Ο Άρειος Πάγος έκρινε ότι η καταγγελία σύμβασης εργασίας μιας μητέρας, η οποία απολύθηκε μόλις έληξε η προστασία της μητρότητας που της παρέχει η εργατική νομοθεσία, επειδή μπορούσε, λόγω της ηλικίας της, να μείνει και πάλι έγκυος στο μέλλον, είναι άκυρη και καταχρηστική.
Η βοηθός μικροβιολόγου ήταν ανύπαντρη όταν προσελήφθη και στη συνέχεια παντρεύτηκε και έμεινε έγκυος, αλλά όλο το διάστημα της κυήσεώς της παρέμεινε κλινήρης λόγω επιπλοκής στην εγκυμοσύνη. Έλαβε άδεια τοκετού και λοχείας τρεις μήνες πριν τον τοκετό και 3,5 μήνες μετά, δηλαδή 17 εβδομάδες (4 μήνες περίπου) περισσότερο από ό,τι προβλέπει η εργατική νομοθεσία, ενώ όλο αυτό το διάστημα της κύησης και της λοχείας πληρωνόταν κανονικά. Μετά τη λήψη της άδειας μητρότητας η βοηθός μικροβιολόγου είχε μειωμένο ωράριο εργασίας και προσερχόταν μία ώρα αργότερα και αποχωρούσε και πάλι μία ώρα νωρίτερα. Όμως αιφνιδιαστικά την 1η Νοέμβριου 2005 η μικροβιολόγος απολύθηκε. (Πηγή; www.enet.gr)
Ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών, καθώς και ο Σύλλογος Ελλήνων Φορολογουμένων μελετά όλες τις νομικές δυνατότητες που υπάρχουν για να αντιμετωπίσει ο πολίτης, το νέο χαράτσι. Όπως αναφέρει ρεπορτάζ της εφημερίδας «Ελευθεροτυπία», ο Ευστάθιος Μπακάλης, δικηγόρος και φορολογικός σύμβουλος στο ΔΣΑ, υπογραμμίζει πως κατ' αρχήν παρατηρείται μια «αγωνιώδης προσπάθεια να θεμελιωθεί ο "ανταποδοτικός" χαρακτήρας του προσχηματικώς καλούμενου "τέλους", ενώ παράλληλα δεν επιδεικνύεται ουδεμία μέριμνα για την πραγματική προστασία της ιδιοκτησίας».Υπενθυμίζοντας ότι η ακίνητη περιουσία φορολογείται ήδη με την επιβολή αρκετών φόρων [Φόρος Ακίνητης Περιουσίας (ΦΑΠ), Φόρος Μεταβιβάσεως Ακινήτων (ΦΜΑ), Φόρος κληρονομιάς, δωρεάς ή γονικής παροχής κ.ά.], καταλήγει πως η «παραπάνω συνολική φορολογική επιβάρυνση, που αυξάνεται με την επιβολή του Ειδικού Τέλους Ακινήτων, δημιουργεί αφόρητη πίεση στην ακίνητη ιδιοκτησία και συρρικνώνει την αξία της. Η διαρκής σύνδεση φορολογικών βαρών με την ακίνητη περιουσία προσλαμβάνει δημευτικές διαστάσεις, εγείροντας σοβαρά ζητήματα συνταγματικότητας».Παράλληλα, «ζητήματα νομιμότητας εγείρει και η διαδικασία εισπράξεως μέσω του λογαριασμού της ΔΕΗ, αφού τυχόν αδυναμία, απροθυμία, ή αδιαφορία του ιδιοκτήτη, που εκμισθώνει το ακίνητο, θα καταδικάσει τον μισθωτή στη δυσμενέστατη συνέπεια της διακοπής της παροχής του ηλεκτρικού ρεύματος». Εκτός, λοιπόν, από τις συνήθεις κυρώσεις για τη μη τήρηση φορολογικών υποχρεώσεων, «εφευρίσκεται και ένας επιπλέον μοχλός πίεσης. Η στέρηση ενός κοινωνικού αγαθού, όπως είναι το ηλεκτρικό ρεύμα».Το μόνο μέσο άμυνας είναι η προσφυγή στα δικαστήρια. «Εντούτοις, κάτι τέτοιο είναι σχετικό, λόγω εγγενών αδυναμιών του υπάρχοντος συστήματος. Κατ' αρχάς, η άσκηση προσφυγής ενώπιον των Διοικητικών Δικαστηρίων κατά του Ειδικού Τέλους δεν αναστέλλει την υποχρέωση καταβολής του. Ο δε χρόνος της προσφυγής αυτής ανάγεται στο μακρινό μέλλον (4-5 έτη), με μόνη ελπίδα την εισαγωγή μιας υποθέσεως απευθείας προς εκδίκαση στο ΣτΕ, λόγω γενικότερου ενδιαφέροντος, κατ' εφαρμογή του Ν. 3900/2010».«Ως άμεση αντιμετώπιση, πάντως, προβλέπεται η άσκηση αιτήσεως αναστολής εκτελέσεως ενώπιον των Διοικητικών Δικαστηρίων, η οποία, με την επίκληση της ανεπανόρθωτης βλάβης, συγκεντρώνει πιθανότητες ευδοκιμήσεως σε περιπτώσεις στις οποίες διαπιστώνεται μεν ιδιοκτησιακό δικαίωμα, έστω και ουσιώδες, όχι όμως και αντίστοιχη απόκτηση εισοδημάτων και, συνακόλουθα, οικονομική ρευστότητα, εν όψει και των λοιπών -φορολογικών και μη- υποχρεώσεων του φορολογουμένου».Ο ΔΣΑ, έχοντας διατρανώσει την αντίθεσή του «στη φορολογική στοχοποίηση της ακίνητης περιουσίας, η οποία, ως εύκολη λύση, βάλλεται διαχρονικά», θα εξετάσει όλες τις νομικές δυνατότητες προστασίας έναντι τέτοιων νομοθετικών επιλογών, «στεκόμενος στο πλευρό, όχι μόνο των μελών του, αλλά και εν γένει της κοινωνίας».Από την πλευρά του, ο Παναγιώτης Εμμ. Χασιώτης, δικηγόρος στο Σύλλογο Ελλήνων Φορολογούμενων και τον Αρειο Πάγο, τονίζει πως το νέο ειδικό τέλος «παρουσιάζει προβλήματα συνταγματικότητας», καθώς «η ίδια η φύση του δεν συμβαδίζει με τις θεμελιώδεις αρχές του Συντάγματός μας καθώς και της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΣΔΑ)».Ειδικότερα, «η επιβολή του δεν βρίσκεται σε συνάρτηση με το πραγματικό εισόδημα του φορολογούμενου ιδιοκτήτη. Ο φόρος για να είναι αναλογικός και συμβατός με το Σύνταγμά μας πρέπει να είναι ανάλογος με τη φοροδοτική ικανότητα του καθενός, κατά το άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος». Επιπλέον, «παραβιάζεται και η αρχή της απαγορεύσεως της διπλής φορολογίας. Η επιβολή του νέου ειδικού τέλους ακινήτων αποτελεί δεύτερη φορολόγηση για την ίδια αιτία. Η διπλή φορολόγηση αντίκειται και στο άρθρο 17 του Συντάγματός μας, αλλά και στο Πρώτο Πρόσθετο Πρωτόκολλο της ΕΣΔΑ, που προστατεύουν την ιδιοκτησία και τα εν γένει περιουσιακά δικαιώματα του ατόμου». (Πηγή: www.tvxs.gr)
Για μικρή κάμψη στον αριθμό των εγγεγραμμένων ανέργων τον Αύγουστο σε σύγκριση με τον Ιούλιο κάνει λόγο ο ΟΑΕΔ. Ο οργανισμός καταγράφει 693.329 ανέργους για τον Αύγουστο, αριθμός μειωμένος κατά 0,9% σε σύγκριση με τον Ιούλιο, όμως σε σύγκριση με τον Αύγουστο του 2010 διαπιστώνεται αύξηση 22%, καθώς προστέθηκαν στον κατάλογο 125.000 άνεργοι.
Στη διάρκεια του Αυγούστου ο ΟΑΕΔ κάνει λόγο για 50.443 προσλήψεις, αριθμός μειωμένος κατά 38% και κατά 4,2% σε σύγκριση με τον Ιούλιο του 2011 και τον Αύγουστο του 2010. Στο σύνολο των εγγεγραμμένων ανέργων το 62,6% ανήκει στην ηλικιακή ομάδα 30-54 ετών, ενώ το 60% των ανέργων είναι γυναίκες.
Την ίδια ώρα, απαισιόδοξες είναι οι εκτιμήσεις των εργοδοτών για το δ΄ τρίμηνο του 2011, σύμφωνα με έρευνα για τις προοπτικές απασχόλησης, την οποία δημοσιοποίησε η ManpowerGroup. Όπως προκύπτει από την έρευνα, ο δείκτης των συνολικών προοπτικών απασχόλησης διαμορφώνεται στο -13% υποδεικνύοντας ότι περισσότεροι είναι οι εργοδότες που προβλέπουν μείωση από αυτούς που προβλέπουν αύξηση των θέσεων εργασίας. Ο δείκτης παρουσιάζεται μειωμένος κατά οκτώ ποσοστιαίες μονάδες, σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο, ενώ σε σύγκριση με το αντίστοιχο τρίμηνο του 2010, καταγράφει μείωση τριών ποσοστιαίων μονάδων.
Συνολικά, οι εργοδότες και στους εννέα τομείς της ελληνικής οικονομίας δηλώνουν ότι ο αριθμός των ατόμων που απασχολούν θα μειωθεί μέσα στο προσεχές τρίμηνο, με τις πλέον απαισιόδοξες εκτιμήσεις να προέρχονται από τον χώρο του Τουρισμού (-24%) και των Κατασκευών (-23%). Ωστόσο, σχεδόν δύο στους τρεις εργοδότες που συμμετείχαν στην έρευνα, δηλώνουν την πρόθεση τους να διατηρήσουν τις υπάρχουσες θέσεις εργασίας.
Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της έρευνας, ποσοστό 9% των εργοδοτών αναμένουν αύξηση στον αριθμό των ατόμων που απασχολούν, το 22% μείωση ενώ το 64% δεν προβλέπει καμία μεταβολή στον αριθμό των απασχολούμενων ατόμων. (Πηγή: www.tvxs.gr)
Υπό το κράτος των συνεχών πιέσεων της τρόικας, η οποία έχει υιοθετήσει πλήρως τα σχετικά εγχώρια εργοδοτικά αιτήματα, το υπουργείο Εργασίας προχωρεί σε νέα αναθεώρηση του εργατικού δικαίου. Στην επικύρωση των ατομικών συμβάσεων εργασίας, μέσω των οποίων πολλές επιχειρήσεις μείωσαν -εντελώς παράνομα- τους μισθούς στον ιδιωτικό τομέα, προσανατολίζεται η κυβέρνηση.
Μετά την καθιέρωση των ειδικών επιχειρησιακών συμβάσεων του περασμένου Δεκεμβρίου, μέσω των οποίων επιτρέπεται η βύθιση των αποδοχών κάτω των κλαδικών συμβάσεων και, ακολούθως, την πρόβλεψη για σύναψη ειδικών συμβάσεων ακόμη και με τις εργασιακές επιτροπές (σε επιχειρήσεις κάτω των 30 ατόμων), όπου εκφράζεται μόλις το 25% των μισθωτών, τώρα εξετάζεται η σύναψη επιχειρησιακής «σύμβασης» με ατομικές υπογραφές επί λίστας εργαζομένων...
Θα μπορεί δηλαδή ο εργοδότης στις επιχειρήσεις που απασχολούν κάτω από 50 ατόμα (όπου εργάζεται το 90% των μισθωτών) να καλεί έναν έναν προσωπικά τους εργαζόμενους και να τους υποδεικνύει να (απο)δεχτούν τη μείωση των αποδοχών. Οταν συγκεντρωθεί το 50% συν μία των υπογραφών, η σχετική «σύμβαση» θα ισχύει αυτόματα στο σύνολο του προσωπικού..
Προς τούτο είναι ενδεικτικές οι δηλώσεις του υπουργού Εργασίας Γ. Κουτρουμάνη στη Θεσσαλονίκη (στη διάρκεια της συνέντευξης του πρωθυπουργού), ο οποίος διαπίστωσε ότι «δυστυχώς, έχουν κυριαρχήσει οι ατομικές συμβάσεις» και ότι ο εργαζόμενοι «δεν πληρώνονται τις αποδοχές τους...». Ενώ όλα αυτά είναι παράνομα και αντί η πολιτεία να στείλει τα εποπτικά και ελεγκτικά της όργανα, όπως για παράδειγμα το Σώμα Επιθεωρητών Εργασίας (ΣΕΠΕ), να κάνουν τους αναγκαίους ελέγχους και να εφαρμοστούν οι κείμενοι νόμοι, τελικά υποκύπτει στην εργασιακή ζούγκλα και τη νομιμοποιεί. «Χρειάζεται επαναρρύθμιση της αγοράς εργασίας», δήλωσε ο κ. Κουτρουμάνης. Ωστόσο, το υπό εκκόλαψη σχέδιο διάλυσης των εργασιακών σχέσεων και πλήρους κυριαρχίας των ατομικών συμβάσεων -οι οποίες θα έχουν σαν κατώφλι μόνο τον κατώτατο μισθό της ΓΣΕΕ (751 ευρώ) ή 20% χαμηλότερα για τους νέους κάτω των 25 ετών- αναμένεται να αποτελέσει και τη σπίθα στις σχέσεις με την Εργατική Συνομοσπονδία. Πόσο μάλιστα όταν ο κ. Κουτρουμάνης προέρχεται από τα σπλάχνα του συνδικαλιστικού κινήματος... (Πηγή: www.enet.gr)
Στις Η.Π.Α. απόφαση της Εθνικής Επιτροπής για τις Εργασιακές Σχέσεις (NLRB – National Labor Relations Board) κήρυξε παράνομη την απόλυση πέντε εργαζομένων από τη μη κερδοσκοπική οργάνωση Hispanics United of Buffalo εξαιτίας της δημοσίευσης αρνητικών σχολίων για το εργασιακό περιβάλλον τους.
Το θέμα ξεκίνησε όταν ένας εργαζόμενος στην οργάνωση κατέφυγε στον προσωπικό του λογαριασμό στο Facebook για να εκφράσει τη δυσαρέσκειά του προς έναν συνάδελφο, τον οποίο είχε ακούσει να επικρίνει άλλους εργαζομένους για την εργασιακή τους απόδοση.
Η συγκεκριμένη ανάρτηση έγραφε: «Ένας συνάδελφος πιστεύει ότι δεν εξυπηρετούμε αρκετά καλά τους πελάτες εδώ στη HUB. Εγώ όμως το κάνω! Συνάδελφοι τί πιστεύετε;». Το αρχικό post έγινε κατόπιν αντικείμενο σχολίων από άλλους εργαζομένους στην οργάνωση, που υπερασπίζονταν τον τρόπο εργασίας και τη διαγωγή τους προς τους πελάτες, ενώ διατύπωσαν μομφές κατά του εργασιακού φόρτου και της έλλειψης ικανοποιητικού αριθμού υπαλλήλων. Μόλις η HUB αντιλήφθηκε το συμβάν, απέλυσε τους πέντε υπαλλήλους που συμμετείχαν στα comments, με την αιτιολογία της παρενόχλησης του εργαζόμενου που έκανε το αρχικό σχόλιο.
Μία εκ των απολυθέντων υπαλλήλων προσέφυγε στο γραφείο της NLRB, ισχυριζόμενος ότι η οργάνωση παραβίαζε με τον τρόπο αυτό την άσκηση των εργασιακών δικαιωμάτων που τους εγγυάται η εργατική νομοθεσία (National Labor Relations Act). Η υπόθεση έφτασε μέχρι τον διοικητικό δικαστή, ο οποίος σε απόφαση που εξέδωσε στις 2 Σεπτέμβρη, δικαίωσε την προσφεύγουσα θεωρώντας ότι οι εργαζόμενοι έχουν κάθε δικαίωμα να ανταλλάσσουν μεταξύ τους απόψεις για τις συνθήκες εργασίας τους. Η συνομιλία τους λοιπόν στο Facebook αποτελεί προστατευόμενη δραστηριότητα κατά το νόημα του εβδόμου παραρτήματος της εργατικής νομοθεσίας (Section 7 of the National Labor Relations Act), διότι ακριβώς αναφέρεται στο περιβάλλον και τους όρους παροχής εργασίας και καλύπτει τόσο την εργασιακή απόδοση όσο και την εκτίμηση για την επάρκεια του προσωπικού. Η συζήτηση για να υπάγεται στην παραπάνω έννοια πρέπει να αναφέρεται σε προβληματισμούς που διατυπώνουν έστω μερικοί –όχι μόνο ένας- υπάλληλοι της εταιρείας, μεταξύ τους ή δημοσίως, σε κοινωνικά μέσα δικτύωσης, και οι οποίοι αφορούν τους υπάρχοντες όρους εργασίας και ενδεχόμενες βελτιώσεις. Στο διατακτικό της απόφασης, το δικαστήριο υποχρεώνει την οργάνωση να επαναπροσλάβει τους παρανόμως απολυθέντες εργαζομένους, να τους καταβάλλει αναδρομικά μισθούς για το διάστημα που δεν εργάστηκαν καθώς και να αναρτήσει μια ανακοίνωση στην υπηρεσία της που να ενημερώνει τους εργαζομένους για τα δικαιώματά τους.
Με μία άκρως αντεργατική και - κατά τη γνώμη μου - νομικά ανερμάτιστη απόφασή της (9/2011), η πλειοψηφία της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου έκρινε ότι στην περίπτωση κατά την οποία αναγνωριστεί ως άκυρη η καταγγελία σύμβασης εργαζομένου από την πλευρά του εργοδότη, η υποχρέωση του τελευταίου για αποδοχή των υπηρεσιών του μισθωτού δεν ανακύπτει ως αυτόματη συνέπεια της αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας. Αντιθέτως, η άρνηση του εργοδότη να αποδεχθεί την εργασία του μισθωτού σε περίπτωση άκυρης απόλυσης, καθίσταται παράνομη όταν υπερβαίνει προφανώς τα κριτήρια που θέτει το άρθρο 281 ΑΚ και αποβαίνει έτσι καταχρηστική, όπως όταν θίγει υλικά ή ηθικά συμφέροντα του εργαζομένου ή επιφέρει χωρίς λόγο προσβολή της προσωπικότητας του κατά τα άρθρα 59, 914 και 932 ΑΚ, οπότε παρέχεται σ' αυτόν αξίωση για την άρση της προσβολής και την παράλειψη της στο μέλλον, καθώς και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, περιστατικά, τα οποία πρέπει να κρίνονται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση.
Με άλλα λόγια, η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας δεν συνιστά κατά τη γνώμη της Ολομέλειας επαρκή λόγο για τη θεμελίωση υποχρέωσης του εργοδότη να επαναπασχολήσει το μισθωτό, αλλά ο τελευταίος πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει επιπλέον πραγματικά περιστατικά που καθιστούν την άρνηση του εργοδότη καταχρηστική (!). Θεωρείται δηλαδή - παρά την ακύρωση της απόλυσης - καταρχήν νόμιμη η μη αποδοχή των υπηρεσιών του μισθωτού, εκτός να συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι, τους οποίους πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο ίδιος ο μισθωτός.
Σαφώς ορθότερη η άποψη της μειοψηφίας (μόλις δύο μελών του Δικαστηρίου), σύμφωνα με την οποία, όταν, η άρνηση του εργοδότη να απασχολεί το μισθωτό εκδηλώνεται ως αποτέλεσμα καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, σε περίπτωση που η καταγγελία προσβάλλεται ως άκυρη, η άρνηση για πραγματική απασχόληση υπονοείται αυτόχρημα παράνομη. Οπότε ο μισθωτός, επιδιώκοντας την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας και την εκ νέου πραγματική απασχόληση αυτού εκ μέρους του εργοδότη, αρκεί να επικαλεσθεί και αποδείξει τα περιστατικά επί των οποίων ερείδεται η ακυρότητα και δεν απαιτείται να προσθέσει περιστατικά τα οποία στοιχειοθετούν καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος ή παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του ή αδικοπραξία σε βάρος του ή παράνομο αποκλεισμό από την οικονομική ζωή. Διότι όλα αυτά, λόγω της διαταραχής της ομαλής λειτουργίας της συμβάσεως εργασίας που εκδηλώθηκε με τη άκυρη καταγγελία, ενυπάρχουν στον περί ακυρότητας ισχυρισμό και στους λόγους που τον θεμελιώνουν και που καθιστούν ταυτόχρονα παράνομη την, ήδη εκδηλωθείσα, άρνηση για πραγματική απασχόληση. Η κρίση αυτή επιβεβαιώνεται από τον ορισμό του άρθρου 23 παρ.2 του ν. 1264/1982, σύμφωνα με τον οποίο "ο εργοδότης και οι εκπρόσωποι του, που αρνούνται την πραγματική απασχόληση του εργαζόμενου, του οποίου η απόλυση έχει κριθεί άκυρη με δικαστική απόφαση, τιμωρούνται με φυλάκιση ή και με χρηματική ποινή για κάθε παράβαση ή άρνηση". Η απόδοση ποινικής απαξίας στην εν λόγω συμπεριφορά του εργοδότη, που είχε καταγγείλει ακύρως τη σύμβαση εργασίας, ιδρύει, μετά τη δικαστική αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας, ουσιαστικού δικαίου υποχρέωση αυτού να επαναπροσλάβει και να απασχολήσει πραγματικά τον ακύρως απολυθέντα μισθωτό και καθιστά άνευ ετέρου παράνομη την άρνηση του να συμμορφωθεί προς την υποχρέωση αυτή.
Διακοπές τέλος και για το blog. Καλό χειμώνα σε όλους!
Ο ΔΣΑ εξέδωσε ενημερωτικό σημείωμα για τα νέα δεδομένα, που δημιουργούν στην παροχή των δικηγορικών υπηρεσιών οι σχετικές διατάξεις του Ν. 3919/2011 και του Ν. 3943/2011, το περιεχόμενο του οποίου έχει ως ακολούθως:
"Τα κατωτέρω διατυπώνονται με την επισήμανση ότι πρόκειται για νεοεισαγόμενες νομοθετικές διατάξεις, οι οποίες αφενός δεν έχουν τύχει αυθεντικής ερμηνείας και αφετέρου δεν έχουν δοκιμαστεί στην πράξη. Ως εκ τούτου, διά του παρόντος επιχειρείται μια συνοπτική περιγραφή του πλαισίου εφαρμογής του νέου καθεστώτος κατά τα ουσιώδη σημεία του και καταγράφονται κάποιες απόψεις ως προς τη δέουσα φορολογική αντιμετώπιση του ζητήματος, οι οποίες παρίστανται ορθολογικές με βάση τα όσα είχαν γίνει δεκτά έως σήμερα.
·Το γραμμάτιο παύει να συνδέεται με την προείσπραξη αμοιβής και εκδίδεται πλέον αποκλειστικώς για λόγους υπολογισμού και καταβολής των πάσης φύσεως κρατήσεων υπέρ του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου των Ασφαλιστικών Ταμείων, του Ταμείου Συνεργασίας και του Διανεμητικού Λογαρισμού.
·Υπόχρεος προς καταβολή των κρατήσεων είναι ο ίδιος ο Δικηγόρος, πλην της περιπτώσεως της έμμισθης εντολής, όπου υπόχρεος προς καταβολή είναι ο εντολέας, ευθύνεται όμως εις ολόκληρον και ο Δικηγόρος.
·Δεδομένου αφενός ότι το ανωτέρω γραμμάτιο δεν συνδέεται με αμοιβή και αφετέρου ότι υπόχρεος προς καταβολή των κρατήσεων είναι ο ίδιος ο Δικηγόρος, επί του γραμματίου αυτού δεν υπολογίζεται Φ.Π.Α. από τον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο, όπως επιβεβαιώνει προφορικώς και η Διεύθυνση Φ.Π.Α. του Υπουργείου Οικονομικών.
·Για την προκαταβολή φόρου 15%, εκκρεμεί έκδοση Κ.Υ.Α. Η πρόταση της Ολομέλειας Προέδρων Δ.Σ. είναι να συντελείται η ανωτέρω προκαταβολή μέσω του Δικηγορικού Συλλόγου, να περιορίζεται στις δικαστηριακές πράξεις και να υπολογίζεται μόνο επί του ποσού της «νόμιμης αμοιβής» (όχι στην επιπλέον αμοιβή, όχι στις εξώδικες, όχι στα συμβόλαια) όπως και θα γίνεται μέχρι και την έκδοση της Κ.Υ.Α.
·Ανεξαρτήτως του ύψους της συμφωνηθείσης αμοιβής, οι κρατήσεις υπολογίζονται πάντοτε επί των «ποσών αναφοράς», που προβλέπουν οι διατάξεις των άρθρων 96 και 161 του Κ.Δ. όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 5 ν.3919/2011(ΦΕΚ32/2.4.2011)
·Δεν υπάρχουν πλέον ελάχιστες αμοιβές, αλλά η αμοιβή συμφωνείται ελεύθερα μεταξύ Δικηγόρου και εντολέως.
·Η αμοιβή του Δικηγόρου καθορίζεται με έγγραφη συμφωνία ή, ελλείψει αυτής, ισχύουν ως «νόμιμες αμοιβές», τις οποίες αυτός μπορεί να αξιώσει και δικαστικώς, οι αμοιβές της Κ.Υ.Α. 1117864/2297/Α0012/07.12.2007 (Φ.Ε.Κ. 2422 Β’) ή οι αμοιβές των διατάξεων των άρθρων 100 επ. του Κ.Δ.
·Η έλλειψη έγγραφης συμφωνίας δεν συνδέεται με την επιβολή κυρώσεων, ιδίως φορολογικών.
·Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 20§7 του Ν. 3943/2011, μέχρι την 20ή ημέρα του μηνός Φεβρουαρίου κάθε έτους ο Δικηγόρος υποχρεούται να υποβάλει στη Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία της περιφέρειας, όπου βρίσκεται η επαγγελματική του έδρα, κατάσταση των εγγράφων συμφωνιών, που έχει συνάψει με τους εντολείς του κατά την προηγούμενη διαχειριστική περίοδο, στην οποία αναγράφονται το ονοματεπώνυμο, η διεύθυνση, ο Α.Φ.Μ. του κάθε εντολέως του, η δικηγορική υπηρεσία που παρασχέθηκε και η συμφωνηθείσα αμοιβή.
·Στα συμβόλαια δεν προβλέπονται «νόμιμες αμοιβές» και, κατά συνέπεια, ελλείψει έγγραφης συμφωνίας, δεν υπάρχει συγκεκριμένο ποσό αμοιβής, το οποίο δύναται να αξιώσει ο Δικηγόρος.
·Σε περίπτωση λήψεως της «νόμιμης αμοιβής» σε δικαστηριακές πράξεις, ο Δικηγόρος δεν μπορεί να αφαιρέσει από αυτή ως εισόδημα το ποσό των κρατήσεων, που κατέβαλε στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο, διότι πρόκειται για δύο αυτοτελή συστήματα υπολογισμού: ένα για τον υπολογισμό της αμοιβής του Δικηγόρου και ένα ανεξάρτητο - μη συνδεόμενο με την αμοιβή – για τον υπολογισμό των κρατήσεων, υπόχρεος δε για την καταβολή των τελευταίων είναι ο ίδιος ο Δικηγόρος.
·Εάν ο Δικηγόρος συμφωνήσει να λάβει το ποσό των κρατήσεων από τον εντολέα επιπλέον της αμοιβής του και εντάξει το ποσό αυτών στην Α.Π.Υ. του, τότε ο Φ.Π.Α. επιβάλλεται επί του συνολικού ποσού της Α.Π.Υ. (αμοιβή + κρατήσεις), αλλά ως ακαθάριστο εισόδημα θεωρείται μόνο η αμοιβή, ήτοι από το συνολικό ποσό της Α.Π.Υ. αφαιρούνται οι κρατήσεις, κατ’ επίκληση των παλαιών ΠΟΛ. 1035/2001 και 1220/2001".