Παρασκευή 20 Νοεμβρίου 2009

ΑΠ 1409/2009 - Υπάλληλοι της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας παραιτούμενοι από την εργασία τους μετά τη συμπλήρωση 15ετούς υπηρεσίας δικαιούνται το ήμισυ της οριζόμενης από το Ν. 2112/1920 αποζημίωσης απόλυσης. Η συγκατάθεση της Τράπεζας για την αποχώρηση θεωρείται ότι έχει δοθεί εκ των προτέρων βάσει των διατάξεων του οικείου Κανονισμού Εργασίας

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Δημήτριο Μουστάκα (επειδή κωλύονται οι Αρεοπαγίτες Αθανάσιος Θεμέλης και Ειρήνη Αθανασίου) και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 8 εδ. α' του Ν. 3198/1955 μισθωτοί, που συνδέονται με σχέση εργασίας διάρκειας αορίστου χρόνου, εφόσον συμπληρώσουν δεκαπενταετή υπηρεσία στον ίδιο εργοδότη με την έννοια του άρθρου 8 παρ. 1 του Ν. 2112/1920 ή το προβλεπόμενο από τον οικείο ασφαλιστικό οργανισμό όριο ηλικίας σε περίπτωση δε ελλείψεως τέτοιου ορίου το 65ο έτος της ηλικίας του και αποχωρήσουν από την υπηρεσία με τη συγκατάθεση του εργοδότη, δικαιούνται το ήμισυ της οριζόμενης από το Ν. 2112/1920, όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα, αποζημιώσεως για την περίπτωση απροειδοποίητης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, που υπολογίζεται με βάση το άρθρο 5 παρ. 1 και 2 του αυτού Νόμου. Η ως άνω διάταξη αναφέρεται σε συμβάσεις αορίστου χρόνου και αποβλέπει στην διευκόλυνση της πρόωρης συνταξιοδοτήσεως των μισθωτών για την δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, με την παροχή στους αποχωρούντες, υπό τους διαλαμβανόμενος σ' αυτή όρους μειωμένης αποζημιώσεως. Εξάλλου, σύμβαση εργασίας, η οποία διέπεται από Κανονισμό του εργοδότη, που έχει ισχύ νόμου και προβλέπει την αποχώρηση του μισθωτού με τη συμπλήρωση του καθορισμένου ορίου ηλικίας είναι σύμβαση ορισμένου χρόνου. Αν όμως με τον Κανονισμό έχουν παράλληλα προβλεφθεί περιπτώσεις πρόωρης λύσεως της συμβάσεως, τότε ενυπάρχει διαλυτική αίρεση, με την πλήρωση της οποίας η σύμβαση μεταπίπτει εξαρχής σε αορίστου χρόνου. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 33 του ισχύοντος από 12-3-2001 νέου Κανονισμού Εργασίας της αναιρεσείουσας Τράπεζας, ο οποίος καταρτίσθηκε κατά τις διατάξεις του Ν. 1876/1990, με την από 9-3-2001 επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας, που συνήφθη μεταξύ των νομίμων εκπροσώπων της αναιρεσείουσας και της συνδικαλιστικής οργανώσεως του προσωπικού του Συλλόγου Υπαλλήλων της Εθνικής Τραπέζης Ελλάδος, κατατέθηκε νόμιμα στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας με αριθμό 5/12-3-2001 και έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου (άρθρ. 2 παρ. 6,7 παρ. 1 και 8 παρ. 3 του Ν. 1876/1990), η σύμβαση εργασίας με το προσωπικό της Τράπεζας λύεται με το θάνατο του υπαλλήλου, την έγγραφη παραίτησή του, η οποία και επιφέρει τη λύση της συμβάσεως, χωρίς να απαιτείται αποδοχή ή συγκατάθεση της Τράπεζας και με καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από την Τράπεζα για σπουδαίο λόγο, σε κάθε περίπτωση δε, η λύση επέρχεται αυτοδικαίως με τη συμπλήρωση του 62ου έτους της ηλικίας. Εξάλλου, όπως έχει κριθεί με την 42/2002 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, οι όροι του εφαρμοζόμενου με ισχύ νόμου Κανονισμού εργασίας αποτελούν υποχρεωτικό περιεχόμενο της συμβάσεως εργασίας του μισθωτού και συνεπώς, η διεπόμενη από τέτοιο Κανονισμό ατομική σύμβαση εργασίας του μισθωτού περιέχει και τους όρους του Κανονισμού. Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι ο προαναφερόμενος όρος του Κανονισμού ότι η σύμβαση εργασίας λύεται και πριν από το προβλεπόμενο όριο ηλικίας με την έγγραφη παραίτηση του υπαλλήλου, η οποία και επιφέρει τη λύση της συμβάσεως, χωρίς να απαιτείται αποδοχή ή συγκατάθεση της Τράπεζας, εμπίπτει στην περίπτωση του άρθρου 8 εδ. α' του Ν. 3198/1955, αφού και η παραίτηση του υπαλλήλου, χωρίς δικαίωμα εναντιώσεως της Τράπεζας, ταυτίζεται κατά περιεχόμενο με την αποχώρηση αυτού από την υπηρεσία με την συγκατάθεση της τελευταίας, ενώ και η σύμβαση του υπαλλήλου που λύεται με την παραίτησή του πριν από την συμπλήρωση του καθορισμένου ορίου ηλικίας του, μετατρέπεται από ορισμένου σε αορίστου χρόνου. Ώστε, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις της εν λόγω διατάξεως, ο αποχωρών με έγγραφη παραίτηση υπάλληλο της εργοδότιδας Τράπεζας, δικαιούται τη μειωμένή ως άνω αποζημίωση, αφού είναι δεδομένη και η συγκατάθεση της Τράπεζας, που θεωρείται ότι δόθηκε εκ των προτέρων με το παρεχόμενο από τον κανονισμό δικαίωμα παραιτήσεως του μισθωτού από την εργασία του, χωρίς να απαιτείται για την άσκηση αυτού ή την επέλευση των αποτελεσμάτων της παραιτήσεως η αποδοχή αυτής από την Τράπεζα ή η ρητή συγκατάθεσή της στην αποχώρηση των εργαζομένων. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχτηκε, μεταξύ άλλων και τα εξής, που ενδιαφέρουν εδώ: Οι αναιρεσίβλητοι, δυνάμει συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας, προσλήφθηκαν από την αναιρεσείουσα (ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." στις ...-11-1971, ...-3-1982, ...-11-1974, ...-12-1976, ...-1-1983, ...-6-1984, ...-10-1972, ...-1-1980 και ...-10-1971, αντιστοίχως και απασχολήθηκαν ως υπάλληλοι, πλην του τρίτου, ο οποίος προσλήφθηκε ως εργάτης και από το έτος 1981 μετετάγη στον ταμιακό κλάδο. Γεννήθηκαν την ...-1-1953,...-10-1957,...-9-1956,...-3-1948,...-11-1961,...-1-1965,...-5-1950,...-8-1961 και ...-1-1948, αντίστοιχα, υπέβαλαν δε, σύμφωνα με το άρθρο 33 του Κανονισμού εργασίας Προσωπικού της αναιρεσείουσας εγγράφως την παραίτηση τους από την υπηρεσία της τελευταίας και έπαυσαν να παρέχουν τις υπηρεσίες τους προς αυτήν από ...-5-2004,...-7-2004,...-5-2004,...-5-2004,...-4-2004,...-7-2004,...-5-2004,...-4-2004 και ...-6-2004, αντιστοίχως, δηλαδή μετά τη συμπλήρωση διαρκούς υπηρεσίας 32, 22, 29, 27, 21, 20, 32, 24 και 32 ετών, αντιστοίχως και πριν από τη συμπλήρωση του 58ου έτους της ηλικίας τους. Μετά την παραίτηση των αναιρεσιβλήτων, λύθηκαν οι συμβάσεις εργασίας τους, οι οποίες μετατράπηκαν εξαρχής σε συμβάσεις αόριστου χρόνου και έτσι αυτοί δικαιούνται την μειωμένη αποζημίωση, αφού δεδομένη και η συγκατάθεση της αναιρεσείουσας, που θεωρείται ότι δόθηκε εκ των προτέρων με το παρεχόμενο από τον Κανονισμό δικαίωμα παραιτήσεως των μισθωτών από την υπηρεσία της, δηλαδή δικαιούνται το μισό της αποζημιώσεως που οφείλεται σε περίπτωση απροειδοποίητης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας αόριστου χρόνου. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, το οποίο τελικά με την προσβαλλόμενη απόφαση του, με βάση και άλλες παραδοχές του, που δεν ενδιαφέρουν εδώ, αφού δέχτηκε κατ' ουσίαν την έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της υπ' αριθμ. 1660/2005 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και εξαφάνισε την απόφαση αυτή, στη συνέχεια, ύστερα από διακράτηση της υποθέσεως, δέχτηκε και ως ουσιαστικά βάσιμη την ένδικη από 23-9-2004 αγωγή των αναιρεσιβλήτων για επιδίκαση γης ως άνω μειωμένης αποζημιώσεως, δεν παραβίασε ούτε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 7 παρ. 1 και 8 παρ. 3 του ν. 1876/1990, του άρθρου 33 του παραπάνω νέου Κανονισμού Εργασίας της αναιρεσείουσας Τράπεζας και του άρθρου 8 εδ, α' του ν.3198/1955, αλλ' ούτε και εκείνες του άρθρου 669 του ΑΚ, με την οποία ρυθμίζεται ο τρόπος λήξεως της συμβάσεως εργασίας και του άρθρου 202 του ίδιου Κώδικα, με το οποίο ορίζεται ότι "αν με τη δικαιοπραξία εξαρτήθηκε η ανατροπή" των αποτελεσμάτων της από γεγονός μελλοντικό και αβέβαιο (αίρεση διαλυτική), μόλις συμβεί το γεγονός αυτό παύει η ενέργεια της δικαιοπραξίας και επανέρχεται αυτοδικαίως η προηγούμενη κατάσταση". Και αυτό γιατί πράγματι, με βάση τις παραδοχές του, οι αναιρεσίβλητοι δικαιούνταν την από το άρθρο 8 εδ. α' του ν.3193/1955 προβλεπόμενη αποζημίωση, εφόσον α) οι κατ' αρχήν ορισμένου χρόνου ένδικες συμβάσεις τους εργασίας με την αναιρεσείουσα Τράπεζα, ύστερα από τις προαναφερόμενες έγγραφες παραιτήσεις τους, με τις οποίες πληρώθηκε η, κατά τα πιο πάνω, ενυπάρχουσα σε κάθε μία από τις συμβάσεις αυτές διαλυτική αίρεση, μετέπεσαν και μετατράπηκαν εξαρχής σε συμβάσεις αόριστου χρόνου, β) Συμπλήρωσαν υπερδεκαπενταετή υπηρεσία στην εργοδότιδά τους (αναιρεσείουσα Τράπεζα) και γ)υφίσταται συγκατάθεση της εργοδότιδας αναιρεσείουσας Τράπεζας, που θεωρείται ότι δόθηκε εκ των προτέρων με το παρεχόμενο από τον ως άνω Κανονισμό Εργασίας δικαίωμα παραιτήσεως των μισθωτών της από την εργασία τους, χωρίς να απαιτείται για την άσκηση αυτού ή την επέλευση των αποτελεσμάτων της παραιτήσεως η αποδοχή αυτής από την αναιρεσείουσα Τράπεζα ή η ρητή συγκατάθεση της στην αποχώρηση των εργαζομένων σ' αυτήν (συνεπώς και των ίδιων των αναιρεσιβλήτων). Επομένως οι ενιαίως κρινόμενοι, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραβιάσεως των πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 7 παρ. 1 και 8 παρ. 3 του ν.1876/1990, του άρθρου 8 εδ., α' του ν.3198/1955, των άρθρων 669 και 202 του ΑΚ και του άρθρου 33 του ίδιου Κανονισμού Εργασίας, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι στο σύνολο τους.

ΓIA ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ 
Απορρίπτει την από 11-12-2007 αίτηση της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1080/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου