Παρασκευή 1 Απριλίου 2011

ΦΠΑ 23% και για τους έμμισθους δικηγόρους


Οχι μόνο οι «μαχόμενοι» δικηγόροι, αλλά και οι έμμισθοι που παρέχουν τις υπηρεσίες τους σε διάφορους οργανισμούς, φορείς, εταιρείες κ.λπ., είναι υποχρεωμένοι να καταβάλλουν ΦΠΑ ύψους 23% για την προσφορά των νομικών τους υπηρεσιών.
Χθες το Συμβούλιο της Επικρατείας ακύρωσε την πράξη του υπουργείου Οικονομικών με την οποία απαλλάχθηκαν από τον ΦΠΑ μόνο οι έμμισθοι δικηγόροι, κρίνοντας ότι η συγκεκριμένη απαλλαγή είναι ανυπόστατη.
Στο ΣτΕ προσέφυγε ο δικηγόρος Παν. Γιαννόπουλος υποστηρίζοντας ότι παραβιάζεται η συνταγματική αρχή της ισότητας με την επιβολή ΦΠΑ μόνο στους «μαχόμενους» και με την απαλλαγή των εμμίσθων από τον ΦΠΑ.
Το Β' τμήμα ΣτΕ επισήμανε (909/11) ότι ο ν. 3842/10 επέβαλε γενικά ΦΠΑ στις δικηγορικές υπηρεσίες, που μέχρι τότε εξαιρούνταν από το φορολογικό αυτό καθεστώς. Ωστόσο με νεότερη εγκύκλιο το υπουργείο Οικονομικών απάλλαξε τους εμμίσθους από τον ΦΠΑ, απαλλαγή που δεν έλαβε ποτέ νόμιμη υπόσταση, αφού δεν δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ, όπως έκρινε το ΣτΕ, αφήνοντας να εννοηθεί ότι υπήρχαν και άλλοι λόγοι ακυρότητας. (Πηγή: ΕΘΝΟΣ)

Πέμπτη 31 Μαρτίου 2011

Εκδήλωση ΕΝΟΒΕ για τις εξελίξεις στις εργασιακές σχέσεις


Προσωρινή Δικαίωση για 166 συμβασιούχους του Δήμου Αθηναίων

Όπως έγινε γνωστό από το δικαστικό ρεπορτάζ, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών έκανε δεκτές δύο αίτησεις Ασφαλιστικών Μέτρων και δικαίωσε προσωρινά (δηλ μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της κύριας αγωγής) 166 εργαζομένους που προσέφεραν τις υπηρεσίες τους με συμβάσεις έργου ή διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο Δήμο Αθηναίων. Οι αποφάσεις αναγνώρισαν ότι οι εν λόγω συμβάσεις συνιστούν και υποκρύπτουν για καθέναν από τους εργαζομένους μία ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου και διέταξε την επαναπασχόλησή τους μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της εκκρεμούς αγωγής τους κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών.
Πρόκειται αναμφισβήτητα για μία θετική εξέλιξη και για αποφάσεις που κινούνται στο πνεύμα της παλαιότερης (και ορθότερης) νομολογίας του Αρείου Πάγου (βλ. αποφάσεις 18/2006 και 19/2006 της πλήρους Ολομέλειας), η οποία παγίως και μέχρι το 2007 δεχόταν την εφαρμογή του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920 και στις συμβάσεις ορισμένου χρόνου που συνάπτονταν με το Δημόσιο, τα νπδδ, τους ΟΤΑ καθώς και με φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Σύμφωνα με τις αποφάσεις αυτές, ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός μίας έννομης σχέσης αποτελεί κατ' εξοχήν έργο των δικαστηρίων και ένα από τα βασικά στοιχεία της δικαιοδοτικής τους λειτουργίας, είτε ο χαρακτηρισμός της επίδικης σχέσης γίνεται από τα συμβαλλόμενα μέρη είτε απ' ευθείας εκ του νόμου. Με απλά λόγια, εάν χωρήσει νομικός χαρακτηρισμός της έννομης σχέσης ή κατάστασης από το νομοθέτη, ο δικαστής μπορεί να τον αγνοήσει και να προσδώσει στη σχέση τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό, κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον εφαρμοστέο κάθε φορά κανόνα δικαίου.
Στην περίπτωση των συμβασιούχων τα παραπάνω σημαίνουν ότι, ακόμα κι αν οι συμβάσεις τους χαρακτηρίζονται ως "έργου" ή "εργασίας ορισμένου χρόνου", ο δικαστής δεν εμποδίζεται - αντιθέτως είναι υποχρεωμένος - να αποδώσει σε αυτές τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, υπό την προϋπόθεση ότι ο "συμβασιούχος" τελεί υπό καθεστώς προσωπικής εξάρτησης ως προς τους όρους παροχής της εργασίας του (δηλ. συγκεκριμένο ωράριο, εκτέλεση εργασίας σύμφωνα με τις υποδείξεις του εργοδότη κλπ.) και καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες των φορέων στους οποίους παρέχει την εργασία του (δεν είναι δηλαδή έκτακτος ή εποχικός εργαζόμενος για την κάλυψη επειγουσών, απρόβλεπτων ή πρόσκαιρων αναγκών).
Αξιοσημείωτη είναι η επίκληση από το δικαστήριο της οικονομικής κρίσης με το σκεπτικό ότι εάν οι αιτούντες δεν παραμείνουν στην εργασία τους «θα αποστερούνται του τακτικού τους μισθού που αποτελεί και το μοναδικό μέσο βιοπορισμού τους, εν όψει μάλιστα και των επικρατουσών, όχι ευνοϊκών στην αγορά εργασίας σήμερα, συνθηκών».              

Πέμπτη 20 Ιανουαρίου 2011

Αρνητική η εισήγηση για τους συμβασιούχους του ΟΠΑΠ


Απορριπτική είναι η εισήγηση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, Ι. Τέντε, προς την Ολομέλεια του δικαστηρίου, για τη μονιμοποιήση των συμβασιούχων καθαριστριών του ΟΠΑΠ. Μικροένταση δημιουργήθηκε έξω από το μέγαρο όταν έγινε γνωστή η εισήγηση.
Πρόκειται για εργαζόμενους που προσελήφθησαν το 1990 και το 1991 και εργάζονται περισσότερο από 20 χρόνια με διαδοχικά ανανεούμενες συμβάσεις ορισμένου χρόνου.

Ο Ι. Τέντες τόνισε πως «Με τις αποφάσεις της Ολομέλειας κρίθηκε ότι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, που συνάπτονται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και όλους τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, εφόσον δεν συντρέχουν οι τιθέμενες με το Π.Δ. 164/2004 προϋποθέσεις, δεν μπορεί να μετατραπούν σε συμβάσεις αόριστης διάρκειας, έστω και αν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες. Η μετατροπή κωλύεται από απαγορεύσεις που προβλέπονται α) από το νόμο (άρθρο 21 του ν. 2190/1994) και β) από το Σύνταγμα (άρθρο 103 του Συντάγματος)».
Στο ίδιο μήκος κύματος και ο αεροπαγίτης, Ανδρέας Δουλγεράκης ο οποίος συμφώνησε πως η μετατροπή των απασχολουμένων με σύμβαση έργου απαγορεύεται από το Σύνταγμα (πηγή: www.enet.gr).

Σάββατο 9 Οκτωβρίου 2010

Δικαίωση για stagiaires από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών (Διαδικασία Ασφαλιστικών Μέτρων)

ΜΠρΑθ (ΑσφΜ) 6920/2010

Διαδοχικές συμβάσεις κατάρτισης-απόκτησης εργασιακής εμπειρίας ορισμένου χρόνου μέσω του ΟΑΕΔ (stage) - Άρση κατάχρησης με θεώρηση των συμβάσεων ως αορίστου χρόνου -  Έννοια εργοδότη - Υποχρέωση προσωρινής αποδοχής της εργασίας μισθωτού

Με την ανωτέρω απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κρίθηκε ότι μολονότι οι αιτούσες προσλήφθηκαν με σκοπό την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας στο πλαίσιο σύμβασης κατάρτισης-απόκτησης εργασιακής εμπειρίας ορισμένου χρόνου μέσω του ΟΑΕΔ, στην πραγματικότητα απασχολήθηκαν από το καθ’ ού Ελληνικό Δημόσιο για την κάλυψη συνήθων, τρεχουσών και απολύτως τακτικών αναγκών αυτών, προβλέψιμων και υπαρχουσών μόνιμης, διαρκούς και πάγιας προοπτικής, συναρτώμενες και σχετικές με τις ανάγκες που εξυπηρετεί παράλληλα και το μόνιμο προσωπικό των υπηρεσιών του. Παρά ταύτα το καθ’ ού απασχολούσε τις αιτούσες με διαδοχικές συμβάσεις κατάρτισης-απόκτησης εργασιακής εμπειρίας ορισμένου χρόνου. Ούτε είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι η μακροχρόνια απασχόλησή τους είχε σκοπό μόνο την επαγγελματική τους κατάρτιση, τη μαθητεία, την ένταξη ή την επανεκπαίδευσή τους. Κρίθηκε ότι η πραγματική φύση της απασχόλησής τους ήταν αυτή της εξαρτημένης εργασίας με όλες τις περαιτέρω συνέπειες του στοιχείου της εξάρτησης (μισθολογικές, ασφαλιστικές, συνταξιοδοτικές κλπ), ώστε οι εν λόγω καταρτισθείσες συμβάσεις στις οποίες προέχει το στοιχείο παροχής εργασίας δεν δύνανται να εξαιρεθούν από την Οδηγία 1999/70/ΕΚ. Κρίθηκε ότι δεδομένου ότι η εργασία των αιτουσών παρεχόταν υπό συνθήκες εξαρτημένης εργασίας και εφόσον στην πραγματικότητα οι ανάγκες που κάλυπταν ήταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, δεν υφίστατοαντικειμενικός λόγος για την ανανέωση των «ορισμένου χρόνου» συμβάσεων ή σχέσεων τους, τέτοια δε, χωρίς αντικειμενικό λόγο, ανανέωση συνιστά κατάχρηση, και σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 5 π.δ. 164/2004. Για την άρση της εν λόγω κατάχρησης πρέπει να θεωρηθούν οι συμβάσεις αυτές ως αορίστου χρόνου. Πιθανολογήθηκε ότι εργοδότης των αιτουσών δεν είναι ο ΟΑΕΔ αλλά το καθ’ ού Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο αξιοποιεί την εργασία των αιτουσών καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες του και ασκείεπ’ αυτών το διευθυντικό δικαίωμα. Πιθανολογήθηκε η ύπαρξη επείγουσας περίπτωσης και επικείμενου κινδύνου για τις αιτούσες από τη μη συνέχιση της εργασιακής τους σχέσης με το καθ’ ού καθόσον, μέχρι την έκδοση τελεσίδικης αποφάσεως από το παρόν δικαστήριο, επί της κύριας αγωγής που θα ασκήσουν, θα αποστερούνται του τακτικού τους μισθού, που αποτελεί και το μοναδικό μέσο βιοπορισμού τους, ενόψει μάλιστα και των επικρατουσών, όχι ευνοϊκών στην αγορά εργασίας σήμερα συνθηκών. Διαταγή ως ασφαλιστικού μέτρου να υποχρεωθεί το καθ’ ού να αποδέχεται προσωρινά τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες των αιτουσών, άλλως να απειληθεί σε βάρος του χρηματική ποινή ορισμένου ποσού για κάθε μέρα άρνησής του να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους.

Τρίτη 6 Ιουλίου 2010

Δικαίωση Συμβασιούχου σε πρώτο βαθμό

Το Μονομελές Πρωτοδικείο της Αθήνας δικαίωσε συμβασιούχο του ΟΤΕΚ (Οργανισμός Τουριστικής Εκπαίδευσης και Διαχείρισης), η οποία προσέφυγε στα δικαστήρια για να μην απολυθεί, υποστηρίζοντας ότι επί χρόνια κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες στον Οργανισμό, όπου εργαζόταν ως θυρωρός. 
Το Δικαστήριο δέχθηκε τους ισχυρισμούς της συμβασιούχου επισημαίνοντας σχετικά στο κείμενο της απόφασης ότι “από την πρόσληψή της μέχρι σήμερα, η ενάγουσα προσέφερε τις υπηρεσίες της σύμφωνα με τις εντολές του οργανισμού, στον καθοριζόμενο τόπο και χρόνο, υπό την επίβλεψη και την πλήρη εποπτεία του και απασχολούμενη όπως το λοιπό μόνιμο προσωπικό του. Η εργασία που παρείχε από το είδος και τη φύση της είχε διαρκή, μόνιμο και σταθερό χαρακτήρα, κάλυπτε δε ανάγκες του εναγόμενου που δεν ήταν προσωρινές ή απρόβλεπτες, αλλά πάγιες και διαρκείς. Οι συμβάσεις της ανανεώνονταν συνεχώς και διαδοχικά, αυτή προσέφερε τις υπηρεσίες της ανελλιπώς και αδιάκοπα και ο οργανισμός αποδεχόταν αυτές χωρίς εναντίωση”.
Επιπλέον, το Πρωτοδικείο δέχθηκε ότι οι εν λόγω διαδοχικές συμβάσεις της εργαζόμενης υποκρύπτουν μία ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου. Επί του θέματος θα αποφανθεί ο Άρειος Πάγος τον Σεπτέμβριο. 
(Πηγή: www.lawnet.gr)

Τετάρτη 2 Ιουνίου 2010

Συμβασιούχοι Υουργείου Πολιτισμού - Αναγνώριση συμβάσεων ως αορίστου χρόνου, Κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών




Απόφαση-πιλότο για συμβασιούχους ορισμένου χρόνου, των οποίων οι συμβάσεις έληξαν, εξέδωσε το Μονομελές Πρωτοδικείο της Αθήνας, καθώς με αφορμή προσφυγή 27 συμβασιούχων του υπουργείου Πολιτισμού έκρινε ότι το υπουργείο θα πρέπει να αποδέχεται την προσφερόμενη εργασία τους και να τους καταβάλλει τις αποδοχές τους έως την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί της κύριας αγωγής.


Σύμφωνα με τη δικαστική απόφαση-πρόκριμα, οι εργαζόμενοι των οποίων οι συμβάσεις έληξαν κάλυπταν επί της ουσίας πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ωστόσο το υπουργείο τούς απασχολούσε με αλυσιδωτές συμβάσεις ορισμένου χρόνου.
«Οι συμβάσεις, αν και δεν ήταν συνεχείς αλλά μεσολαβούσε κενό χρονικό διάστημα μεταξύ τους, καταδεικνύουν ότι με τις ανωτέρω ειδικότητες εργάστηκαν καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες του καθ' ου, δεδομένου ότι τα καθήκοντά τους δεν σχετίζονταν με εποχικές ανάγκες», αναφέρεται στην απόφαση.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο αναφέρεται στο σκεπτικό του στην οδηγία του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενωσης (1990/70 ΕΚ) με την οποία επιδιώκεται η καθιέρωση πλαισίου προκειμένου να αποτραπεί η κατάχρηση που προκαλείται από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή εργασιακών σχέσεων ορισμένου χρόνου. Ερμηνεύοντας την οδηγία έκρινε ότι όσο το εσωτερικό δίκαιο του κράτους-μέλους δεν περιλαμβάνει άλλα αποτελεσματικά μέτρα για την αποφυγή κατάχρησης διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, η κοινοτική οδηγία αποκλείει την εφαρμογή της εθνικής νομοθεσίας που απαγορεύει τη μετατροπή σε αορίστου χρόνου των διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, οι οποίες καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες. Ως εκ τούτου, καταλήγει η απόφαση, «η θέσπιση χρονικών κριτηρίων» που θέτει το διάταγμα Παυλόπουλου «συνιστά μείωση της προστασίας των εργαζομένων».
(Πηγή: www.enet.gr)