Σάββατο 2 Απριλίου 2011

Όποιος είναι άνεργος δεν έχει προσωπικότητα!!!


«Αν έχει προσωπικότητα κανείς, έχει τύχη να βρει δουλειά»! Αυτό ήταν το μήνυμα που έστειλε στους ανέργους η υπουργός Εργασίας Λούκα Κατσέλη, όταν της ζητήθηκε από τους δημοσιογράφους, κατά τη διάρκεια της παρουσίας της στο Ηράκλειο.
Η απάντηση της υπουργού προκάλεσε, όπως είναι φυσικό, ποικίλες αντιδράσεις, καθώς στο Ηράκλειο καταγράφονται στρατιές ανέργων μετά την ισοπέδωση των εργασιακών και κοινωνικών κεκτημένων. Η ένταση δεν περιορίστηκε εκεί, καθώς κατά τη διάρκεια της συνάντησης της υπουργού με τοπικούς και κοινωνικούς φορείς, που πραγματοποιήθηκε στο Επιμελητήριο Ηρακλείου, δεν επετράπη η είσοδος σε αντιπροσωπεία του Εργατικού Κέντρου της πόλης, την ώρα που ήταν σε εξέλιξη η ενημερωτική σύσκεψη με θέμα τα δύο νέα προγράμματα, με τα οποία το υπουργείο στοχεύει να στηρίξει την εργασία!
Ακολούθησαν διαπληκτισμοί μεταξύ των δύο πλευρών, ενώ τα χειρότερα αποφεύχθηκαν χάρη στην καίρια παρέμβαση του υπεύθυνου του πολιτικού γραφείου της κ. Κατσέλη, ο οποίος ζήτησε να επιτραπεί στην αντιπροσωπεία του ΕΚΗ να μπει τελικά στην αίθουσα.Τα μέτρα ασφαλείας ήταν δρακόντεια, μια διμοιρία των ΜΑΤ βρισκόταν παραταγμένη απέναντι από το κτίριο του Επιμελητηρίου, ενώ διαμαρτυρόμενοι πολίτες, μέλη της ομάδας «Δικαίωμα», κρατούσαν πανό το οποίο έγραφε: «Ανεπιθύμητη η Υπουργός - 30.000 Ηρακλειώτες στο βωμό της ανεργίας». Νωρίτερα πάντως υπογράφηκε το πρωτόκολλο συνεργασίας μεταξύ περιφέρειας και υπουργείου για την υλοποίηση των δύο κοινωνικών προγραμμάτων που ανακοινώθηκαν. (Πηγή: www.enet.gr)

Δωρεά Οργάνων με το σύστημα της «εικαζόμενης συναίνεσης» του θανόντος δότη

Όπως είναι ευρέως γνωστό, το Υπουργείο Υγείας προωθεί σχέδιο νόμου υπό τον τίτλο «Δωρεά και μεταμόσχευση οργάνων και άλλες διατάξεις», το οποίο έρχεται να τροποποιήσει το ισχύον νομικό πλαίσιο που αφορά στις μεταμοσχεύσεις και κυρίως το ν. 2737/1999, που αναφέρεται ειδικά στις μεταμοσχεύσεις ανθρωπίνων ιστών και οργάνων. (Τα άλλα νομοθετήματα που συγκαθορίζουν το κανονιστικό πλαίσιο των μεταμοσχεύσεων στην Ελλάδα είναι η Διεθνής Σύμβαση του Οβιέδο για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα και τη Βιοϊατρική, η οποία κυρώθηκε με το ν. 2619/1998, καθώς και ο Κώδικας Ιατρικής Δεοντολογίας, που τέθηκε σε ισχύ με το ν. 3418/2005).
Το σημείο που προκαλεί ιδιαίτερο ενδιαφέρον, νομικό και κοινωνικό, στο προτεινόμενο σχέδιο και έχει ήδη προκαλέσει αντιδράσεις (θετικές ή αρνητικές) είναι η εισαγωγή ενός αμιγούς συστήματος εικαζόμενης συναίνεσης της βούλησης του θανόντος δότη, στην περίπτωση που ο τελευταίος δεν είχε εκφράσει ρητά την επιθυμία του σχετικά με την μετά θάνατο τύχη οργάνων του σώματός του. Ας σημειωθεί απλώς εδώ ότι πανομοιότυπη ρύθμιση περιείχαν δύο προγενέστερα προσχέδια νόμων το 2005 και το 2007, τα οποία τελικά δεν ψηφίστηκαν.
Μέχρι σήμερα και υπό το ρυθμιστικό πλαίσιο του ισχύοντος ν. 2737/1999 η αφαίρεση οργάνων από θανόντα δότη, με σκοπό τη μεταμόσχευση είναι δυνατή υπό τις εξής τρεις προϋποθέσεις: α) Την επέλευση εγκεφαλικού θανάτου του δότη, έστω και αν οι λειτουργίες ορισμένων οργάνων διατηρούνται με τεχνητά μέσα, β) Την έγγραφη συναίνεση του δυνητικού δότη και, αν ο τελευταίος δεν είχε εκφράσει όσο ζούσε συναίνεση ή άρνηση, τη μη αντίθεση στην αφαίρεση του σύζυγου, των ενήλικων τέκνων, των γονέων ή των αδέλφών του και γ) Τη διενέργεια της αφαίρεσης μόνο για θεραπευτικούς σκοπούς.
Με το προτεινόμενο σχέδιο νόμου παραμένει άθικτη μόνο η τρίτη από τις παραπάνω προϋποθέσεις, δηλ. η διενέργεια της αφαίρεσης οργάνων αποκλειστικά για θεραπευτικούς σκοπούς. Αντιθέτως, ως προς το πρόβλημα της συναίνεσης επιχειρείται να εισαχθεί μία ρύθμιση, η οποία βρίσκεται περίπου στον αντίποδα της ήδη ισχύουσας. Μέχρι σήμερα ισχύει ένα ενδιάμεσο σύστημα: Εάν ο δυνητικός δότης δεν έχει παράσχει την έγραφη συναίνεσή ή άρνησή του για την αφαίρεση οργάνων του, η βούλησή του υποκαθίσταται κατά κάποιον τρόπο από τον σύζυγο ή στενούς συγγενείς του (τούτο βέβαια είναι ήδη προβληματικό, αφού: α. ακόμα κι αν ο θανών είχε εκφράσει ρητά οποιαδήποτε βούλησή του στους οικείους του, είναι ιδιαίτερα δυσαπόδεικτο το αληθές περιεχόμενό της και β. σε περίπτωση που δεν είχε εκφράσει ρητά οποιαδήποτε θεση του, είναι εξίσου αμφίβολη η επιτυχής ανίχνευση μίας υποθετικής βούλησης από την πλευρά των συγγενών και εν τέλει ο σεβασμός των τελευταίων στο δικαίωμα αυτοπροσδιορισμού του θανόντος). Πάντως, στην πράξη εάν δεν υπάρχει ρητά εκπεφρασμένη βούληση του θανόντος προς τους συγγενείς, οι τελευταίοι ερμηνεύουν τη σιωπή μάλλον ως άρνηση παρά ως συναίνεση στη δωρεά. Εν αμφιβολία, δηλαδή, αποφασίζουν κατά της αφαίρεσης οργάνων.
Με τη νέα ρύθμιση η αφαίρεση ενός ή περισσοτέρων οργάνων από ενήλικο, θανόν πρόσωπο πραγματοποιείται εφόσον, όσο ζού́σε δεν είχε εκφράσει εγγράφως την αντίθεσή του, με σχετική δήλωση στον Εθνικό Οργανισμό Μεταμοσχεύσεων. Με άλλα λόγια έχουμε εδώ ουσιαστικά μία αντιστροφή του τεκμηρίου της βούλησης του νεκρού: Οποιοσδήποτε καθίσταται εν δυνάμει δότης, όχι αν είχε εκφράσει σχετική επιθυμία προς τούτο, αλλά αν δεν είχε εκφράσει (και μάλιστα ρητά και εγγράφως) όσο ζούσε την αντίθεσή του.
Όσο κι αν μία τέτοια ρύθμιση είναι κοινωνικά επαινετέα, νομίζω ότι προσκρούει σε θεμελιώδεις αρχές και συνταγματικά προστατευόμενα έννομα αγαθά, με κυριότερα την αρχή του σεβασμού και της προστασίας της αξίας του ανθρώπου (άρθρ. 2 παρ. 1 Σ.), την ελευθερία του αυτοπροσδιορισμού και της αυτοδιάθεσης, η οποία βρίσκει κανονιστικό έρεισμα στο άρθρ. 5 παρ. 1 Σ και περιλαμβάνει μεταξύ άλλων και το δικαίωμα του ατόμου να αποφασίζει θετικά για την τύχη του σώματός του μετά θάνατον και, σε κάποιες περιπτώσεις, ακόμα και την ελευθερία της συνείδησης, με την έννοια ότι είναι δυνατό να προσβάλλονται οι θρησκευτικές, φιλοσοφικές ή κοσμοθεωρητικές πεποιθήσεις του ατόμου. Το ότι η νέα ρύθμιση παρέχει τη δυνάτοτητα στον εν δυνάμει δότη να δηλώσει την αντίθεσή του στην αφαίρεση των οργάνων του, θεωρώ ότι δεν θεραπεύει το πρόβλημα. Ας έχουμε πάντα κατά νού ότι πρόκειται για δώρεα, δηλαδή για μία χαριστική πράξη που υπαγορεύεται από την αίσθηση ενός ιδιαίτερου ηθικού καθήκοντος και εξαρτάται από τη διάθεση αλτρουισμού κάθε άνθρωπου. Μπορούμε να μιλάμε για υποχρέωση από κοινωνική ή ηθική σκοπιά, αλλά σίγουρα μιλάμε για ένα ατομικό δικαίωμα – και μάλιστα θεμελιώδες – από νομικής πλευράς. Έτσι, είναι ευπρόσδεκτη και ευκταία η «διενέργεια ενημερωτικής εκστρατείας του κοινού σχετικά με τη δωρεά οργάνων και τις μεταμοσχεύσεις», που εξαγγέλλει το άρθρ. 7 του προσχεδίου, αλλά δεν μπορεί να είναι συνταγματικά ανεκτή η άνωθεν επιβολή (έστω και υπό όρους) συγκεκριμένων προτύπων κοινωνικής συμπεριφοράς, ακόμα κι αν αυτά αποβλέπουν στο κοινό καλό. Σε δημοκρατική και πολιτικά φιλελεύθερη κοινωνία, όπως (πρέπει να) είναι η δική μας, οφείλουμε σε περίπτωση αμφιβολίας να αποφαινόμαστε υπέρ της ελευθερίας του ατόμου, δηλ. της ευχέρειάς του να ασκεί (ή να μην ασκεί) ένα δικαίωμά του κατά τρόπο αυτόνομο και χωρίς εξωτερικούς καταναγκασμούς, και όχι υπέρ της υποκατάστασης της βούλησής του και μάλιστα από κρατικά όργανα, προς εξυπηρέτηση οποιούδηποτε σκόπου (ακόμη και αξιέπαινου, όπως εν προκειμένω). Η άσκηση των δικαιωμάτων επιτρέπεται στους φορείς τους, δεν επιβάλλεται από το Κράτος.

Παρασκευή 1 Απριλίου 2011

Εκδίκαση αξιώσεων διατροφής στον τόπο κατοικίας των δικαιούχων

Στο δικαστήριο του τόπου, όπου κατοικεί ο δικαιούχος διατροφής, θα μπορούν να εισάγονται όλες οι αξιώσεις διατροφής. Σχετική νομοθετική ρύθμιση θα περιληφθεί στο σχέδιο νόμου του υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων «Εξορθολογισμός και βελτίωση στην απονομή της πολιτικής δικαιοσύνης», του οποίου η διαδικασία διαβούλευσης ολοκληρώθηκε στις 21 Μαρτίου.
Όπως αναφέρει ο υπουργός Δικαιοσύνης, Χάρης Καστανίδης, σε έγγραφό του που διαβιβάστηκε στη Βουλή, με τη ρύθμιση αυτή ευθυγραμμίζεται ο Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας με τις αντίστοιχες ρυθμίσεις του Κανονισμού 44/2001, ο οποίος καθορίζει τους κανόνες που διέπουν τη διεθνή δικαιοδοσία των δικαστηρίων και την αναγνώριση και εκτέλεση των αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις στο πλαίσιο των κρατών-μελών της ΕΕ.
Σύμφωνα με το άρθρο 6 του Σχεδίου προστίθεται στον ΚΠολΔ νέο άρθρο 39 Α, με το οποίο καθιερώνεται ειδική δωσιδικία διατροφών και σύμφωνα με το οποίο "Διαφορές που αφορούν αξιώσεις διατροφής μπορούν να εισαχθούν και στο δικαστήριο του τόπου όπου έχει την κατοικία του ή τη διαμονή του ο δικαιούχος της διατροφής». 
Σημειωτέον ότι μέχρι σήμερα οι αξώσεις διατροφής υπάγονταν στην αρμοδιότητα του δικαστηρίου, στην περιφέρεια του οποίου είχε την κατοικία του ο εναγόμενος (γενική δωσιδικία κατοικίας εναγομένου - άρθρ. 22 ΚΠολΔ), ενώ πολλές φορές, όπως αναφέρει και η Αιτιολογική Έκθεση του Σχεδίου, η νομολογία έχει θεωρήσει ότι οι εκατέρωθεν αξιώσεις διατροφής ακόμη και μεταξύ ανιόντων και κατιόντων ή αδελφών, αφορούν σε δικαιώματα απορρέοντα από τον γάμο και τις στέγαζε έτσι στο άρθρο 39 ΚΠολΔ (δωσιδικία γαμικών διαφορών). Ωστόσο, η λύση αυτή, που υπαγορεύθηκε στην πράξη για κοινωνικούς λόγους, συναντά σοβαρές δογματικές επιφυλάξεις.
Ακολουθώντας, λοιπόν, τις διεθνείς τάσεις προστασίας του δικαιούχου της διατροφής, υιοθετείται η ρύθμιση του άρθρου 5 σημείο 2 του Κανονισμού 44/2001(Βρυξέλλες Ι) και καθιερώνεται ως τόπος εκδίκασης των διαφορών που αφορούν σε αξιώσεις κάθε είδους διατροφής ο τόπος κατοικίας του ενάγοντος - δικαιούχου της διατροφής.

Με «εικαζόμενη συναίνεση» θα επιτρέπεται αφαίρεση οργάνων μετά θάνατον


Τη δυνατότητα αφαίρεσης οργάνων από υποψήφιο δότη χωρίς να απαιτείται συναίνεση από συγγενείς προβλέπει το προσχέδιο νόμου του υπουργείου Υγείας «Δωρεά και Μεταμόσχευση Οργάνων και άλλες διατάξεις», που συζητήθηκε χθες στο Υπουργικό Συμβούλιο. Το προσχέδιο εισάγει τον όρο «εικαζόμενη συναίνεση», που σημαίνει ότι εφ’ όσον ο υποψήφιος δότης δεν είχε δηλώσει στον Εθνικό Οργανισμό Μεταμοσχεύσεων την αντίθεσή του στη δωρεά οργάνων του όσο ζούσε, θα μπορούν να αφαιρούνται τα όργανα μετά τον θάνατό του. Το προσχέδιο προβλέπει επιπλέον τη διεύρυνση του βαθμού συγγένειας (από τον 2ο στον 4ο βαθμό) στις ζώσες μεταμοσχεύσεις, ενώ επιτρέπει την αφαίρεση οργάνων από ζώντα δότη με τον οποίο ο ασθενής έχει υπογράψει σύμφωνο ελεύθερης συμβίωσης ή συνδέεται αισθηματικά (απαιτείται άδεια με δικαστική απόφαση). Σε περίπτωση που μεταξύ δότη και λήπτη δεν υπάρχει ιστοσυμβατότητα, πραγματοποιείται η αφαίρεση οργάνου και ταυτόχρονα ο ασθενής προτάσσεται στην κατάταξη στο εθνικό Μητρώο με τους λήπτες.
(Πηγή: Καθημερινή)

ΦΠΑ 23% και για τους έμμισθους δικηγόρους


Οχι μόνο οι «μαχόμενοι» δικηγόροι, αλλά και οι έμμισθοι που παρέχουν τις υπηρεσίες τους σε διάφορους οργανισμούς, φορείς, εταιρείες κ.λπ., είναι υποχρεωμένοι να καταβάλλουν ΦΠΑ ύψους 23% για την προσφορά των νομικών τους υπηρεσιών.
Χθες το Συμβούλιο της Επικρατείας ακύρωσε την πράξη του υπουργείου Οικονομικών με την οποία απαλλάχθηκαν από τον ΦΠΑ μόνο οι έμμισθοι δικηγόροι, κρίνοντας ότι η συγκεκριμένη απαλλαγή είναι ανυπόστατη.
Στο ΣτΕ προσέφυγε ο δικηγόρος Παν. Γιαννόπουλος υποστηρίζοντας ότι παραβιάζεται η συνταγματική αρχή της ισότητας με την επιβολή ΦΠΑ μόνο στους «μαχόμενους» και με την απαλλαγή των εμμίσθων από τον ΦΠΑ.
Το Β' τμήμα ΣτΕ επισήμανε (909/11) ότι ο ν. 3842/10 επέβαλε γενικά ΦΠΑ στις δικηγορικές υπηρεσίες, που μέχρι τότε εξαιρούνταν από το φορολογικό αυτό καθεστώς. Ωστόσο με νεότερη εγκύκλιο το υπουργείο Οικονομικών απάλλαξε τους εμμίσθους από τον ΦΠΑ, απαλλαγή που δεν έλαβε ποτέ νόμιμη υπόσταση, αφού δεν δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ, όπως έκρινε το ΣτΕ, αφήνοντας να εννοηθεί ότι υπήρχαν και άλλοι λόγοι ακυρότητας. (Πηγή: ΕΘΝΟΣ)

Πέμπτη 31 Μαρτίου 2011

Εκδήλωση ΕΝΟΒΕ για τις εξελίξεις στις εργασιακές σχέσεις


Προσωρινή Δικαίωση για 166 συμβασιούχους του Δήμου Αθηναίων

Όπως έγινε γνωστό από το δικαστικό ρεπορτάζ, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών έκανε δεκτές δύο αίτησεις Ασφαλιστικών Μέτρων και δικαίωσε προσωρινά (δηλ μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της κύριας αγωγής) 166 εργαζομένους που προσέφεραν τις υπηρεσίες τους με συμβάσεις έργου ή διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο Δήμο Αθηναίων. Οι αποφάσεις αναγνώρισαν ότι οι εν λόγω συμβάσεις συνιστούν και υποκρύπτουν για καθέναν από τους εργαζομένους μία ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου και διέταξε την επαναπασχόλησή τους μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της εκκρεμούς αγωγής τους κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών.
Πρόκειται αναμφισβήτητα για μία θετική εξέλιξη και για αποφάσεις που κινούνται στο πνεύμα της παλαιότερης (και ορθότερης) νομολογίας του Αρείου Πάγου (βλ. αποφάσεις 18/2006 και 19/2006 της πλήρους Ολομέλειας), η οποία παγίως και μέχρι το 2007 δεχόταν την εφαρμογή του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920 και στις συμβάσεις ορισμένου χρόνου που συνάπτονταν με το Δημόσιο, τα νπδδ, τους ΟΤΑ καθώς και με φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Σύμφωνα με τις αποφάσεις αυτές, ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός μίας έννομης σχέσης αποτελεί κατ' εξοχήν έργο των δικαστηρίων και ένα από τα βασικά στοιχεία της δικαιοδοτικής τους λειτουργίας, είτε ο χαρακτηρισμός της επίδικης σχέσης γίνεται από τα συμβαλλόμενα μέρη είτε απ' ευθείας εκ του νόμου. Με απλά λόγια, εάν χωρήσει νομικός χαρακτηρισμός της έννομης σχέσης ή κατάστασης από το νομοθέτη, ο δικαστής μπορεί να τον αγνοήσει και να προσδώσει στη σχέση τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό, κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον εφαρμοστέο κάθε φορά κανόνα δικαίου.
Στην περίπτωση των συμβασιούχων τα παραπάνω σημαίνουν ότι, ακόμα κι αν οι συμβάσεις τους χαρακτηρίζονται ως "έργου" ή "εργασίας ορισμένου χρόνου", ο δικαστής δεν εμποδίζεται - αντιθέτως είναι υποχρεωμένος - να αποδώσει σε αυτές τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, υπό την προϋπόθεση ότι ο "συμβασιούχος" τελεί υπό καθεστώς προσωπικής εξάρτησης ως προς τους όρους παροχής της εργασίας του (δηλ. συγκεκριμένο ωράριο, εκτέλεση εργασίας σύμφωνα με τις υποδείξεις του εργοδότη κλπ.) και καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες των φορέων στους οποίους παρέχει την εργασία του (δεν είναι δηλαδή έκτακτος ή εποχικός εργαζόμενος για την κάλυψη επειγουσών, απρόβλεπτων ή πρόσκαιρων αναγκών).
Αξιοσημείωτη είναι η επίκληση από το δικαστήριο της οικονομικής κρίσης με το σκεπτικό ότι εάν οι αιτούντες δεν παραμείνουν στην εργασία τους «θα αποστερούνται του τακτικού τους μισθού που αποτελεί και το μοναδικό μέσο βιοπορισμού τους, εν όψει μάλιστα και των επικρατουσών, όχι ευνοϊκών στην αγορά εργασίας σήμερα, συνθηκών».