρτώνται άμεσα με την προσωπικότητα του εργαζομένου, θα πρέπει να τελούν σε απόλυτη συνάφεια με τη φύση της κατέχουσας θέσης εργασίας και το είδος των ανατεθέντων σε αυτόν καθηκόντων, ώστε να επιδρούν άμεσα και καθοριστικά στην μελλοντική εξέλιξη της εργασιακής σχέσης. Η δε απόλυση του «απείθαρχου» μισθωτού, απαιτείται να καθίσταται και πρακτικά αναγκαία σύμφωνα με το αντικειμενικό αξιολογικό κριτήριο της καλής πίστης, πράγμα που δεν υφίσταται όταν η εργοδοτική αντίδραση στη μη συμμόρφωση του εργαζομένου υπερφαλαγγίζει τον σκοπό που προορίζεται να υπηρετήσει το επιβαλλόμενο μέτρο.
Στην τελευταία αυτή περίπτωση και εφόσον δεν συντρέχουν άλλα επιβαρυντικά για τον εργαζόμενο στοιχεία, η τυχόν γενόμενη απόλυσή του θα είναι άκυρη ως καταχρηστική. Από τα παραπάνω σαφώς προκύπτει, ότι η ορθή στάθμιση πρόκειται να χαράξει και τα όρια μεταξύ του εργοδοτικού δικαιώματος και των θεμιτών περιορισμών του, ενώ η υπέρβαση των ορίων αυτών προς όφελος του εργοδότη ή του εργαζομένου θα θίγει ανεπίτρεπτα τα συμφέροντα του άλλου μέρους. Η δε αξιολογική κρίση που ενσωματώνεται στο συμπέρασμα του υπαγωγικού-δικανικού συλλογισμού, θα εκφράζει συνήθως το αποτέλεσμα της ως άνω στάθμισης.
Στην σχολιαζόμενη απόφαση δεν διαφαίνεται καθαρά η γενόμενη στάθμιση των εκατέρωθεν
αντικρουόμενων συμφερόντων εργοδότη-εργαζομένου, καθώς από το κείμενο αυτής δεν προκύπτουν με σαφήνεια τα κρίσιμα στοιχεία, ήτοι ποιο ακριβώς ήταν το επιτρεπόμενο από τον εργοδότη μήκος μαλλιών που έπρεπε να τηρήσει ο απολυθείς υπάλληλος και αντίστοιχα ο βαθμός απόκλισης της εικόνας του απολυθέντος, ώστε να μπορούσε να αξιολογηθεί σ' ένα πρώτο στάδιο το εύλογο ή μη της εργοδοτικής απαίτησης και ακολούθως της επιλογής του έσχατου μέσου της απόλυσης ως εύλογης ή μη αντίδρασης στη συγκεκριμένη συμπεριφορά του εργαζομένου. Όπως ήδη ειπώθηκε, μόνη η απόκλιση του μήκους μαλλιών δεν αρκεί για να δικαιολογήσει την καταγγελία της σύμβασης, αλλά θα πρέπει να συντρέχουν και πρόσθετα στοιχεία από τα οποία να προκύπτει, κατ' αντικειμενική κρίση, η εξ αυτού του λόγου διατάραξη της εύρυθμης λειτουργίας της επιχείρησης, στοιχεία εν τούτοις που δε φαίνεται να διαλαμβάνει στο σκεπτικό της η εν λόγω απόφαση.
Η συγκεκριμένη πολιτική της επιχείρησης, η έγγραφη γνωστοποίησή της στον εργαζόμενο και η αδιαμαρτύρητη τήρησή της για ικανό χρονικό διάστημα, δεν καθιστούν αυταπόδεικτη την ενδεχόμενη κακοπιστία στη συμπεριφορά του, ούτε δύνανται αφ' εαυτές να νομιμοποιήσουν την τυχόν υπέρμετρη εργοδοτική απαίτηση και συνακόλουθα τη γενόμενη καταγγελία. Και αυτό, διότι σύμφωνα με την αρχή της καλής πίστης, αλλά και τις σύγχρονες συναλλακτικές συνήθειες και  κοινωνικές αντιλήψεις περί ευπρέπειας, δεν δύναται σε καμία περίπτωση το μήκος της κόμης, αδιακρίτως φύλου, να αποτελεί στοιχείο δηλωτικό της ευπρεπούς ή μη εμφάνισης ενός εργαζομένου και εν γένει ενός ατόμου. Κινούμενη στο ίδιο πνεύμα η ΔΕφΑθ 2007/1999 έκρινε ότι, αυτή και μόνο η διατήρηση γενιού στην κάτω γνάθο(μούσι), δεν στοιχειοθετεί το πειθαρχικό παράπτωμα της αναξιοπρεπούς εμφάνισης.

ΜονΠρΘεσ 21178/2009 - Έγκυρη η απόλυση εργαζομένου που αρνήθηκε να μικρύνει το μήκος των μαλλιών του κατ' απαίτηση του εργοδότη!!!

Αριθμός Απόφασης 21178/2009
ΕΙΔΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τη Δικαστή Αλεξάνδρα Πολύζου, Πρωτοδίκη, που ορίστηκε από τον
Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, και τη Γραμματέα
Ιωάννα Παυλίδου.

ΚΑΙ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 648 και 669 ΑΚ, 1 και 3 ν. 2112/1920 και 5 παρ. 3 ν. 3198/1955, η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς δεν χρειάζεται αιτιολογία, για να είναι όμως έγκυρη, και συνακόλουθα να επιφέρει τη λύση της σύμβασης, από την πλευρά του εργοδότη, πρέπει να είναι έγγραφη και, εφόσον η απασχόληση του εργαζομένου είχε υπερβεί
τους δύο μήνες, να συνοδεύεται από την ανάλογη αποζημίωση απολύσεως. Περαιτέρω, η άσκηση του εν λόγω δικαιώματος του εργοδότη καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας υπόκειται, όπως άλλωστε και κάθε άλλο δικαίωμα, στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ, από το οποίο προκύπτει ότι δεν πρέπει αυτό να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος αυτού. Η μη τήρηση των ανωτέρω όρων ή η προφανής υπέρβαση των προαναφερθέντων ορίων καθιστά την καταγγελία παράνομη και άκυρη και θεωρείται αυτή σαν να μην έγινε (άρθρα 174, 178,180 ΑΚ), και συνεπώς δεν επιφέρει τη λύση της σύμβασης, ο δε εργοδότης που αρνείται να δεχθεί την παροχή της εργασίας, καθίσταται υπερήμερος έναντι του εργαζομένου και -όσο διαρκεί η υπερημερία του, ήτοι η μη αποδοχή της εργασίας- υποχρεούται να καταβάλλει στον εργαζόμενο τις αποδοχές του, σαν να τον απασχολούσε κανονικά. 
Το δικαίωμα, ωστόσο, του εργοδότη να προβεί στην καταγγελία της εργασιακής σύμβασης του μισθωτού δεν ασκείται καταχρηστικά, όταν αυτή οφείλεται σε αντικειμενικούς λόγους ικανούς να δικαιολογήσουν, με γνώμονα το καλώς εννοούμενο συμφέρον της επιχείρησης, τη
λήξη αυτής. Δεν είναι επομένως, καταχρηστική η καταγγελία που οφείλεται, μετάξυ στην πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του μισθωτού ( μισθωτό, η δε μη αποδοχή εκ μέρους του των προσφερόμενων υπηρεσιών δεν έχει άλλες συνέπειες από εκείνες που ορίζει το άρθρο 656 του ΑΚ. Η απόκρουση όμως των προσφερόμενων υπηρεσιών, όταν γίνεται υπό περιστάσεις οι οποίες υπερβαίνουν προφανώς τα κριτήρια που θέτει το άρθρο 281 ΑΚ, είναι παράνομη. Επίσης, είναι παράνομη η απόκρουση αυτή, όταν γίνεται υπό περιστάσεις που συνιστούν παράνομη προσβολή της προσωπικότητας (άρθρο 57 ΑΚ) ή εκ προθέσεως ζημιώνουν κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη τον εργαζόμενο (άρθρο 919 ΑΚ) ή υπαιτίως προσβάλλουν το δικαίωμα του στην ανάπτυξη της προσωπικότητας του και της συμμετοχής του στην οικονομική ζωή (άρθρο 5 παρ. 1 Συντάγματος). Στις περιπτώσεις αυτές, γεννάται αξίωση του εργαζομένου για την άρση της προσβολής και την παράλειψη της στο μέλλον. 
Από τα ανωτέρω έπεται, ότι για το ορισμένο της αγωγής, που διώκει να υποχρεωθεί ο εργοδότης να απασχολεί πραγματικά το μισθωτό, πρέπει ν' αναφέρονται σ' αυτήν: α) Η ύπαρξη σε λειτουργία έγκυρης σύμβασης, β) η άρνηση του εργοδότη να δέχεται την προσηκόντως προσφερόμενη εργασία του ενάγοντος με τους συμβατικούς ή νόμιμους όρους, γ) ότι από τη μη πραγματική απασχόληση του προσβάλλεται η προσωπικότητα του με αναφορά στους συγκεκριμένους λόγους που συνιστούν την προσβολή, ή δ) ότι η συμπεριφορά του εργοδότη αντίκειται στις αρχές της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών και να προσδιορίζονται οι ειδικές περιστάσεις από τις οποίες επέρχεται η προσβολή της προσωπικότητας και προξενείται στον ενάγοντα ηθική ή υλική βλάβη, λόγω της φύσεως της εργασίας, από την οποία προσδοκά την προβολή του και την ανάπτυξη της προσωπικότητας του…
Η ακυρότητα της καταγγελίας μπορεί να οφείλεται είτε στο ότι έγινε χωρίς τις προϋποθέσεις του άρθρου 5 παρ. 3 του ν. 3198/1955, δηλαδή χωρίς έγγραφο (ή) και χωρίς καταβολή της αποζημίωσης απόλυσης, είτε στο ότι έγινε με καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος του εργοδότη να καταγγείλει τη σύμβαση, ήτοι καθ' υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, οπότε η καταγγελία είναι άκυρη. Ο εργαζόμενος μπορεί να επικαλεστεί και τους δύο αυτούς λόγους ακυρότητας της καταγγελίας, έστω και αν ο ένας μόνο, επαρκώς ορισμένος, ώστε να καθιστά  την αγωγή επιδεκτική εκτιμήσεως, τη θεμελιώνει (βλ. ΑΠ 548/2000, ΕλλΔνη 2000.1615)….
...Αποδείχτηκαν τα εξής πραγματικά περιστατικά:…Την 31-3-1999 ο ενάγων ζήτησε τη μετάθεση του από το τμήμα τεχνικής υποστήριξης στο τμήμα επιτραπέζιων παιχνιδιών, με την ιδιότητα του κρουπιέρη, η οποία εγκρίθηκε από την εναγομένη εταιρία την 21-4-1999. Έκτοτε και μέχρι την 17-7- 2007, ημερομηνία καταγγελίας της συμβάσεως ο ενάγων εργάστηκε στο τμήμα τεχνικών επιτραπέζιων παιχνιδιών, με αυξημένες αποδοχές λόγω των φιλοδωρημάτων που εισπράττουν οι κρουπιέρηδες από τους πελάτες της επιχείρησης. Κατά τη μετάθεσή του ενημερώθηκε ότι υφίσταται γραπτή πολιτική της εναγομένης εταιρίας, αντίγραφο της οποίας του παραδόθηκε. Η πολιτική της επιχείρησης της εναγομένης όπως διατυπώνεται εγγράφως αναφέρεται στην ευπρεπή εμφάνιση των υπαλλήλων που συναλλάσσονται με τους πελάτες της επιχείρησης, και εξειδικεύει κανονισμούς που αφορούν στην ένδυση τους (ειδική στολή σε κάθε τμήμα), την προσωπική υγιεινή και καθαριότητα τους, την περιποίηση των νυχιών, το μήκος, χρώμα και κόμμωση των μαλλιών (ανδρών και γυναικών), την μη χρήση κοσμημάτων κλπ. Η πολιτική αυτή της επιχείρησης είναι σύμφωνη με την διεθνή  πρακτική για υπαλλήλους πολυτελών ξενοδοχείων και χώρων αναψυχής ή καζίνο, έτσι ώστε να εξασφαλίζει ότι οι υπάλληλοι θα εμφανίζονται πάντοτε καθαροί, περιποιημένοι, ευπρεπείς, χωρίς ιδιαίτερες παρεκκλίσεις από ένα αποδεκτό για την κοινή αντίληψη στάνταρτ εμφάνισης, έτσι ώστε να διαμορφώνουν την καλή εικόνα μιας εύρυθμης λειτουργίας, τάξης και διακριτικής πολυτέλειας στην επιχείρηση. Οι ανωτέρω κανονισμοί αποτελούν θεμιτούς περιορισμούς των προσωπικών επιλογών των εργαζομένων, οι οποίοι μπορούν νομίμως να επιβληθούν κατ' ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος.
Οι υπάλληλοι του τμήματος επιτραπέζιων παιχνιδιών…και κάθε μέλος του προσωπικού εναγομένης που προστήνεται σε θέσεις επικοινωνίας με το κοινό συμμετέχουν πριν από την πρόσληψη τους υποχρεωτικά σε τμήματα εκπαίδευσης, όπου, μεταξύ των θεμάτων για τα οποία ενημερώνονται συμπεριλαμβάνονται και ζητήματα εμφάνισης και γενικής συμπεριφοράς του. Η αποδοχή των παραπάνω όρων αποτελεί προϋπόθεση για την σύναψη συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας οι οποίες συνάπτονται με τον όρο της αποδοχής από τον προσλαμβανόμενο των όρων του παραδιδόμενου Κώδικα Δεοντολογίας και Συμπεριφοράς που καθίσταται αναπόσπαστο τμήμα της συμβάσεως. Ο ενάγων τήρησε αδιαμαρτύρητα την πολιτική της επιχείρησης από τη μετάθεση του στο τμήμα επιτραπέζιων παιχνιδιών μέχρι και το έτος 2007, ενώ τον Μάρτιο του 2007 συμμετείχε σε εσωτερικό σεμινάριο υπενθύμισης της πολιτικής της εναγομένης και έλαβε εκ νέου γνώση αυτής και δεσμεύτηκε ότι θα εξακολουθήσει να την τηρεί υπογράφοντας για την παρακολούθηση του σεμιναρίου. Από τον
Απρίλιο του 2007 όμως ο ενάγων εμφανιζόταν στην εργασία του με μαλλιά μεγαλύτερα από το επιτρεπόμενο μήκος, με αποτέλεσμα, αφού πρώτα του έγιναν ευγενικές και φιλικές παραινέσεις από τους προϊσταμένους του να κόψει τα μαλλιά του και προφορικές συστάσεις από τον διευθυντή αίθουσας παιχνιδιών, στη συνέχεια να του γίνουν επανειλημμένα και έγγραφες συστάσεις για το λόγο αυτό, τις οποίες αγνόησε ο ενάγων. 
Στην άρνηση του ενάγοντα να συμμορφωθεί με την πολιτική της εναγομένης επιχείρησης η αναπληρώτρια Διευθυντού Επιτραπέζιων Παιγνίων……….., του επέδωσε την 16-7-2007 την από 16-7-2007 επιστολή της με την οποία τον καλούσε αν συμμορφωθεί με τις υποδείξεις των αρμοδίων υπαλλήλων της επιχείρησης διότι διαφορετικά η εναγομένη θα εκλάμβανε ότι ο ενάγων επιχειρεί να προκαλέσει την καταγγελία της συμβάσεως του. Ο ενάγων εμφανίστηκε στην 19-7-2007 ενώπιον της αναπληρώτριας διευθύντριας προσωπικού……………., και επανέλαβε την άρνηση του να κουρέψει τα μαλλιά του και να προσαρμόσει στην εμφάνιση του στα πρότυπα της εναγομένης, η δε ανωτέρω με την από 19-7-2007 επιστολή της που επιδόθηκε νόμιμα στον ενάγοντα στις 20-7-2007, όπως προκύπτει από την με αριθμό
2639Δ' έκθεση επίδοσης…τον καλούσε την ίδια ημέρα να προσαρμοστεί τα πρότυπα εμφάνισης των υπαλλήλων της επιχείρησης διότι διαφορετικά η εναγομένη θα θεωρούσε την άρνηση του ως καταγγελία εκ μέρους του της σύμβασης εργασίας του. Από την 19-7-2007 ο ενάγων δεν γινόταν αποδεκτός στο χώρο εργασίας του όσο διατηρούσε την ίδια εμφάνιση, την 23, 24 και 25-6-2007 ο ενάγων εμφανιζόταν καθημερινά στη Διεύθυνση Εργασίας διαμαρτυρόμενος για την μη αποδοχή της εργασίας του από την εναγομένη και την 26-7-2007 παρουσιάσθηκε και πάλι για να εργαστεί αλλά δεν έγινε αποδεκτός αφού δεν είχε συμμορφωθεί με τις υποδείξεις των προϊσταμένων του. Για το λόγο αυτό απηύθυνε στην εναγομένη την από 27-7-2007 εξώδικη δήλωση πρόσκληση διαμαρτυρία του που της επιδόθηκε στις 30-7-2007, με την οποία την καλούσε να «ανασκευάσει άμεσα την στάση του απέναντι του ως έκφραση έμπρακτης συγγνώμης και να τον δεχτεί να αναλάβει εκ νέου τα καθήκοντα του περιστέλλοντας κάθε έκφανση καταχρηστικής συμπεριφοράς». Λόγω της επίμονης άρνησης του ενάγοντα να συμμορφωθεί με την ανωτέρω πολιτική της επιχείρησης η εναγομένη την 1-8-2007 προέβη σε καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, καταβάλλοντάς του ως αποζημίωση απόλυσης το ποσό των 10.603,60 ευρώ. 
Η καταγγελία αυτή, οφειλόμενη σε άρνηση του να διατηρεί το μήκος των μαλλιών του κοντό είναι έγκυρη ως εκδήλωση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη και δικαιολογείται από το συμφέρον του να τηρείται από όλους τους εργαζομένους στην επιχείρηση η πολιτική αυτής αναφορικά με την ευπρεπή εμφάνιση και ενδυμασία τους. Η άρνηση του ενάγοντα να συμμορφωθεί με τον κώδικα δεοντολογίας και συμπεριφοράς στην επιχείρηση παρά το γεγονός ότι του έγιναν επανειλημμένα συστάσεις γι' αυτό, και δεδομένου ότι γνώριζε και τηρούσε επί μία δεκαετία περίπου τους κανονισμούς της επιχείρησης χωρίς να υφίσταται προσβολή ή απομείωση της προσωπικότητας του, είναι καταχρηστική, και εκδηλώνει τη διάθεση του να προκαλέσει την απόλυση του, αφού παρά το γεγονός ότι του γνωστοποιήθηκε ότι εκλαμβάνεται από την εναγομένη ως καταγγελίας της σύμβασης από την πλευρά του ο ίδιος δεν συμμορφώθηκε προς τις υποδείξεις και συνέχισε να μην εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του ως εργαζόμενος. Ούτε βέβαια αποδείχθηκε ότι η εναγομένη κατήγγειλε την σύμβαση εργασίας του, με ιδιαίτερα απότομο και προσβλητικό τρόπο χωρίς να έχει δοθεί καμία αφορμή από την πλευρά του ούτε και ότι προσέβαλε την προσωπικότητα του και του προκάλεσε ηθική βλάβη, δεδομένου ότι τον προειδοποίησε μέσω των αρμοδίων υπαλλήλων της προφορικά και εγγράφως, αμέσως μόλις άρχισε ο ενάγων να παρουσιάζει αποκλίνουσα εικόνα από αυτή του υπαλλήλου της επιχείρησης, και στη συνέχεια ακολούθησε την νόμιμη οδό της καταγγελίας καταβάλλοντάς του ταυτόχρονα και τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης. Το αίτημα του για συμπλήρωση της αποζημιώσεως του δεν είναι νόμιμο, εφ' όσον για τον υπολογισμό της αποζημίωσης απόλυσης δεν συνυπολογίζεται ως προϋπηρεσία και η υπηρεσία που προηγήθηκε της σύμβασης αορίστου χρόνου με συμβάσεις ορισμένου χρόνου. Κατά συνέπεια δεν αποδείχθηκε ότι η εναγομένη κατέστη υπερήμερη ως προς την αποδοχή της εργασίας του ενάγοντα ο οποίος με την εξώδικη δήλωση του δήλωνε την άρνηση του να εργαστεί εάν η εναγομένη δεν προέβαινε σε έμπρακτη συγνώμη για την συμπεριφορά της, και ο ενάγων έπαυσε να προσφέρει προσηκόντως την εργασία του ήδη από την 17-7-2007….